Του Νίκου Κοτζιά

Έγραψα την προηγούμενη εβδομάδα ότι η κυβέρνηση στηρίζει την πολιτική της επιβίωση στο τρίπτυχο: «Μονόδρομος. Αποδοχή του με τα χέρια κάτω. Έξοδος από την κρίση». Αυτό το τρίπτυχο το συμπληρώνει με έναν δυισμό διγλωσσίας. Σύμφωνα με αυτόν, αφενός, η κυβέρνηση αναγκάζεται να λάβει μέτρα που την κάνουν δυστυχισμένη, αλλά απαραίτητα, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κρίση, ενώ, αφετέρου, τα μέτρα αυτά «ήταν έτσι και αλλιώς αναγκαία» προκειμένου «να σπάσουν φράγματα» δεκαετιών και να τεθεί η χώρα σε πορεία ανάπτυξης. Φροντίζει δε, να μην ξεκαθαρίζει, πλην του ανοίγματος των κλειστών επαγγελμάτων, ποια ακριβώς θέση έχει σε αυτά τα πλαίσια το ένα ή άλλο μέτρο. Το ερώτημα που θα απαντήσω είναι τι αληθεύει. Πρόκειται για μέτρα που αναγκαστικά (ακόμα και χωρίς να το θέλει) εφαρμόζει η κυβέρνηση ή για μέτρα που έτσι και αλλιώς επιθυμούσε;Η κυβέρνηση αυτή τη διγλωσσία την χρησιμοποιεί ανάλογα και σε ποιόν απευθύνεται. Όταν ομιλεί προς τους οπαδούς του νεοφιλελευθερισμού, τους λάτρεις των ισχυρών της αγοράς και εκείνων των συμφερόντων που εξυπηρετούνται από αυτή την πολιτική, εμφανίζεται ως ένας μεγάλος μεταρρυθμιστής, ο οποίος κάνει αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα εδώ και δεκαετίες.Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί σε αυτή την περίπτωση έχουν πολλές φορές πραγματική βάση. Επί παραδείγματι, όταν κάνει λόγο για δυσλειτουργίες του κράτους δεν έχει πάντα άδικο. Μόνο που περιορίζει αυτές τις δυσλειτουργίες στον τρόπο δουλειάς πολλών δημοσίων υπαλλήλων καθώς και στη διαφθορά που υπάρχει στο δημόσιο. Αποσιωπά το γεγονός ότι ο μεγάλος διαφθορέας του δημοσίου είναι μεγάλα άνομα συμφέροντα και όχι ο μεροκαματιάρης που καταφεύγει στην «πληρωμή» για τις υπηρεσίες ενός χαμηλόβαθμου γραφειοκράτη. Υποστηρίζω, δηλαδή, ότι η κυβέρνηση ξεχνά ότι τα αγκάθια και ακόμα περισσότερο τα παρασιτικά φυτά, εμφανίζονται όταν η σήψη έχει αγκαλιάσει ένα οικοδόμημα.Με τις επιθέσεις, όμως, στο δημόσιο στο όνομα υπαρκτών προβλημάτων η κυβέρνηση δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Απλά διευκολύνει την εκποίηση δημόσιου πλούτου. Αποκρύβει τη λεηλασία του από τα μεγάλα συμφέροντα (αλήθεια πώς μεθοδεύτηκε η πρόσφατη μετακίνηση μετοχών από τα δημόσια διυλιστήρια σε ιδιώτη;). Επιπλέον, το μόνο που έχει καταφέρει είναι η πλήρη παράλυση του δημόσιου τομέα. Η κυβέρνηση, λέει στους κερδισμένους από την κρίση: «ιδού αδέλφια η ευκαιρία να γίνουν όλα αυτά που δεν επέτρεπαν οι κοινωνικοί αγώνες τόσα χρόνια. Να τη η ευκαιρία. Εμείς ως κυβέρνηση θα επικαλεστούμε πραγματικά προβλήματα και ταυτόχρονα θα κάνουμε όλα όσα ονειρευόσασταν επί Μητσοτάκη, αλλά και περιμένατε από τους ακραίους δήθεν εκσυγχρονιστές».Την «δεύτερη γλώσσα» την χρησιμοποιεί η κυβέρνηση όταν απευθύνεται σε αυτούς που πληρώνουν τις επιλογές της και έρχονται αντιμέτωποι με τις πρακτικές της. Που τους οδηγεί στην κατάθλιψη, στην υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, στη μείωση εισοδήματος. Σε αυτούς η κυβέρνηση λέει διαφορετικά λόγια. Παριστάνει την θλιμμένη χήρα. Του πόσο στεναχωρημένη είναι που αναγκάζεται και λαμβάνει τα «αναγκαία» μέτρα. Ότι αυτά δεν τα θέλει. Δεν τα επιθυμεί. Αλλά είναι αναγκασμένη να τα πράξει. Τίποτα, τάχα, δεν γίνεται «επ’ ευκαιρίας», όλα γίνονται από ανάγκη. Η κυβέρνηση φαίνεται να πιστεύει ότι οι Έλληνες έχουν ανάγκη λιτότητας, μιζέριας, κατάθλιψης.Όταν η κυβέρνηση λαμβάνει μέτρα υπέρ των αεριτζήδων, όταν αφήνει άθικτα τα καρτέλ, όταν στηρίζει τους τραπεζίτες (συχνά ούτε καν τις τράπεζες), όταν υποκλίνεται στην παραοικονομία τους λέει ότι το κάνει για εκείνους, ως ευκαιρία. Όταν η κυβέρνηση αφαιρεί πλούτο, εισόδημα, δικαιώματα από τους εργαζόμενους τους λέει ότι το κάνει για την Ελλάδα. Στους πλούσιους και ισχυρούς λέει ότι το κάνει για εκείνους, ως επιλογή. Στους αδύναμους λέει ότι το κάνει από ανάγκη, για την Ελλάδα. Δηλαδή, ο δίγλωσσος δυισμός, είναι η σύνθεση δύο διαφορετικών γλωσσών που απευθύνονται σε δύο διαφορετικούς κόσμους συμφερόντων και αναγκών.

Κοινοποίηση

Κοινοποιείστε στους φίλους σας!