Νέα πτώση καταγράφεται στις γεννήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, επιβεβαιώνοντας τη συνεχιζόμενη δημογραφική κάμψη στην Ευρώπη.

Το 2024 γεννήθηκαν στην ΕΕ 3,55 εκατομμύρια παιδιά, αριθμός μειωμένος κατά 3,3% σε σύγκριση με τα 3,67 εκατομμύρια που είχαν καταγραφεί το 2023. Παράλληλα, ο συνολικός δείκτης γονιμότητας υποχώρησε στο 1,34 παιδί ανά γυναίκα, από 1,38 ένα χρόνο νωρίτερα, φτάνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2001.

Οι χώρες με τα υψηλότερα και χαμηλότερα ποσοστά

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η Βουλγαρία κατέγραψε το 2024 τον υψηλότερο δείκτη γονιμότητας στην ΕΕ με 1,72 γεννήσεις ανά γυναίκα.

Ακολουθούν η Γαλλία με 1,61 και η Σλοβενία με 1,52. Στον αντίποδα, η Μάλτα κατέγραψε το χαμηλότερο ποσοστό με 1,01, ενώ χαμηλά βρίσκονται επίσης η Ισπανία με 1,10 και η Λιθουανία με 1,11.

Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η πτώση της γονιμότητας αποτελεί πλέον μια σταθερή τάση που επηρεάζει το μεγαλύτερο μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η εικόνα της Ελλάδας

Η Ελλάδα παραμένει στη ζώνη των μειωμένων γεννήσεων. Το 2024 ο δείκτης γονιμότητας διαμορφώθηκε στο 1,24 παιδί ανά γυναίκα, κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ και κάτω από το όριο του 1,3 που θεωρείται επίπεδο «πολύ χαμηλής γονιμότητας».

Η υποχώρηση αυτή δεν αποτελεί μόνο μέρος της ευρωπαϊκής τάσης, αλλά και μια μακροχρόνια εθνική εξέλιξη, καθώς η γονιμότητα στην Ελλάδα είχε ήδη μειωθεί σημαντικά από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 και δεν έχει ανακάμψει πάνω από το επίπεδο του 1,30.

 

Δημογραφική πίεση και ασφαλιστικό σύστημα

Η μείωση των γεννήσεων και η γήρανση του πληθυσμού συνδέονται άμεσα με τη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών συστημάτων. Η δημογραφική μεταβολή δεν αποτελεί μόνο κοινωνικό φαινόμενο, αλλά παράγοντα που επηρεάζει τη μακροπρόθεσμη αντοχή του ασφαλιστικού.

Σε αυτό το πλαίσιο, μελέτη του Ινστιτούτου Δημοσιονομικών και Οικονομικών Μελετών (ΙΔΟΜ) της Μιράντας Ξαφά και του Γιώργου Μήτρου επισημαίνει ότι το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα έχει φτάσει σε σημείο όπου οι περιορισμένες διορθώσεις δεν επαρκούν.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η βιωσιμότητα του συστήματος δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στο κρατικό διανεμητικό μοντέλο, προτείνοντας την ενίσχυση κεφαλαιοποιητικών πυλώνων ώστε να υπάρχει καλύτερη σύνδεση μεταξύ εισφορών και παροχών.

Παράλληλα, επισημαίνεται η σημασία της χρηματοοικονομικής εκπαίδευσης των πολιτών, καθώς και η σύνδεση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού με την απασχόληση και τη σύνθεση του εργατικού δυναμικού.

Τέλος, προτείνεται ενιαία εποπτεία του συνταξιοδοτικού συστήματος, με στόχο τη βελτίωση της διαφάνειας και τη μείωση των ασυνεχειών που παρατηρούνται στο σημερινό μοντέλο.

ΠΗΓΗ: ygeiamou.gr