Η 8η Μαρτίου είναι επετειακά και παγκόσμια Ημέρα αφιερωμένη στη γυναίκα και στους αγώνες για τα δικαιώματα των γυναικών. Και εύγλωττη γεννιέται η απορία, ποια θέση έχουν στη σημερινή ημέρα τα Παρθεναγωγεία, που στη συνείδηση της πλειοψηφίας ταυτίζονται με τις κοιτίδες, στις οποίες οι δεσποσύνες των καλών οικογενειών εκπαιδεύονταν, ώστε να κάνουν έναν καλό γάμο. Όμως, μια ανάγνωση της Ιστορίας των Παρθεναγωγείων μας αποκαλύπτει, πως η πορεία τους είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Ιστορία της Εκπαίδευσης των γυναικών στην Ελλάδα.
Στην Ελλάδα το δικαίωμα στη μόρφωση για όλους, άντρες και γυναίκες, κατοχυρώνεται συνταγματικά πολύ νωρίς. Στη Διακήρυξη της Πελοποννησιακής Γερουσίας, στις 27 Απριλίου του 1822, αναγράφεται «…μην αμελήσητε την παιδείαν των αγαπητών Σας τέκνων, αρρένων τε και θηλέων…».
Κατά πόσο όμως αυτή η παραίνεση εφαρμόστηκε στην πράξη;
Την καποδιστριακή περίοδο θεμελιώνεται η πρωτοβάθμια εκπαίδευση και για τα δύο φύλλα με τα αλληλοδιδακτικά σχολεία. Οι σαφείς διακρίσεις αρχίζουν μετά την άφιξη των Βαυαρών, οπότε εφαρμόζεται ένα ολοκληρωμένο εκπαιδευτικό σύστημα. Σε αυτό όμως οργανώνεται τριτοβάθμια εκπαίδευση μόνο για τα αγόρια. Για τα κορίτσια θεσμοθετείται μόνο ή πρώτη βαθμίδα. Ο στόχος είναι για όλους, αγόρια και κορίτσια, η ηθική και χριστιανική αγωγή τους, γιατί αυτοί είναι, όπως διευκρινίζει ο Νεόφυτος Βάμβας, οι μελλοντικοί «πατέρες και μητέρες, πολίται και πολίτιδες». Στην πράξη όμως το εκπαιδευτικό σύστημα δεν ενδιαφέρεται να προετοιμάσει γυναίκες- «πολίτιδες» με την έννοια της συμμετοχής τους στα κοινά, αλλά γυναίκες, που μπορούν να ανταπεξέλθουν στους ρόλους της οικογένειας, όπως το ήθελε η «φύσις» και η παράδοση.
Έτσι τόσον οι στόχοι της εκπαίδευσης, όσο και το πρόγραμμα σπουδών των κοριτσιών και των αγοριών διαφέρουν. Τα κορίτσια, παίρνουν θρησκευτική μόρφωση και διδάσκονται τα στοιχειώδη γράμματα, εργόχειρα (κοπτική, ραπτική, πλέξιμο), γνώσεις Υγιεινής και Οικιακής Οικονομίας. Δέχονται μια διαφορετική Παιδεία λοιπόν, μόνο στο Δημοτικό, και μάλιστα κατά προτίμηση σε σχολεία χωριστά από τα αγόρια, σύμφωνα και με τα δυτικά πρότυπα. Και προφανώς πολύ μικρό ποσοστό κοριτσιών φοιτά σε αυτά.
Το πρώτο δευτεροβάθμιο σχολείο για κορίτσια ιδρύεται το 1830 όχι από το κράτος, αλλά από τον Δήμο της Ερμούπολης σε συνεργασία με τον ιεραπόστολο Chr L. Korck και είναι ένα Παρθεναγωγείο. Αυτό είναι το πρώτο και είναι το ξεκίνημα, γιατί στη συνέχεια και άλλοι φιλέλληνες, κυρίως Άγγλοι και Αμερικανοί προτεστάντες ιεραπόστολοι και καλόγριες καθολικών ταγμάτων (όπως για παράδειγμα οι Ουρσουλίνες), ιδρύουν σχολεία, στα οποία μεταφέρουν τη δυτική αντίληψη στην εκπαίδευση αλλά και στους ρόλους των γυναικών.
Μεταξύ αυτών των ιεραποστόλων διακρίνονται ο Αμερικανός Προτεστάντης J.H. Hill και η γυναίκα του Frances. Αυτοί έθεσαν ως προτεραιότητα την εκπαίδευση των γυναικών όλων των κοινωνικών στρωμάτων και για τον σκοπό αυτό ίδρυσαν πολλά και διαφορετικών τύπων σχολεία, όλα για κορίτσια. Το 1831 ιδρύουν το περίφημο Παρθεναγωγείο των Hill. Σε αυτό τα κορίτσια «επ΄ αμοιβή» μπορούσαν να πάρουν Παιδεία ανώτερη του Δημοτικού, ακόμη και να γίνουν «διδασκάλισσες».
Παράλληλα, σε πολλά άλλα σημεία της Ελλάδας και κυρίως στις μεγάλες πόλεις και στα νησιά ιδρύονται Παρθεναγωγεία. Τα παρθεναγωγεία αυτά των φιλελλήνων έρχονται σε μια εποχή, που υπάρχει αυξημένη ζήτηση για δασκάλες, καθόσον από το 1834 θεσμοθετείται ως υποχρεωτική, η στοιχειώδης γυναικεία εκπαίδευση πρέπει. Μάλιστα δηλώνεται ότι, όπου είναι δυνατό, οι κοινότητες θα πρέπει να ιδρύουν χωριστά σχολεία για κορίτσια, στα οποία θα διδάσκουν δασκάλες. Παρόλο που οι Προτεστάντες γρήγορα κατηγορήθηκαν για προσηλυτισμό, τα σχολεία τους προσέλκυσαν τις κόρες των ευκατάστατων και μορφωμένων Ελλήνων, αλλά και υποτρόφους της Ελληνικής Κυβέρνησης .
Το γεγονός αυτό κινητοποίησε αποφασιστικά Έλληνες λογίους και παιδαγωγούς, που έβλεπαν, ότι τα σχολεία ξένων είχαν το μονοπώλιο της ανώτερης μόρφωσης των γυναικών και το κράτος δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον, προβάλλοντας την οικονομική στενότητα ως βασική δικαιολογία. Για τον λόγο αυτό φωτισμένοι δάσκαλοι, πολιτικοί, κληρικοί και αγωνιστές της Επανάστασης το 1836 ιδρύουν την «εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία» προκειμένου να καλυφθεί το μεγάλο κενό, η έλλειψη Σχολείων Θηλέων. Πρώτο έργο της Φ.Ε , ένα χρόνο μετά, το 1837 είναι η ίδρυση του Πρώτου Παρθεναγωγείου – Διδασκαλείου στην Αθήνα, το οποίο έλαβε το όνομα «Αρσάκειο», προς τιμή του μεγάλου δωρητή του Απόστολου Αρσάκη.
Η πρόσκληση της Φ.Ε. προς τους γονείς των κοριτσιών γράφει: «Αν τινες των γονέων επιθυμούν να δώσουν εις τας κόρας των την ανωτέραν τοιαύτην εκπαίδευσιν, δύνανται να τας εισάξωσιν εις το σχολείον πληρώνοντας κατά μήνα μικρά τινα δίδακτρα, η δε εταιρεία επιφυλάττεται το δικαίωμα να παραδέχεται αμισθί τας πτωχάς και ορφανάς των αγωνισθέντων υπέρ πατρίδος» . Όλες οι υπότροφοι έπρεπε να εγγυηθούν, ότι θα διδάξουν τέσσερα χρόνια, τουλάχιστον, στην πρωτεύουσα μίας των επαρχιών τού κράτους και, αν αθετούσαν την υπόσχεσή τους αυτή, έπρεπε να πληρώσουν χρηματική αποζημίωση.
Σκοπός του Αρσακείου ήταν οι γυναίκες να εκπαιδευτούν, ώστε «… κερδίσωσι τον άρτον αυτών εν ιδρώτι τού προσώπου, πορευόμεναι πολλάκις εις χωρία ανθρώπων αγροίκων και αφιλόξενων και μακράν εις απροσβάτους τής Μακεδονίας και τής Μικράς Ασίας κώμας». Ο στόχος επιτυγχάνεται και ως το 1845 ιδρύονται περίπου σαράντα σχολεία σε Ελληνικές πόλεις (μέσα και έξω από την Ελλάδα). Το ίδιο έτος στα Αρσάκεια φοιτούν περισσότερα από πέντε χιλιάδες κορίτσια όλων των κοινωνικών τάξεων.
Τα Αρσάκεια ήταν αυστηρά σχολεία, με περιορισμούς και αυστηρές και προκαθορισμένες ποινές από τον Κανονισμό του Σχολείου για αταξίες ή για απουσίες των μαθητριών. Προέβλεπαν όμως ειδικές ρυθμίσεις για της μαθήτριες της επαρχίας, οι οποίες φοιτούσαν ανάλογα με τις αγροτικές εργασίες ή άλλες υποχρεώσεις τής οικογένειάς τους. Μπορούσαν για παράδειγμα να απουσιάζουν κατά τη συγκομιδή τής ελιάς ή όταν γεννιόταν ένα νέο παιδί. Αλλά και ως προς την βαθμολογία ήταν πολύ αυστηρά και αρκετές μαθήτριες δεν προβιβάζονταν.
Όμως πρέπει να διευκρινιστεί εδώ, ότι η εκπαίδευση των κοριτσιών ήταν περισσότερο μια προέκταση του Δημοτικού με 3 η 4 τάξεις το πολύ. Οι ώρες διδασκαλίας τής Αριθμητικής, καθώς και των Ελληνικών ήταν αισθητά λιγότερες στα παρθεναγωγεία σε σχέση με τα Ελληνικά σχολεία των αγοριών. Στα παρθεναγωγεία δινόταν ιδιαίτερη έμφαση στη διδασκαλία των Γαλλικών, τής Ωδικής, τής Ιχνογραφίας και των Εργοχείρων. Έτσι, ενώ για τους άντρες το σχολικό σύστημα και κυρίως η μέση βαθμίδα, παρείχε τη δυνατότητα ένταξής τους στις δημόσιες υπηρεσίες, στο Πανεπιστήμιο ή στα ελεύθερα επαγγέλματα, για τις γυναίκες, όλα τα επαγγέλματα ήταν κλειστά, με μόνη εξαίρεση βέβαια το διδασκαλικό. Και είχε μάλλον διακοσμητικό και συμβολικό χαρακτήρα.
Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα λοιπόν, το ελληνικό κράτος άφησε την εκπαίδευση των θηλέων σχεδόν εξ ολοκλήρου στα χέρια τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Εκείνη εκπονούσε τα ωρολόγια προγράμματα και καθόριζε τα διδασκόμενα μαθήματα. Τα υπόλοιπα ιδιωτικά διδασκαλεία θηλέων ήταν υποχρεωμένα να ακολουθούν το πρόγραμμα των Αρσακείων. Και σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα οι υποψήφιες δασκάλες ή οι κοπέλες που επιθυμούσαν μια μόρφωση ανώτερη από αυτήν του Δημοτικού μορφώνονται αποκλειστικά στα «ανώτερα» παρθεναγωγεία της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας ή τα αντίστοιχα ιδιωτικά παρθεναγωγεία.
Από το 1848 όμως θεσμοθετείται διάκριση ανάμεσα στα Παρθεναγωγεία και τα Διδασκαλεία. Καθιερώνεται να απονέμονται στις απόφοιτες τεσσάρων μόνο εκ των Αρσακείων επίσημα κρατικά διπλώματα κατόπιν εξετάσεων ενώπιον κρατικής επιτροπής. Οι απόφοιτες των Σχολείων τής ΦΕ είναι οι διδασκάλισσες, που δίδαξαν σχεδόν σε όλα τα σχολεία της Ελλάδας, αλλά και τού Ελληνισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στις ελληνικές κοινότητες τού εξωτερικού.
Πέραν όμως της διδακτικής τους υπόστασης τα παρθεναγωγεία, εκτός από σχολεία, αποτελούσαν χώρους κοινωνικής κινητικότητας. Σαν συνέπεια του προγράμματος σπουδών σε αυτά εμφανίζεται η υιοθέτηση δυτικών προτύπων συμπεριφοράς. Οι γυναίκες υποδύονται νέους ρόλους, ντύνονται ευρωπαϊκά, φέρονται σύμφωνα με το savoir vivre, διδάσκονται ξένες γλώσσες και πιάνο, χορεύουν δυτικούς χορούς και ασχολούνται με πολυτελή εργόχειρα. Αλλά όχι μόνο αυτά. Οι γυναίκες αρχίζουν να σκέφτονται, αμφισβητούν, να εκφράζονται και να διεκδικούν.
Αυτές οι αλλαγές σχολιάζονται έντονα και να δημιουργούν προβληματισμούς γύρω από τον εκσυγχρονισμό και θέση των γυναικών και προκαλούν και έντονες αντιδράσεις. Σε κείμενα της εποχής διαβάζουμε την επιχειρηματολογία των πολέμιων των αλλαγών. Κατακρίνονται η «μίμησις» δυτικών προτύπων στο όνομα των γνήσιων ελληνικών ηθών, η χαλάρωση των δεσμών της οικογένειας και του θρησκευτικού αισθήματος, ακόμη και η έμφαση στη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών, που (με εξαίρεση τις υποψήφιες δασκάλες) δεν μοιάζουν να έχουν κάποια χρησιμότητα για τις γυναίκες. Σχολιάζονται υποτιμητικά ακόμη περισσότερο τα κορίτσια από τις οικονομικά χαμηλότερες τάξεις, ότι σπουδάζουν, όχι για την επαγγελματική τους αποκατάσταση, αλλά μόνο και μόνο για να μπορέσουν να ανεβούν σε κοινωνική τάξη μέσω ενός «καλού» γάμου.
Μάλιστα αυτή η εικόνα των γυναικών προβάλλεται ακόμη και από οπαδούς του εκσυγχρονισμού.
Εκφραστής μιας ακραίας κινδυνολογίας, ο Νικόλαος Σαρίπολος, γνωστός συνταγματολόγος, ευαίσθητος κατά τα άλλα στη δυτική σκέψη, δηλώνει ρητά: «Αι χειρότεραι σύζυγοι και μητέρες γίνονται εκείναι, όσαι εν τοις παρθεναγωγείοις εξετράφησαν». Στον αντίποδα μεγάλες μορφές της εποχής, όπως ο Δ. Αινιάν, ο Αλ. Ραγκαβής , ο Ν. Δραγούμης, τοποθετούνται υπέρ της γυναικείας εκπαίδευσης και αυτών των αλλαγών.
Σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον αντιπαραθέσεων φουντώνει ένα κύμα αλλαγών, που στοχεύει στη διαμόρφωση μιας νέας θέσης για την γυναίκα, μιας γυναίκας που, πλησιάζοντας τα εξελιγμένα δυτικά πρότυπα, αποκτά τη διάσταση της κοινωνικής προσφοράς και μπορεί να είναι ανεξάρτητη.
Σε αυτή τη διαμάχη πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν οι πρωτοπόροι σπουδάστριες και δασκάλες των Παρθεναγωγείων. Αναμεσά τους η Σαπφώ Λεοντιάς, η οποία ίδρυσε και διηύθυνε δώδεκα παρθεναγωγεία του Ελληνισμού , η πρώτη φεμινίστρια Αρσακειάδα Καλλιρόη Σιγανού Παρρέν, η Σεβαστή Καλλισπέρη, απόφοιτος της Σχολής Χιλλ. Αρσακειάδες ήταν και οι πρώτες επιστήμονες : η πρώτη φοιτήτρια στο τμήμα Μαθηματικών Φλωρεντία Φουντουκλή, η πρώτη Ελληνίδα φαρμακοποιός Πολύμνια Παναγιωτίδου, η πρώτη γυναίκα ακαδημαϊκός Γαλάτεια Σαράντη και πλήθος άλλων. Αλλά και πολλές νέες κοπέλες, που προερχόντουσαν από φτωχές οικογένειες ή από την επαρχία, χωρίς τα Παρθεναγωγεία, που τους προσέφεραν και επαγγελματική αποκατάσταση, θα ήταν καταδικασμένες να συνεχίσουν την μίζερη ζωή, για την οποία τις προόριζαν οι συνθήκες της εποχής. Τα Παρθεναγωγεία και τα Διδασκαλία αποτέλεσαν κύτταρα για την εκπαίδευση των γυναικών, τους έμαθαν γράμματα, έδωσαν την δυνατότητα σε πολλές κοπέλες να αντιληφθούν την αξία τους και τις εξόπλισαν με δυναμισμό για να παλέψουν να φέρουν την πρόοδο για τις γυναίκες.
Είναι λοιπόν άδικο, όταν αναφερόμαστε στα Παρθεναγωγεία, να στεκόμαστε στην λανθασμένη εικόνα των δεσποινίδων της καλής κοινωνίας ή στην Χριστιανική παιδεία που όπως άλλωστε γινόταν σε όλο τον κόσμο τον 19ο αιώνα, έπαιρναν σε αυτά. Τα Παρθεναγωγεία πρέπει να κριθούν με βάση τα δεδομένα της εποχής τους, να τους αναγνωρίζεται ότι υπήρξαν πυλώνας της γυναικείας εκπαίδευσης, ότι συνέβαλαν στο ξεκίνημα της γυναικείας χειραφέτησης στην Ελλάδα και για αυτό το λόγο, τους αξίζει να μνημονεύονται σήμερα, την Ημέρα της Γυναίκας.
Κείμενο: Τάσα Κόρου
