Η παράσταση «Φυγόδικος δεν ήμουν», βασισμένη στο ομώνυμο έργο της συγγραφέα Ισμήνης Καρυωτάκη, ανεβαίνει από το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων, φέρνοντας στη σκηνή μια ιστορία όπου ο έρωτας, η μνήμη και η Ιστορία συναντώνται σε ένα βαθιά πολιτικό και υπαρξιακό αφήγημα.

Το έργο κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας και εξερευνά τις συγκρούσεις που διαπερνούν τόσο την κοινωνία όσο και την ανθρώπινη ψυχή. Στον πυρήνα της ιστορίας βρίσκονται τρεις χαρακτήρες – ο Σπήλιος, η Εριφύλη και η Φλώρα – των οποίων οι ζωές διασταυρώνονται μέσα σε ένα φορτισμένο ιστορικό περιβάλλον, όπου η μνήμη του εμφυλίου και η σκιά της δικτατορίας καθορίζουν τις επιλογές και τις συγκρούσεις τους.

Η αφήγηση εκτυλίσσεται σε μεγάλο βαθμό στην Ήπειρο και στα Ιωάννινα, με τον τόπο να λειτουργεί όχι απλώς ως σκηνικό, αλλά ως ζωντανό στοιχείο της ιστορίας. Το πέτρινο σπίτι όπου φιλοξενούνται οι ήρωες γίνεται ένας σιωπηλός μάρτυρας γεγονότων και εποχών, κουβαλώντας πάνω του τα ίχνη της Ιστορίας και της προσωπικής μνήμης. Μέσα από τις συνομιλίες των προσώπων, η μυθιστορία διατρέχει τον εμφύλιο πόλεμο, τη μετεμφυλιακή περίοδο και τα χρόνια της δικτατορίας, συνδέοντας τα προσωπικά βιώματα με τα συλλογικά τραύματα της χώρας.

Παράλληλα, το έργο θέτει ένα κεντρικό ερώτημα που διατρέχει όλη την αφήγηση: πόσο αναγκαία είναι η σύγκρουση με το «ξένο», το διαφορετικό και το ανοίκειο; Είναι αυτή η σύγκρουση ένας δρόμος προς τη συμφιλίωση ή μια διαρκής πηγή αντιπαράθεσης; Μέσα από τους χαρακτήρες και τις επιλογές τους, το «Φυγόδικος δεν ήμουν» φωτίζει τις αντιφάσεις που διαμορφώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά και τις «εμφύλιες» συγκρούσεις που κουβαλά κάθε άνθρωπος μέσα του.

Η μεταφορά του έργου στο θέατρο αποτελεί για τη συγγραφέα μια ιδιαίτερη εμπειρία, καθώς το λογοτεχνικό κείμενο αποκτά μια νέα ζωή μέσα από τη σκηνική πράξη και την ερμηνεία των συντελεστών της παράστασης.

Με αφορμή την παράσταση που παρουσιάζεται στα Ιωάννινα, η συγγραφέας μιλά στο epirusgate για τη γέννηση του έργου, τους χαρακτήρες του, τον ρόλο της Ηπείρου στη δραματουργία της ιστορίας και τα ερωτήματα που θα ήθελε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από το θέατρο.

Τι ήταν αυτό που σας ώθησε αρχικά να γράψετε το «Φυγόδικος δεν ήμουν»; Υπήρξε κάποια προσωπική αφορμή ή εικόνα που λειτούργησε ως αφετηρία;

Ένα γράμμα ήταν το έναυσμα. Το γράμμα ήταν γραμμένο στον κήπο του σπιτιού όπου είχα καταλύσει – συγκεκριμένα σε μια πόλη της Ηπείρου όπου περνούσα τα καλοκαίρια μου ως παιδί – και απευθυνόταν στον τότε έφηβο γιο μου. Διαβάζοντάς το «ταξίδεψα». Με κατέκλυσαν συναισθήματα, ενεργοποιήθηκε η μνήμη μου, με συνέδεσε με τον κήπο, με τα δωμάτια, με τα πρόσωπα, με τη γεωγραφία του τόπου των παιδικών αλλά και των νεανικών χρόνων, μέχρι τη σημερινή στιγμή. Η μνήμη είναι αμείλικτη· επιλέγει τους δικούς της ατραπούς και σε παρασύρει άμεσα στο αντικείμενο του πόθου της.

Στο έργο επανέρχεται το ερώτημα της σύγκρουσης με το «ξένο» και το ανοίκειο. Γιατί πιστεύετε ότι αυτή η σύγκρουση είναι τόσο καθοριστική για τον άνθρωπο;

Το «Φυγόδικος δεν ήμουν» επιχειρεί να διατυπώσει ένα διαχρονικό – ίσως ρηξικέλευθο – ερώτημα, που παραμένει κατά κάποιον τρόπο αναπάντητο: σε ποιο βαθμό είναι αναγκαία η δοκιμασία της σύγκρουσης με το «ξένο»; Σε ποιο βαθμό είναι απαραίτητη η εμπειρία της αναμέτρησης με την αντίπερα όχθη, διακινδυνεύοντας μάλιστα την όποια άγνωστη κατάληξή της; Είτε ως επισφράγισμα της συμφιλίωσης με το «ξένο», είτε ως πέρασμα από το οικείο στο ανοίκειο, είτε ακόμη ως διαρκής εμμονή στην αντιπαλότητα με το «διαφορετικό». Εντέλει το «Φυγόδικος δεν ήμουν» καθρεφτίζει αυτή ακριβώς την οδυνηρή αναζήτηση ενός τρόπου για να λυθούν – ή και να μην λυθούν ποτέ – οι αντιφάσεις και οι κάθε λογής εμφύλιοι που μας ταλανίζουν. Ή οι «εμφίλιοι» – με φι και γιώτα – όπως ο Σπήλιος επιλέγει να διατυπώσει την αντιπαράθεσή του με την Εριφύλη.

Η ιστορία εκτυλίσσεται σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους της σύγχρονης Ελλάδας. Πώς επηρεάζει το ιστορικό πλαίσιο τη διαμόρφωση των χαρακτήρων σας;

Το πέτρινο σπίτι όπου φιλοξενούνται ο Σπήλιος και η Εριφύλη είναι ένας διαχρονικός «μαρτυράς» των γεγονότων κάθε εποχής. Είναι ένας μυθιστορηματικός «ήρωας»: οι τοίχοι του, τα παράθυρά του, τα έπιπλά του και οι χώροι του έχουν να διηγηθούν – και διηγούνται – ιστορικές στιγμές τόσο από την περίοδο του εμφυλίου όσο και από τα μετεμφυλιακά χρόνια, αλλά και από τη χρονική στιγμή όπου διαδραματίζεται η ιστορία μας: τον Αύγουστο του 1972, στο αποκορύφωμα δηλαδή της δικτατορίας. Οι συνομιλίες ανάμεσα στους βασικούς ήρωες – τον Σπήλιο, την Εριφύλη και τη Φλώρα, αλλά και τον Σόφη και τον Τσακαλό – τόσο στο πέτρινο σπίτι όσο και στο σπίτι του Σόφη στην Οξιά του Βίκου, διατρέχουν αυτές τις ιστορικές περιόδους και τη μεταξύ τους σχέση.

Οι τρεις βασικοί ήρωες – ο Σπήλιος, η Εριφύλη και η Φλώρα – βρίσκονται διαρκώς σε μια λεπτή ισορροπία μεταξύ σύγκρουσης και συμφιλίωσης. Τι αντιπροσωπεύει ο καθένας τους για εσάς;

Οι συμπεριφορές και οι σχέσεις των τριών βασικών ηρώων δοκιμάζονται σε σημείο ρήξης, επηρεασμένες κυρίως από τα ιστορικά γεγονότα που έχει βιώσει ο καθένας τους. Ο Σπήλιος είναι κρατούμενος κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και βρίσκεται προσωρινά εκτός φυλακής για λόγους υγείας. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ερωτεύεται την Εριφύλη. Ως φιλοξενούμενος στο αρχοντικό συγγενών της, με εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές ιδέες, φτάνει στο σημείο να συγκρουστεί με τον εαυτό του, ενώ βρίσκεται σε διαρκή πάλη με το ερωτευμένο «εγώ» του. Η Εριφύλη, επιστήμονας που δεν έχει βιώσει άμεσα την πολιτική βία της δικτατορίας, γοητεύεται από τον Σπήλιο και επιλέγει να τον ακολουθήσει, παρά τις συμβουλές της Φλώρας. Η Φλώρα, από την άλλη, έχει ζήσει τον εμφύλιο και έχει φροντίσει τραυματίες ως νοσηλεύτρια. Τα βιώματα και οι ιδεολογικές αγκυλώσεις του περιβάλλοντός της την παγιδεύουν συχνά στη σιωπή, όμως η αγάπη της για την Εριφύλη την οδηγεί τελικά να αναθεωρήσει.

Το έργο τοποθετείται σε μεγάλο βαθμό στην Ήπειρο και στα Ιωάννινα. Τι ρόλο παίζει ο τόπος στη δραματουργία της ιστορίας;

Το «Φυγόδικος δεν ήμουν» είναι η αιτία· τα Γιάννενα είναι ο λόγος. Για όσους αναρωτηθούν γιατί τα Γιάννενα, η απάντηση είναι απλή: είναι η γενέθλια πόλη όχι μόνο η δική μου αλλά και της ηρωίδας μου, της Εριφύλης. Τα Γιάννενα μας επισκέπτονται συχνά κατ’ όναρ. Ακόμη κι αν έχουν αλλάξει πρόσωπο – και αυτά και η μελαγχολία τους – είναι τα δικά μας Γιάννενα: τα στενά σοκάκια, οι χωματόδρομοι, οι πλατείες, οι βόλτες, οι εκδρομές με φορτηγά στις καρότσες, οι βουτιές στα παγωμένα νερά του Αώου. Η γη και ο ουρανός, τα δέντρα και η λίμνη, η Παμβώτιδα, συνυπάρχουν μέσα μου ως στοιχεία ενός ενιαίου κόσμου που με έχει σημαδέψει ανεξίτηλα.

Το «Φυγόδικος δεν ήμουν» μεταφέρεται τώρα για πρώτη φορά στο θέατρο. Πώς βιώνετε αυτή τη μετάβαση από το λογοτεχνικό κείμενο στη σκηνική πράξη;

Ως αναγνώστρια και θεατής έχω εμπειρία από λογοτεχνικά έργα που μεταφέρονται στο θέατρο ή στον κινηματογράφο. Ως συγγραφέας όμως έχω επίσης βιώσει την «μεταφορά» του έργου από αναγνώστη σε αναγνώστη. Κάθε αναγνώστης κάνει το κείμενο δικό του, το μεταφέρει στον προσωπικό του κόσμο. Η ίδια η λέξη «μεταφορά» σε παραπέμπει στο «μετά», σε κάτι άλλο – ανάλογο αλλά και διαφορετικό. Ανυπομονώ λοιπόν για τη ματιά των συντελεστών που με τόση αγάπη κάνουν δικό τους το «Φυγόδικος δεν ήμουν».

Πιστεύετε ότι οι θεατές σήμερα θα αναγνωρίσουν στοιχεία της σύγχρονης πραγματικότητας μέσα στην ιστορία του έργου;

Η ιστορία υπαινίσσεται τη συμφιλίωση ή την απομάκρυνση των ηρώων, αφήνοντας όμως τα βασικά ερωτήματα ανοιχτά μέχρι σήμερα. Ίσως οι θεατές, παρακολουθώντας την παράσταση και βγαίνοντας από το θέατρο, να αναγνωρίσουν στοιχεία της δικής τους πραγματικότητας και να επιχειρήσουν να δώσουν οι ίδιοι απαντήσεις.

Υπάρχει κάποιο ερώτημα ή συναίσθημα που θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση;

Το ερώτημα είναι το ίδιο που διατυπώνεται νωρίτερα: «Σε ποιο βαθμό είναι αναγκαία η δοκιμασία της σύγκρουσης με το ξένο;». Όσο για το συναίσθημα, θα έλεγα πως είναι το πανάρχαιο και διαχρονικό:
«Έρως ανίκατε μάχαν».

Αν έπρεπε να συνοψίσετε το «Φυγόδικος δεν ήμουν» σε μία φράση, ποια θα ήταν αυτή;

«Σώμα με σώμα σμίγουν οι αντίπαλοι, εν αρμονία. Έτσι γεννιέται η ζωή, από έριδα ερωτική» (Αργύρης Χιόνης)

Ή, όπως λέει ο Σπήλιος προς την Εριφύλη τη νύχτα της αναχώρησής του: «Κάποια μέρα, Εριφύλη, θα διηγηθείς στους φίλους σου την ιστορία μας. Θα τους πεις για μια ερωτική νύχτα μέσα στον εμφύλιο – θα το ξεκαθαρίσεις όμως, το φι με γιώτα. Αυτός είναι ο τίτλος της ιστορίας μας για εκείνη τη νύχτα».