Καταγγελία για την καταστροφή του μοναδικού βιότοπου στο Πανεπιστημιακό Δάσος Ιωαννίνων από το πρόγραμμα καθαρισμό του AntiNERO διατυπώνουν περιβαλλοντικοί φορείς της περιοχής μεταφέροντας τις αντιδράσεις για τις ενέργειες οι οποίες – σύμφωνα με την Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση “Τα Ψηλά Βουνά” και περιβαλλοντικούς φορείς – οδηγούν στην καταστροφή του μοναδικού βιότοπου διεθνούς οικολογικής αξίας.
Όπως επισημαίνεται σε σχετική ανακοίνωση, οι εκτεταμένοι «καθαρισμοί» στο πλαίσιο του προγράμματος AntiNERO και η αποψιλωτική κοπή της βλάστησης του υπορόφου του Πανεπιστημιακού δάσους, ανεξαρτήτως ειδών, είχαν ως αποτέλεσμα την αλλοίωση της οικολογικής ισορροπίας και την απώλεια πολύτιμων οικοσυστημικών λειτουργιών.
Το Πανεπιστημιακό Δάσος Ιωαννίνων αποτελεί καταγεγραμμένο βιότοπο για πλήθος σπάνιων μακρομυκήτων, όπως τα Campylomyces heimii, Leucoagaricus ionidicolor, Urnula mediterranea, αλλά και τον σημαντικότερο γνωστό βιότοπο του νέου για την επιστήμη είδους τρούφας Tuber pulchrosporum, το οποίο περιγράφηκε επιστημονικά με ολότυπο που προέρχεται από το συγκεκριμένο δάσος.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, η βλάστηση του υπορόφου, η φυσική αναγέννηση των δέντρων και τα είδη όπως ο ρούσκος, ο κισσός και η κληματίδα αποτελούν κρίσιμα στοιχεία της οικολογικής ισορροπίας, συμβάλλοντας στη διατήρηση υγρασίας και στη μείωση της ευφλεκτότητας. Το δάσος λειτουργεί, έτσι, ως φυσικός επιβραδυντής πυρκαγιών, σε αντίθεση με τις ξηρόφιλες πευκοφυτείες της γύρω περιοχής.
Το φυλλόστρωμα και το επιφανειακό έδαφος φιλοξενούν πλούσια βιοκοινότητα μικροοργανισμών, εντόμων και μακρομυκήτων που εξασφαλίζουν την ανακύκλωση των θρεπτικών στοιχείων και τη δέσμευση άνθρακα. Όπως τονίζουν οι επιστήμονες, η αποψίλωση του υπορόφου αποσυνδέει αυτές τις λειτουργίες, οδηγώντας σε μακροπρόθεσμη υποβάθμιση της γονιμότητας του εδάφους και της βιοποικιλότητας.
Ήδη από τον Απρίλιο, οι επιστήμονες είχαν ενημερώσει την Πρυτανεία του Πανεπιστημίου για τη μοναδική οικολογική και επιστημονική αξία του Πανεπιστημιακού δάσους, ζητώντας συνάντηση και προτείνοντας τη μετατροπή του σε χώρο περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και έρευνας. Παρά τις επαφές με τον αρμόδιο Αντιπρύτανη, οι εργασίες προχώρησαν κανονικά, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι επιστημονικές επισημάνσεις.
Οι παρεμβάσεις καθαρισμών του AntiNERO πραγματοποιήθηκαν με βαρύ μηχανικό εξοπλισμό, οδηγώντας στην πλήρη απομάκρυνση της βλάστησης και στην καταστροφή του οικοσυστήματος όπου ζούσε η πλειονότητα των οργανισμών του πανεπιστημιακού δάσους. Αντίθετα, το πιο επικίνδυνο τμήμα του λόφου, με μεγάλη συσσώρευση ξερής βιομάζας και υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς, παραμένει ανέπαφο.

Το πρόγραμμα AntiNERO έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο ερώτησης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (E-002676/2024) και σχετικής αναφοράς που έγινε αποδεκτή και παραπέμφθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προκειμένου να διεξαχθεί προκαταρκτική έρευνα για τους όρους εφαρμογής του και την έλλειψη οικολογικών κριτηρίων.
Η Κοιν.Σ.Επ. «Τα Ψηλά Βουνά» ζητά άμεση παύση των εργασιών, τη σύσταση κοινής επιστημονικής επιτροπής με συμμετοχή του Πανεπιστημίου, ανεξάρτητων ειδικών και περιβαλλοντικών οργανώσεων, καθώς και αναθεώρηση του σχεδίου καθαρισμού με προσανατολισμό στην προστασία, την έρευνα και την περιβαλλοντική εκπαίδευση.
Το κείμενο συνυπογράφουν οι Σύλλογος Μανιταρόφιλων Ελλάδας, Εταιρία Προστασίας Πρεσπών, Σύλλογος Μανιταρόφιλων Ηπείρου, Σχολείο της Γης, Habibi Works, Boulouki καθώς και οι επιστήμονες Ηλίας Πολέμης, Γεωπόνος – Μυκητολόγος, Μεταδιδακτορικός Ερευνητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, συντελεστής στην περιγραφή του είδους Tuber pulchrosporum και Σάββας Χριστοδούλου, Υποψήφιος Διδάκτορας στο ΓΠΑ, με ειδίκευση στη βιοποικιλότητα και ταξινομική ανάλυση του γένους Agaricus.

