Στην ενοχοποίηση μιας κοινής παρουσίας σε δημόσια εκδήλωση του Διοικητή του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων Σπύρου Δερδεμέζη και του Διευθυντή της Ογκολογικής Κλινικής Στέργιου Β. Μπούσιου του ίδιου νοσηλευτικού ιδρύματος, εν μέσω της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργεί ο πρώτος σε βάρος του δεύτερου, προβαίνει με νέα ανακοίνωσή της η Ένωση Ιατρών Νοσοκομείων Ηπείρου (ΕΙΝΗ), επαναφέροντας στο προσκήνιο το ζήτημα που απασχολεί τις τελευταίες εβδομάδες τη δημόσια συζήτηση γύρω από το ΠΓΝΙ.

Στο επίκεντρο της νέας ανακοίνωσης της ΕΙΝΗ, βρίσκεται η συμμετοχή του Διοικητή και του Διευθυντή της Ογκολογικής Κλινικής στο 8ο Ελληνικό Συνέδριο Ογκολογίας, στις 6 Μαΐου 2026, σε κοινό στρογγυλό τραπέζι για το μέλλον της ογκολογίας στα ελληνικά νοσοκομεία. Η ΕΙΝΗ θεωρεί ότι η συγκεκριμένη παρουσία, εν μέσω εξέλιξης της έρευνας, δημιουργεί σοβαρά ζητήματα αμεροληψίας.

Από τις αρχές του Φεβρουαρίου, όταν ξεκίνησαν να αναδεικνύονται τα προβλήματα λειτουργίας της Ογκολογικής Κλινικής, η ΕΙΝΗ επαναλαμβάνει την αιτίαση ότι είχε διαπιστωθεί «αδράνεια» από την πλευρά του Διοικητή. Όπως σημειώνεται, στην πρώτη συνάντηση όλων των εμπλεκόμενων ιατρών στο γραφείο του, ο ίδιος φέρεται να δήλωσε ότι ο μόνος επιστημονικά υπεύθυνος για τη λειτουργία της Κλινικής είναι ο Διευθυντής της, ανεξαρτήτως των ενστάσεων που είχαν ήδη διατυπωθεί. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι οι συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου στις 23 και 26 Μαρτίου πραγματοποιήθηκαν έπειτα από απαίτηση των μελών του και όχι με πρωτοβουλία της διοίκησης, ενώ –όπως αναφέρεται– μόνο μετά από παρέμβαση της ΕΙΝΗ και σχετικό αίτημα αποφασίστηκε η τρίτη συνεδρίαση, που οδήγησε στη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης.

Η Ένωση υποστηρίζει ότι, παρά τις επανειλημμένες επιστολές των ιατρών και τη στήριξη μελών του Δ.Σ., δεν έχει υπάρξει ουσιαστική παρέμβαση για την αποκατάσταση του εργασιακού κλίματος στην Κλινική. Θέτει μάλιστα ερωτήματα σχετικά με τη διακίνηση ιατρικών πληροφοριών μέσω εφαρμογών επικοινωνίας προς πρόσωπο που –όπως αναφέρει– δεν είναι υπάλληλος του νοσοκομείου, χωρίς να υπάρχει σαφής τεκμηρίωση της σχέσης του με την Κλινική.

Όπως επισημαίνεται, η συμμετοχή των δύο σε κοινή επιστημονική εκδήλωση «δεν συνιστά απλή συνεύρεση», αλλά ενδέχεται να υποδηλώνει σχέση που επηρεάζει την αντικειμενικότητα της διαδικασίας. Υπενθυμίζεται δε ότι, σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, τα αρμόδια όργανα οφείλουν να διασφαλίζουν συνθήκες αμερόληπτης κρίσης.

Η ΕΙΝΗ εκφράζει την εκτίμηση ότι η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις αμφιβολίες για την αξιοπιστία της προκαταρκτικής εξέτασης, ενώ συνδέει την υπόθεση με ευρύτερες εξελίξεις στην Κλινική, όπως μετακινήσεις προσωπικού και εντάσεις μεταξύ ιατρών.

Καταλήγοντας, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η υπόθεση να οδηγηθεί σε περαιτέρω διερεύνηση σε εισαγγελικό επίπεδο, καλώντας για επίσπευση των διαδικασιών.