Η 21η Φεβρουαρίου αποτελεί για τον ελληνισμό μια ημερομηνία ορόσημο, που υπερβαίνει τα όρια της τοπικής επετείου και εγγράφεται στη συλλογική συνείδηση ως η στιγμή της οριστικής ενσωμάτωσης της Ηπείρου στον εθνικό κορμό. Καθώς ο χρόνος δείχνει σήμερα 21 Φεβρουαρίου 2026, η συμπλήρωση 113 ετών από την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας στα Ιωάννινα προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για έναν βαθύ αναστοχασμό πάνω στη στρατηγική σημασία της νίκης στο Μπιζάνι, την προσωπικότητα των πρωταγωνιστών και τη σύνδεση των ιστορικών εκείνων στιγμών με τις σύγχρονες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ήπειρος και η Ελλάδα στο ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον του 2026.
Η πόλη των Ιωαννίνων, η «πόλη των θρύλων και των παραδόσεων», παρέμεινε υπό οθωμανικό ζυγό για 483 χρόνια, από το 1430 έως το 1913. Η απελευθέρωσή της δεν υπήρξε ένα τυχαίο γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα ενός επίπονου στρατιωτικού σχεδιασμού, διπλωματικών ελιγμών και μιας πρωτοφανούς εθνικής κινητοποίησης που ένωσε στρατιώτες και εθελοντές από κάθε γωνιά της Ελλάδας, από την Κρήτη μέχρι τη Μακεδονία, και από τον απανταχού ελληνισμό.
Το γεωπολιτικό και στρατηγικό πλαίσιο του Α’ Βαλκανικού Πολέμου
Στις αρχές του 20ού αιώνα, η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η άνοδος των εθνικών κινημάτων στα Βαλκάνια δημιούργησαν τις συνθήκες για τη σύσταση της Βαλκανικής Συμμαχίας. Η Ελλάδα, υπό την πολιτική ηγεσία του Ελευθερίου Βενιζέλου, εισήλθε στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο τον Οκτώβριο του 1912 με στόχο την απελευθέρωση των αλύτρωτων εδαφών. Ωστόσο, οι περιορισμένες δυνάμεις του ελληνικού κράτους επέβαλαν μια δύσκολη επιλογή προτεραιοτήτων μεταξύ των δύο κύριων μετώπων: της Μακεδονίας και της Ηπείρου.
Η ιεράρχηση των μετώπων και η αρχική αμυντική αποστολή
Το ελληνικό Γενικό Επιτελείο, αναγνωρίζοντας την τεράστια εθνική και οικονομική σημασία της Θεσσαλονίκης, έθεσε ως απόλυτη προτεραιότητα το Μακεδονικό μέτωπο. Στο μέτωπο της Ηπείρου, οι οδηγίες προς τον Αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη ήταν σαφείς: η αποστολή του Στρατού Ηπείρου ήταν πρωτίστως αμυντική. Ο στόχος ήταν η διασφάλιση των συνόρων κατά μήκος του Αράχθου ποταμού, μια γραμμή 150 χιλιομέτρων που εκτεινόταν από το Άκτιο έως τα Τζουμέρκα.
Η αρχική δύναμη του Στρατού Ηπείρου ήταν εξαιρετικά περιορισμένη, αποτελούμενη από περίπου μία μεραρχία (8.200 άνδρες) και 24 πυροβόλα, τη στιγμή που οι οθωμανικές δυνάμεις στην περιοχή διέθεταν πάνω από 15.000 πεζούς και ισχυρότατο πυροβολικό. Παρά τις αμυντικές οδηγίες, ο Σαπουντζάκης, εκμεταλλευόμενος την ορμή του στρατεύματος, πέρασε τον Άραχθο, κατέλαβε τα υψώματα βορειοδυτικά της Άρτας και απελευθέρωσε την Πρέβεζα στις 21 Οκτωβρίου 1912, μετατρέποντάς την σε βάση εφοδιασμού.
| Σύγκριση Δυνάμεων Μετώπου Ηπείρου (Οκτώβριος 1912) | Ελληνικός Στρατός | Οθωμανικός Στρατός |
| Πεζικό | ~8.200 άνδρες | ~15.000+ άνδρες |
| Πυροβολικό | 24 πυροβόλα | 112+ βαρέα πυροβόλα (συνολικά 162) |
| Ιππικό | – | 1 ίλη |
| Στρατηγική Θέση | Επιτιθέμενος σε δύσβατο έδαφος | Οχυρωμένος σε μόνιμες θέσεις |
Τα Ιωάννινα δεν ήταν ένα απλό φρούριο, αλλά μια «απόρθητη» οχυρωμένη τοποθεσία, σχεδιασμένη με τις πλέον σύγχρονες στρατιωτικές προδιαγραφές της εποχής. Η σημασία της πόλης ως συγκοινωνιακού κόμβου προς την Αλβανία και τη Μακεδονία είχε οδηγήσει την Υψηλή Πύλη στην απόφαση να αναθέσει την οχύρωσή της σε Γερμανούς αξιωματικούς, υπό την καθοδήγηση του Στρατάρχη Κόλμαρ φον ντερ Γκολτς (Colmar Freiherr von der Goltz).
Το Μπιζάνι, ένας ορεινός όγκος νότια των Ιωαννίνων, αποτέλεσε το κέντρο της οθωμανικής άμυνας. Ο σχεδιασμός του προέβλεπε μόνιμα οχυρωματικά έργα, τσιμεντένια πυροβολεία και υπόγειες σήραγγες που επέτρεπαν τη μεταφορά πυρομαχικών και προσωπικού χωρίς έκθεση στα εχθρικά πυρά. Τα κανόνια του Μπιζανίου ήταν τοποθετημένα έτσι ώστε να ελέγχουν πλήρως τη μοναδική οδό πρόσβασης από την Άρτα, ενώ η ημικυκλική διάταξη των οχυρών (Μπιζάνι, Καστρίτσα, Δουρούτη, Μανωλιάσα) επέτρεπε την αλληλοκάλυψη των θέσεων.
Η φυσική οχύρωση του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων, με το Μιτσικέλι στα βορειοανατολικά και τον Δρίσκο στα ανατολικά, καθιστούσε κάθε προσπάθεια κύκλωσης εξαιρετικά δύσκολη, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Οι στρατιώτες του ελληνικού στρατού είχαν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τις οθωμανικές σφαίρες, αλλά και τη λάσπη, το χιόνι και την πυκνή ομίχλη που συχνά κάλυπτε την περιοχή, παρεμποδίζοντας τη δράση του πυροβολικού.
Η ανθρώπινη γεωγραφία της σύγκρουσης: Εσσάτ Πασάς και Διάδοχος Κωνσταντίνος
Μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες πτυχές της ιστορίας της απελευθέρωσης είναι η προσωπική σχέση των δύο επικεφαλής των αντίπαλων στρατευμάτων. Ο Εσσάτ Πασάς (Mehmet Esat Pasha), ο Οθωμανός διοικητής των Ιωαννίνων, ήταν στην πραγματικότητα γέννημα-θρέμμα της πόλης. Γεννημένος το 1862, ήταν γιος του δημάρχου Ιωαννίνων και απόφοιτος της Ζωσιμαίας Σχολής, έχοντας ως μητρική του γλώσσα την ελληνική.
Η μοίρα το έφερε ο Εσσάτ και ο Διάδοχος Κωνσταντίνος να έχουν υπάρξει συμμαθητές στη Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου. Αυτή η κοινή εκπαίδευση στη γερμανική στρατιωτική παράδοση δημιούργησε έναν αμοιβαίο σεβασμό, ο οποίος αποτυπώθηκε στη μετέπειτα στάση τους κατά την παράδοση της πόλης. Ο Εσσάτ θεωρούνταν ένας από τους ικανότερους αξιωματικούς του οθωμανικού στρατού, και η άμυνα που προέβαλε στα Ιωάννινα υπήρξε πεισματική, όχι μόνο λόγω στρατιωτικού καθήκοντος, αλλά και λόγω της προσωπικής του σύνδεσης με την ηπειρωτική γη.
Η συμβολή των εθελοντών και η «Εθνική Ομοψυχία»
Η πολιορκία των Ιωαννίνων κινητοποίησε το σύνολο του ελληνισμού. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στη συμβολή των Κρητών εθελοντών, οι οποίοι παρά το γεγονός ότι η Κρήτη δεν είχε ακόμη επίσημα ενσωματωθεί στην Ελλάδα, έσπευσαν στο μέτωπο της Ηπείρου. Οι απώλειες των Κρητών στην Αετοράχη και στο Μπιζάνι υπήρξαν βαρύτατες, με τη λαϊκή μούσα να απαθανατίζει τη θυσία τους σε τραγούδια που συγκινούν μέχρι σήμερα.
Εκτός από τους Κρήτες, στο πλευρό του τακτικού στρατού πολέμησαν εθελοντές από την Κύπρο, τη Μάνη και την Ευρώπη (φιλέλληνες), καθώς και σώματα Ηπειρωτών ανταρτών. Αυτή η πανελλήνια συμμετοχή μετέτρεψε την πολιορκία των Ιωαννίνων σε μια «εθνική σταυροφορία», όπου ο κοινός στόχος της λευτεριάς υπερέβαινε τις όποιες πολιτικές ή τοπικιστικές διαφορές.
Οι επιχειρήσεις για την κατάληψη των Ιωαννίνων διήρκεσαν από τον Οκτώβριο του 1912 έως τον Φεβρουάριο του 1913. Οι αρχικές προσπάθειες του Σαπουντζάκη τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο απέτυχαν, καθώς οι δυνάμεις του δεν επαρκούσαν για να κάμψουν την αντίσταση του Μπιζανίου.
Η ανάληψη της αρχιστρατηγίας από τον Κωνσταντίνο
Στις 10 Ιανουαρίου 1913, ο Διάδοχος Κωνσταντίνος έφθασε στην Ήπειρο από το Μακεδονικό μέτωπο, φέρνοντας μαζί του ενισχύσεις (τη Β’, IV’ και VI’ Μεραρχία). Η άφιξη του Διαδόχου και η μεταφορά του Γενικού Στρατηγείου στο Χάνι Εμίν Αγά σήμανε την έναρξη της τελικής φάσης της πολιορκίας.
Ο Κωνσταντίνος, αντιλαμβανόμενος ότι μια μετωπική επίθεση στο Μπιζάνι θα οδηγούσε σε λουτρό αίματος χωρίς εγγυημένο αποτέλεσμα, υιοθέτησε ένα τολμηρό σχέδιο ευρείας υπερκέρασης από τα δυτικά. Το σχέδιο προέβλεπε την παραπλάνηση του εχθρού με σφοδρό βομβαρδισμό στο κεντρικό μέτωπο, ενώ ταυτόχρονα ισχυρές δυνάμεις θα κινούνταν μέσω της Μανωλιάσας προς τα Ιωάννινα.
Η θυσία στον Λόφο της Δουρούτης (20 Φεβρουαρίου 1913)
Μία ημέρα πριν την απελευθέρωση, σημειώθηκε μια ηρωική σελίδα της ιστορίας στον Λόφο της Δουρούτης, εκεί όπου σήμερα εκτείνεται η Πανεπιστημιούπολη Ιωαννίνων. Έξι παλικάρια, στρατιώτες και εθελοντές από την Πελοπόννησο και την Κρήτη, έπεσαν μαχόμενοι μέχρις εσχάτων, αρνούμενοι να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους. Η θυσία τους αποτελεί διαχρονικό σύμβολο για την πανεπιστημιακή κοινότητα, θυμίζοντας ότι η ελευθερία κατακτήθηκε με το αίμα νέων ανθρώπων που δεν πρόλαβαν να δουν τη γαλανόλευκη να κυματίζει στο Κάστρο.
| Οι Έξι Ήρωες της Δουρούτης | Τόπος Καταγωγής |
| Ιωάννης Αθανασόπουλος | Αλειτούργι Μεσσηνίας |
| Αντώνιος Κεφάλας | Μεγαλόπολη Αρκαδίας |
| Ρήγας Κρατημένος | Λαγκάδια Αρκαδίας |
| Μιχαήλ Σχίζας | Σέρβου Αρκαδίας |
| Γεώργιος Πασσιαδάκης | Κρήτη |
| Εμμανουήλ Τσικαλουδάκης | Κρήτη |
Η Μεγάλη Επίθεση και ο ρόλος του Ιωάννη Βελισσαρίου
Η τελική επίθεση ξεκίνησε τα ξημερώματα της 19ης Φεβρουαρίου 1913. Το ελληνικό πυροβολικό εξαπέλυσε έναν καταιγισμό πυρών, με πάνω από 30.000 οβίδες να πλήττουν τα οθωμανικά οχυρά μέσα σε 48 ώρες. Η λάμψη των εκρήξεων και ο ορυμαγδός των κανονιοβολισμών ήταν ορατά και ακουστά από την πόλη των Ιωαννίνων, προκαλώντας δέος και ελπίδα στους πολιορκημένους κατοίκους.
Καθοριστικό ρόλο στην έκβαση της μάχης έπαιξε ο Ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου, μια θρυλική μορφή του ελληνικού στρατού. Ο Βελισσαρίου, επικεφαλής του 9ου Τάγματος Ευζώνων, επέδειξε μια σχεδόν εξωφρενική τόλμη. Παρακάμπτοντας τις διαταγές για προσεκτική προέλαση, εκμεταλλεύτηκε το σκοτάδι και την ομίχλη και διείσδυσε βαθιά στις οθωμανικές γραμμές, φθάνοντας μέχρι τον Άγιο Ιωάννη, στις παρυφές της πόλης.
Με την κίνησή του αυτή, ο Βελισσαρίου απέκοψε τις τηλεγραφικές γραμμές επικοινωνίας μεταξύ της πόλης και των οχυρών του Μπιζανίου. Όταν οι Οθωμανοί αντιλήφθηκαν ότι οι Εύζωνοι βρίσκονταν «μέσα στα σπίτια τους», η ηθική τους κατέρρευσε. Ο Εσσάτ Πασάς, πιστεύοντας ότι ο ελληνικός στρατός είχε ήδη κυκλώσει πλήρως την πόλη και θέλοντας να αποφύγει μια γενική σφαγή και την καταστροφή των Ιωαννίνων, αποφάσισε να ζητήσει συνθηκολόγηση.
Η 21η Φεβρουαρίου 1913: Η υπογραφή της παράδοσης
Στις 11 το βράδυ της 20ής Φεβρουαρίου, δύο οθωμανοί αξιωματικοί συνοδευόμενοι από τον επίσκοπο Δωδώνης και μέλη του προξενικού σώματος εμφανίστηκαν στις ελληνικές γραμμές κρατώντας λευκή σημαία. Μεταφέρθηκαν στο Χάνι Εμίν Αγά, όπου ο Διάδοχος Κωνσταντίνος τους δέχθηκε για τις διαπραγματεύσεις.
Το πρωτόκολλο παράδοσης υπεγράφη στις 4:30 π.μ. της 21ης Φεβρουαρίου 1913. Από ελληνικής πλευράς, το κείμενο συνέταξαν και υπέγραψαν οι Λοχαγοί Ιωάννης Μεταξάς και Ξενοφών Στρατηγός, ενώ από οθωμανικής πλευράς ο Αντισυνταγματάρχης Βεχήπ Μπέης. Η συμφωνία προέβλεπε την παράδοση της οχυρωμένης τοποθεσίας και της πόλης, με τον οθωμανικό στρατό να παραδίδεται ως αιχμάλωτος πολέμου.
Το ιστορικό τηλεγράφημα της νίκης
Στις 5:50 π.μ., ο Κωνσταντίνος έστειλε το ιστορικό τηλεγράφημα προς την κυβέρνηση στην Αθήνα:
«Ο Τουρκικός Στρατός παρεδόθη αιχμάλωτος άνευ όρων. Τα εχθρικά Τμήματα θα υψώσωσι λευκάς Σημαίας. Χάνι Εμίν-Αγά 21.2.1913 ώρα 5.50 πρωίας, Κωνσταντίνος».
Η είδηση προκάλεσε θύελλα ενθουσιασμού σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, προσερχόμενος στη Βουλή περιχαρής, ανακοίνωσε τη νίκη εν μέσω θυελλωδών χειροκροτημάτων, ενώ ο ποιητής Χρήστος Χρηστοβασίλης έγραψε: «Δεν ήρθε πρώιμα η άνοιξη κι ουδέ το καλοκαίρι… ήρθε η Λευτεριά!».
Η είσοδος του στρατού και η απελευθερωμένη πόλη
Η 21η Φεβρουαρίου 1913 ήταν μια ημέρα λαϊκής έκστασης. Οι κάτοικοι των Ιωαννίνων, που «εκοιμήθησαν Τουρκικοί και εξύπνησαν Ελληνικοί», ξεχύθηκαν στους δρόμους αγκαλιάζοντας τους στρατιώτες. Ο Στρατηγός Σούτσος εισήλθε πρώτος στην πόλη με την εμπροσθοφυλακή, ενώ ο Διάδοχος Κωνσταντίνος πραγματοποίησε την επίσημη είσοδο την επόμενη ημέρα, 22 Φεβρουαρίου, εν μέσω αποθέωσης.
| Στατιστικά Στοιχεία Μάχης Μπιζανίου – Ιωαννίνων | Ελληνική Πλευρά | Οθωμανική Πλευρά |
| Δυνάμεις (Τελική Φάση) | ~41.000 άνδρες, 105 πυροβόλα | ~35.000 άνδρες, 162 πυροβόλα |
| Απώλειες (Νεκροί/Τραυματίες) | 264 – 284 άνδρες | ~2.800 άνδρες |
| Αιχμάλωτοι Πολέμου | – | ~30.000 (συνολική δύναμη) |
| Λάφυρα Πολέμου | – | 100+ πυροβόλα, σημαίες, ίπποι |
Η ενσωμάτωση των Ιωαννίνων στο ελληνικό κράτος δεν ήταν μόνο μια στρατιωτική επιτυχία, αλλά και μια περίπλοκη διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού. Η πόλη έπρεπε να μεταβεί από το οθωμανικό σύστημα διοίκησης στο σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος δικαίου.
Τα Ιωάννινα υπήρξαν πάντοτε η κοιτίδα των Εθνικών Ευεργετών. Η απελευθέρωση θεωρήθηκε ως η εκπλήρωση του χρέους προς όλους εκείνους τους Ηπειρώτες που, ενώ ζούσαν στη σκλαβιά, διέθεσαν τις περιουσίες τους για την εκπαίδευση και την ανάσταση του Γένους. Η ίδρυση του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων δεκαετίες αργότερα, στον ίδιο λόφο όπου δόθηκαν οι μάχες για την ελευθερία, αποτελεί τη φυσική συνέχεια αυτής της πνευματικής παράδοσης.
Παρά τον θρίαμβο, η απελευθέρωση των Ιωαννίνων άφησε μια γλυκόπικρη γεύση για τον ελληνισμό της Βόρειας Ηπείρου. Παρότι ο ελληνικός στρατός προέλασε και απελευθέρωσε περιοχές όπως η Χειμάρρα, το Αργυρόκαστρο και η Κορυτσά, οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν τελικά την παραχώρηση αυτών των εδαφών στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος. Αυτή η διπλωματική εμπλοκή παρέμεινε μια ανοικτή πληγή στη συλλογική μνήμη των Ηπειρωτών για δεκαετίες.
Σπάνια φωτογραφικά τεκμήρια και οπτική ιστορία (Public Domain)
Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων υπήρξε ένα από τα πρώτα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που αποτυπώθηκαν εκτενώς από τον φωτογραφικό φακό και τη λαϊκή εικονογραφία. Τα παρακάτω τεκμήρια, ελεύθερα πνευματικών δικαιωμάτων, προσφέρουν μια ζωντανή εικόνα της εποχής:
-
Η Λαϊκή Λιθογραφία του Karl Haupt (1913): Μια κλασική απεικόνιση της παράδοσης των Ιωαννίνων από τον Εσσάτ Πασά στον Κωνσταντίνο. Παρά το γεγονός ότι η σκηνή είναι καλλιτεχνική αναπαράσταση, αποδίδει το πνεύμα της εποχής και τη σημασία της στρατιωτικής νίκης.
-
Η Λιθογραφία του Σωτήρη Χρηστίδη: Έργο του γνωστού Θεσσαλονικιού λιθογράφου (1858-1940), το οποίο βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Απεικονίζει με λεπτομέρεια την παράδοση, υπογραμμίζοντας τη θριαμβευτική είσοδο του ελληνικού στρατού.
-
Φωτογραφίες του Πολεμικού Μουσείου Αθηνών: Το αρχείο περιλαμβάνει συγκλονιστικά στιγμιότυπα από το μέτωπο του Μπιζανίου, τις θέσεις του πυροβολικού και τους εύζωνες μέσα στο χιόνι, αποτυπώνοντας τις σκληρές συνθήκες της πολιορκίας.
-
Το Ιστορικό Αρχείο του Δήμου Ιωαννιτών: Περιέχει τεκμήρια από τις πρώτες ημέρες της ενσωμάτωσης, όπως τα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου του 1913 και φωτογραφίες από την καθημερινή ζωή στην απελευθερωμένη πόλη.
