Ένα βιωματικό αφήγημα στη μνήμη του Μιχάλη Παντούλα καταθέτει ο φιλόλογος και συγγραφέας Βαγγέλης Τσιρώνης, φωτίζοντας μια λιγότερο γνωστή πτυχή της πρόσφατης ιστορίας, μέσα από ένα ταξίδι στην κομμουνιστική Αλβανία το Πάσχα του 1988.
Το ταξίδι πραγματοποιήθηκε με επικεφαλής τον αείμνηστο Μιχάλη Παντούλα, πρώτο διευθυντή και ιδρυτή του Μουσικού Γυμνασίου Δολιανών, ο οποίος, όπως επισημαίνεται στο κείμενο, διακρινόταν για το ανήσυχο δημοκρατικό του πνεύμα και την έντονη κοινωνική του ευαισθησία.
Ακολουθεί αυτούσιο το αφήγημα, όπως το κατέθεσε ο συγγραφέας, στη μνήμη του Μιχάλη Παντούλα:
ΜΕ ΤΟΝ ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΝΤΟΥΛΑ ΣΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΛΒΑΝΙΑ
Ήταν μέρες του Πάσχα του 1988 όταν, με επικεφαλής τον αείμνηστο πια Μιχάλη Παντούλα, επισκεφτήκαμε τα Τίρανα και χωριά της Βορείου Ηπείρου. Ο Μιχάλης τότε ήταν ο πρώτος διευθυντής του Μουσικού Γυμνασίου Δολιανών, αλλά και ο ιδρυτής του, όπως γνωρίζουν πολύ καλά οι Δολιανίτες! Δεν ήταν καθόλου εύκολο να μπει κανείς στην Αλβανία. Τα σύνορα ήταν ερμητικά κλειστά και ιδιαίτερα από την Ελλάδα, καθώς υπήρχε και το εμπόλεμο μεταξύ των δύο χωρών. Το κομμουνιστικό καθεστώς συνεχιζόταν στυγνό καθώς δεν είχε αρχίσει ακόμη να ανατέλλει ο ελπιδοφόρος ήλιος της δημοκρατίας στα κουμουνιστικά κράτη. Πολύ περισσότερο στην Αλβανία που από χρόνια ακολουθούσε πιστά τα βήματα του Μάο Τσε Τουγκ και του διαδόχου του Τεγκ Σιαοπίγκ (1981-1989). Εξάλλου η λαϊκή εξέγερση που εκδηλώθηκε στην Κίνα με τις μεγάλες διαδηλώσεις στην πλατεία του Πεκίνου Τιενανμέν, καταπνίγηκαν στο αίμα (Ιούλιος 1989).
Το ανήσυχο και δημοκρατικό πνεύμα του Μ. Παντούλα, κάτι ανάλογο με τον περίφημο «οίστρο» του Σωκράτη, δεν τον ανάπαυε. Είχε ένα όνειρο. Να επισκεφτεί τα χωριά της Βορείου Ηπείρου και να δει από κοντά τις συνθήκες ζωής του ελληνισμού. Εκεί βρίσκονταν και πολλοί συγγενείς και ομοεθνείς (όσοι ακόμη ζούσαν στα πατροπαράδοτα και πάλι ποτέ πολυπληθή και αμιγή ελληνικά χωριά) που στέναζαν και είχαν να ιδωθούν ή να επικοινωνήσουν με τους δικούς τους στην Ελλάδα για πολλά πολλά χρόνια. Ο Μιχάλης όμως τα κατάφερε. Παρακάλεσε τον φίλο του Γιώργο Παπανδρέου, Υπουργό Παιδείας τότε, να μεσολαβήσει και να πάρει ειδική άδεια από τις αλβανικές αρχές. Με την προϋπόθεση, φυσικά, πως δε θα δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα και επουδενί θα εκτεθεί το αλβανικό καθεστώς.
Ένα σαββατοκύριακο λοιπόν ο Μ. Παντούλας οργάνωσε εκδρομή με ένα κατάμεστο λεωφορείο. Όλοι σχεδόν οι επιβάτες -γιαννιώτες ως επί το πλείστον- ήταν στενοί συγγενείς βορειοηπειρωτών. Ανάμεσά τους είχα την τύχη να είμαι και εγώ, ως συγγενής κάποιων κατοίκων στους Αγίους Σαράντα αλλά και ως φίλος και συνάδελφος του Μιχάλη. Και ποιος δεν θα ήθελε τότε να πάει στην Αλβανία, παρά τον διάχυτο και έντονο φόβο, να δει από κοντά την εκεί κατάσταση… Εννοείται, φυσικά, πως είχαμε ενημερώσει από μέρες, μέσω του Μιχάλη και αυτός μέσω του Υπουργείου Παιδείας, με ποιους, πού και πότε θα συναντηθούμε.
Στην Κακαβιά έγινε εξονυχιστική εξέταση αλλά το «χαρτί» από τον Γιώργο Παπανδρέου και οι σχετικές διαβεβαιώσεις του Μ. Παντούλα δεν έφεραν άλλα εμπόδια. Διανυκτερεύσαμε στα Τίρανα. Σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο, όπου συνεδρίαζε η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος. Το βράδυ είδαμε με μεγάλη έκπληξη τα γκαρσόνια να κουβαλάν στο υπόγειο δίσκους κατάφορτους από μοσχαροκεφαλές και ποικίλα κρεατικά, καθώς και πολυτελή δυτικά ποτά, όπως κόκα κόλα, απαγορευμένα τότε στον αλβανικό λαό. Προοριζόταν για το λουκούλλειο δείπνο των μελών. Την επόμενη μέρα περάσαμε από την Αυλώνα και τους Αγίους Σαράντα. Μας είχε συμβουλεύσει ήδη ο Μιχάλης να είμαστε προσεκτικοί σε όλες μας τις κινήσεις και συνομιλίες. Ο λόγος, ότι θα βρίσκονταν πάντα δίπλα μας άνθρωποι του καθεστώτος που θα μας παρακολουθούσαν κατά βήμα! Πρώτα -πρώτα γιατί δεν έπρεπε να εκθέσουμε σε κίνδυνο τους συγγενείς και συμπατριώτες μας. Αλλά και εμείς έπρεπε να γυρίσουμε πάλι πίσω στα Γιάννενα σώοι και αβλαβείς. Ούτε φυσικά να γίνομε αιτία να δημιουργηθεί διπλωματικό επεισόδιο ανάμεσα στις χώρες μας. Πράγμα που δεν ήταν καθόλου δύσκολο!
Λοιπόν, αυτό που βιώσαμε ήταν συγκλονιστικό. Συναντήσαμε τους συγγενείς μας σε καθορισμένο τόπο και ώρα. Ανταλλάξαμε κάποια μικρά δώρα και λίγες κουβέντες υπό την αδιάκριτη και προκλητική παρουσία του πλήθους των εγκάθετων του καθεστώτος. «Όλα καλά κι ευτυχισμένα» μας είπαν οι συμπατριώτες μας χαμογελαστοί, ενώ προσπαθούσαν να μας γνέψουν πως δίπλα μας στέκονται οι ρουφιάνοι. Ακόμη και στις τουαλέτες μας ακολουθούσαν. Όταν μπήκαμε στο λεωφορείο για την επιστροφή ανέβηκαν και μερικοί τέτοιοι για μια τελευταία …ματιά. Και πολύ που άντεξε ο Μιχάλης. «Τι πράγματα είναι αυτά που κάνετε; τους φώναζε –ήξεραν καλά Ελληνικά όλα τα καθεστωτικά τσιράκια. Δεν ντρέπεστε καθόλου για τις κοροϊδίες, την απανθρωπιά, τον ψευτοπολιτισμό και την ψευτοδημοκρατία σας; Ντροπή σας να βασανίζετε έτσι τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου και όλο το λαό σας!…» Τους έσυρε και κάποια άλλα, με άμεσο κίνδυνο να συλληφθεί. Και τότε…
Νιώσαμε περήφανοι που εκείνη την ώρα με τα συσσωρευμένα με αγανάκτηση αισθήματα για όλους μας, μίλησε η μεγάλη Φιλάνθρωπη, Δημοκρατική και Αγνή Ελληνική Ψυχή του Μιχάλη Παντούλα!
Ας είναι αιωνία η μνήμη του.
