Του Κώστα Παπαθεοδώρου
Για τον Διονύση Σαββόπουλο
Με όλο το σεβασμό και τη θλίψη για τη βιολογική απώλεια ενός ανθρώπου θα θυμίσω ότι αυτός στον οποίο αναφέρομαι, υπήρξε κάποτε ο εργάτης της αμφισβήτησης — ο φλογερός τροβαδούρος που έβαζε φωτιά στα στερεότυπα και τραγουδούσε την ανυπακοή με κιθάρα και πάθος. Με τα πρώτα του τραγούδια, έδωσε φωνή σε μια γενιά που ήθελε να σπάσει τα δεσμά, να μιλήσει, να ανασάνει. Ήταν ο ποιητής της ανατροπής, ο ειρωνικός σχολιαστής μιας Ελλάδας που πάλευε να βγει απ’ την άπνοια και την αφωνία…
Κι όμως, ο ίδιος εκείνος άνθρωπος που κάποτε έστηνε γιορτές για τους ανυπάκουους, βρέθηκε χρόνια μετά να τραγουδά στα πανηγύρια της εξουσίας. Από την αυλή των περιθωριακών, πέρασε στα σαλόνια των πραιτωριανών. Από την ουτοπία του νέου, προσγειώθηκε γλυκά στην ασφάλεια του παλιού. Ο λόγος του μαλάκωσε, η σπίθα έγινε αναμνηστική φλόγα, και το βλέμμα του —που άλλοτε ξεχώριζε τα ψέματα— συνήθισε το φως των προβολέων.
Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι απλώς μια προσωπική απογοήτευση· είναι καθρέφτης μιας γενιάς που μεγάλωσε και συμβιβάστηκε. Εκεί όπου άλλοτε φύτρωνε το άγριο χορτάρι της αμφισβήτησης, σήμερα απλώνεται ένα περιποιημένο γκαζόν μικροαστισμού. Ο ίδιος που τραγούδησε για τους «άλλους», για τους απ’ έξω, έγινε φωνή του μέσα, της τάξης, της ησυχίας.
Κι έτσι, ο τραγουδοποιός που μας έμαθε να μη σκύβουμε, να αμφιβάλλουμε, να ψάχνουμε δρόμους, έγινε τελικά το ίδιο το μονοπάτι που φοβηθήκαμε να ακολουθήσουμε. Από προφήτης της ανατροπής, εκφυλίστηκε σε δεξιό ψάλτη της νομιμότητας — ένας άχαρος κύκλος που έκλεισε με μουσική υπόκρουση τα ίδια του τα τραγούδια.
