Του Θανάση Μανταλόβα, πρώην Αντιδημάρχου Δήμου Ιωαννιτών

Τις προηγούμενες ημέρες, η συζήτηση στο Φορέα Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων
(ΦΟΔΣΑ) Ηπείρου, για τη λειτουργία των Σταθμών Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων
(ΣΜΑ), κατέληξε -πέρα από τη λήψη των όποιων αποφάσεων- στην επανάληψη ενός
ακόμη επεισοδίου με έντονες διαφωνίες και αντεγκλήσεις μεταξύ των
αυτοδιοικητικών της Ηπείρου.
Δεν είναι η πρώτη φορά και προφανώς δεν θα είναι ούτε η τελευταία. Υποδηλώνει όχι
μόνο την έλλειψη συναίνεσης λόγω πολιτικών ή προσωπικών διαφορών, αλλά κυρίως
την απουσία βιώσιμων λύσεων και στρατηγικών για τη βέλτιστη διαχείριση των
απορριμμάτων και την… αποτελεσματική αξιοποίηση των υποδομών που έχουν
υλοποιηθεί έως τώρα στην Ήπειρο.
Βιώσιμες όμως είναι οι λύσεις που υπηρετούν την αρχή του μικρότερου
οικονομικού κόστους και του μέγιστου περιβαλλοντικού οφέλους, ενώ
προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός ισχυρού επιχειρησιακού μηχανισμού που
επεξεργάζεται προτάσεις και υλοποιεί τις όποιες πολιτικές επιλογές και
αποφάσεις. 
Πολύ περισσότερο σήμερα, που το νέο Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης
Αποβλήτων (ΕΣΔΑ), περιλαμβάνει σημαντικά φιλόδοξους στόχους όσον αφορά τη
διαχείριση των αστικών αποβλήτων.
Κατά πόσο όμως το πλαίσιο αποφάσεων και διαχείρισης που προωθείται στην
Ήπειρο από τους εκπροσώπους της α΄θμιας αυτοδιοίκησης, υπηρετεί τους
προαναφερθέντες στόχους;
Στο δημόσιο διάλογο που έχει ανοίξει καταθέτω τις απόψεις μου, με μοναδικό
γνώμονα τη βελτιστοποίηση του πλαισίου διαχείρισης και των αποφάσεων που
καλείται να λάβει η α΄θμια αυτοδιοίκηση.
 
i) Ο Φορέας Διαχείρισης. 
Δυστυχώς με ευθύνη του κεντρικού κράτους -σε ένα βαθμό και των αυτοδιοικητικών-
δεν κατέστη δυνατόν έως τώρα, να συγκροτηθεί ένας υποτυπώδης, έστω,
περιφερειακός διοικητικός και επιχειρησιακός μηχανισμός που θα αναλάμβανε τη
διαχείριση των απορριμμάτων με αποτελεσματικότητα και  ανταποδοτικότητα προς
τους πολίτες. 
Το δίκτυο όμως των ΧΥΤΥ, του εργοστασίου επεξεργασίας των απορριμμάτων, των
σταθμών μεταφόρτωσης που ολοκληρώθηκαν από την Περιφέρεια Ηπείρου,
αποτελούν ένα σημαντικό δίκτυο περιφερειακών υποδομών που καλούνται να
λειτουργήσουν οι σημερινοί εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Στη νέα προσπάθεια που αναλαμβάνει ο νέος περιφερειακός Φορέας (ΦΟΔΣΑ)
απαιτείται πολιτική ωριμότητα και αυτοδιοικητική σύμπνοια, κυρίως όμως υιοθέτηση
της περιφερειακής αντίληψης.
 
Αντιλήψεις ή απόψεις αυτοδιοικητικών που επιχειρούν να μας επιστρέψουν στην
πρώιμη περίοδο του αυτοδιοικητικού -και όχι μόνο- λαϊκισμού, προτάσσοντας
δήθεν τα «συμφέροντα» των δημοτών τους, υποδηλώνουν άγνοια του μεγέθους
του εγχειρήματος, αλλά και της προσπάθειας που απαιτείται να καταβληθεί από
το σύνολο της αυτοδιοίκησης σε όλη την Ήπειρο.
  
Όχι γιατί είναι απορριπτέα ή πολιτικά εσφαλμένη η προσπάθεια της όποιας δημοτικής
αρχής να υπηρετήσει τα συμφέροντα των δημοτών της, μέσω της οικονομικότερης

διαχείρισης των απορριμμάτων και συνεπώς της μικρότερης επιβολής ανταποδοτικών
τελών προς αυτούς, αλλά απεναντίας, επειδή αυτός ο σκοπός και ο ρόλος -της
αυτοδιοίκησης- υπηρετείται πολύ πιο αποτελεσματικά και πιο αποδοτικά στο πλαίσιο
της λειτουργίας ενός ισχυρού φορέα. 

Η συγκρότηση ενός ακόμη Φορέα, στο επίπεδο Περιφερειακής Ενότητας αυτή τη
φορά, δεν έχει να προσφέρει απολύτως τίποτα. Απεναντίας θα επιδεινώσει το
έλλειμμα πολιτικής και αποτελεσματικής διαχείρισης.
Πολύ περισσότερο, όταν η όποια πρόταση περί εναλλακτικής διαχείρισης, δεν
συνοδεύεται με την κατάθεση μιας τεχνικοοικονομικής μελέτης, ώστε να είναι εφικτή
η σύγκριση του εγχειρήματος ως προς την αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα
του.
ii) Οικονομική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα των «λύσεων».
Με αφορμή τη συζήτηση για το κόστος λειτουργίας των ΣΜΑ, μέσω ανάθεσης τόσο
της λειτουργίας τους, όσο και της μεταφόρτωσης των απορριμμάτων προς τη Μονάδα
Επεξεργασίας και του υπολείμματος προς τους ΧΥΤΥ αναδείχτηκε το πολύ
σημαντικό θέμα του κόστους διαχείρισης των απορριμμάτων στην Ήπειρο.
Το κόστος της διαχείρισης, ο χρόνος, τα κριτήρια ανάθεσης στον ιδιώτη – εργολάβο,
καθώς και η παντελής απουσία πρόβλεψης και της ελάχιστης περιβαλλοντικής
στοχοθεσίας σχετικά:
– με την μείωση του ποσοστού υγειονομικής ταφής (υποχρεωτικός περιορισμός
υπολείμματος),
– την εισαγωγή και την ενίσχυση των ρευμάτων ανακύκλωσης με κυρίαρχη
επιλογή τη διαλογή στην πηγή των οργανικών αποβλήτων (καφέ κάδος) και
την επεξεργασία τους σε τοπικές μονάδες επεξεργασίας βιοαποβλήτων όσον
αφορά τις τρεις (πλην Ιωαννίνων) περιφερειακές ενότητες,
– την πρόληψη δημιουργίας αποβλήτων κλπ
αποτελούν ισχυρά και βάσιμα επιχειρήματα όσων προβάλλουν την ανάγκη
αναζήτησης και εξεύρεσης μιας διαφορετικής λύσης, βιώσιμης οικονομικά και
περιβαλλοντικά, ως προς αυτή που εν τέλει αποφασίστηκε στη τελευταία
συνεδρίαση του ΦΟΔΣΑ. 
Μετά από προσεκτική εξέταση των παραμέτρων και των παραδοχών που αφορούν τις
προτεινόμενες επιλογές διαχείρισης των ΣΜΑ, καταθέτω στο δημόσιο διάλογο, όσο
δύσκολο και αν είναι στο πλαίσιο ενός άρθρου, κάποιες παρατηρήσεις, τις πιο
σημαντικές, που μπορούν να οδηγήσουν στην οικονομικότερη και στην
αποδοτικότερη λειτουργία του πλαισίου διαχείρισης των ΣΜΑ εκ μέρους του
ΦΟΔΣΑ.
Ειδικότερα:
 – οι παραδοχές του όγκου των απορριμμάτων που καταλήγουν στη Μονάδα
επεξεργασίας είναι υπερβολικές και εκτός του πλαισίου αρχών που
υιοθετούνται από το ΕΣΔΑ και το ΠΕΣΔΑ για τα επόμενα χρόνια, ενώ
υπερβαίνουν ακόμη και την αδειοδοτημένη δυναμικότητα (105 χιλ. τον.)
λειτουργίας της ΜΕΑ. 
– η πρόβλεψη της μελέτης για ελάχιστη εγγυημένη ποσότητα (105χιλ τον.)
μεταφόρτωσης σύμμεικτων απορριμμάτων αντιβαίνει κάθε πλαίσιο
περιβαλλοντικού σχεδιασμού. Σε κάθε περίπτωση η σχετική πρόβλεψη δεν
μπορεί να υπερβαίνει τους 80 χιλ. τόνους (ελάχιστη εγγυημένη ποσότητα
ΜΕΑ).
 – η ανάγκη χρησιμοποίησης (μίσθωσης) επιπλέον εξοπλισμού (αυτοκινήτων και
containers) δεν προκύπτει από την αξιολόγηση των στοιχείων και των

δεδομένων της ίδιας της μελέτης και των χιλιομέτρων που αντιστοιχούν ανά
αυτοκίνητο και ανά ημέρα λειτουργίας (193χλμ/ημέρα για 6ημερη λειτουργία
είναι μια απόλυτα αποδεκτή ημερήσια λειτουργία οχήματος μεταφοράς
container)

– ο υπολογισμός του κόστους μισθοδοσίας των οδηγών, του κόστους
συντήρησης των αυτοκινήτων είναι μεθοδολογικά εσφαλμένος και οδηγεί σε
σημαντική προσαύξηση του κόστους
– το σύνολο των ανθρωποωρών απασχόλησης του προσωπικού και των
ειδικοτήτων που προβλέπονται δεν ανταποκρίνονται στις αρχές μιας ευέλικτης
και οικονομικά αποδοτικής διαχείρισης των ΣΜΑ (προβλέπεται ακόμη και η
ημερήσια απασχόληση ζυγιστή!). 
Γιατί κάποιοι σταθμοί μεταφόρτωσης
προβλέπεται να λειτουργούν σε 7ημερη βάρδια, όταν ούτε η ΜΕΑ, ούτε οι
υπηρεσίες καθαριότητας των Δήμων λειτουργούν 7 ημέρες την εβδομάδα;
– τα γενικά κόστη υπηρεσιών διοικητικής κλπ υποστήριξης που προβλέπεται
υπερβαίνουν κάθε παραδεκτό όριο ή ποσοστό επί του π/υ της υπηρεσίας
καθώς ανέρχονται στο 20% αυτής. 
Οι παραπάνω παρατηρήσεις επιτρέπουν -κατά τη γνώμη μου- τη σημαντική ή
και θεαματική βελτίωση του κόστους λειτουργίας των ΣΜΑ και του έργου
μεταφόρτωσης και διάθεσης των απορριμμάτων. Διαφορετικά ούτε οικονομικά,
ούτε περιβαλλοντικά αποτελούν βιώσιμες επιλογές.
 Και ασφαλώς σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αποκλειστεί η εξέταση
εναλλακτικών σεναρίων. Σε ένα από αυτά τα σενάρια, ίσως το πλέον βιώσιμο ο
ΦΟΔΣΑ διαδραματίζει μέσω επαρκούς στελέχωσης, κεντρικό ρόλο στη λειτουργία
των ΣΜΑ, επικουρούμενος από υπηρεσίες ιδιωτών, ή ακόμη και των υπηρεσιών
καθαριότητας των Δήμων –μέσω ευέλικτων προγραμματικών συμβάσεων- όπου
κρίνεται αναγκαίο και πιο αποδοτικό.
Η πολυφορεμένη αξιοποίηση των ιδιωτικών υπηρεσιών, μπορεί να δημιουργεί
κέρδη και δουλειές σε ένα επιχειρηματικό πεδίο που θα διευρύνεται προσεχώς,
δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα μεταφράζεται πάντα σε πιο φθηνές και πιο
ποιοτικές υπηρεσίες, ειδικά αν ληφθεί υπόψη η προσαύξηση του κόστους αυτών των
υπηρεσιών κατά 24%, καθώς ο ΦΠΑ για τους δήμους αποτελεί πραγματικό κόστος.
Σημειώνεται ότι το σύνολο των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού των ΣΜΑ,
χρηματοδοτήθηκαν με 10 εκατ. € από πόρους του ΕΣΠΑ. 
iii) Ο καθένας μόνος του ή δίκαιο περιφερειακό ανταποδοτικό τέλος;
Τέλος στο δημόσιο διάλογο, όσον αφορά πάντα τη διαχείριση των απορριμμάτων
τίθεται το θέμα του επιμερισμού, μεταξύ των Δήμων, του κόστους διαχείρισης, το
οποίο εν τέλει, μετακυλίεται στους πολίτες μέσω των ανταποδοτικών τελών.
Ο προϋπολογισμός ανταποδοτικών τελών του κάθε Δήμου, ήδη υφίσταται μια
τεράστια πίεση, κυρίως –οφείλουμε να αναγνωρίσουμε- του Δήμου Ιωαννιτών, καθώς
αποτελεί το βασικό αιμοδότη των πολιτικών περιφερειακή διαχείρισης των
απορριμμάτων. 
Το 2018 πλήρωσε 800 χιλ. € για τη λειτουργία του ΧΥΤΑ, το 2019 1,74 εκατ. € για
το τη λειτουργία της ΜΕΑ και του ΧΥΤΥ, το 2020 έχει προβλέψει στον π/υ 3,15
εκατ. € για το κόστος λειτουργίας αυτών των υποδομών (ΜΕΑ, ΧΥΤΥ, ΣΜΑ). Είναι
προφανές πως οι πόροι δεν είναι ανεξάντλητοι –ιδιαίτερα στις συνθήκες οικονομικής
και κοινωνικής κρίσης που διανύουμε σήμερα- και για αυτό ακριβώς το κριτήριο της
οικονομικότητας πρέπει να διέπει πλέον κάθε πολιτική και διαχειριστική επιλογή,
διαφορετικά αυτή θα είναι μη βιώσιμη.

Αυτός άλλωστε είναι και ο σκοπός των παρατηρήσεων-προτάσεων μου της
προηγούμενης ενότητας. Ελπίζω να ληφθούν υπόψη ή τουλάχιστον να αξιολογηθούν
στο πλαίσιο των επιλογών λειτουργίας των ΣΜΑ. 

Πόσο βάσιμες όμως είναι οι αιτιάσεις της Δημοτικής Αρχής Ιωαννίνων για
υπέρμετρο επιμερισμό του κόστους διαχείρισης και λειτουργίας των ΣΜΑ σε
βάρος του Δήμου μας;
Ας υποθέσουμε ότι ο καθένας από τους υπόλοιπους Δήμους (πλην Ιωαννίνων) της
Ηπείρου, ή ακόμη καλύτερα οι υπόλοιποι 7 ΣΜΑ απέχουν από τη Μονάδα
επεξεργασίας και τον αντίστοιχο ΧΥΤΥ, όσο και ο σταθμός μεταφόρτωσης που
εξυπηρετεί το Δήμο Ιωαννιτών. Ας υποθέσουμε ότι με ένα μαγικό τρόπο οι υποδομές
εξυπηρέτησης και επεξεργασίας των απορριμμάτων είχαν χωροθετηθεί με απόλυτη
κεντροβαρικότητα.
Τότε το όποιο κόστος μεταφόρτωσης των απορριμμάτων θα αντιστοιχούσε στο 55%
του σημερινού κόστους που πληρώνει ο κάθε δήμος, επακόλουθα και ο Δήμος
Ιωαννιτών. 
Το υπόλοιπο 45% λοιπόν οφείλεται στη μεγαλύτερη απόσταση των
υπολοίπων δήμων -σε σχέση με τα Γιάννενα- από τη Μονάδα Επεξεργασίας
Απορριμμάτων. Και σε αυτό το κόστος «χιλιομετρικής εξομάλυνσης» συμμετέχει και
ο Δήμος Ιωαννιτών καλύπτοντας περίπου το 40%.
 Τίθεται αβίαστα λοιπόν το ακόλουθο ερώτημα. Ποιος πρέπει να καλύψει το κόστος
αυτό; 
Μόνο οι κάτοικοι των υπολοίπων Δήμων της Ηπείρου; 
Η απάντηση κατά τη γνώμη μου είναι προφανής, τόσο με οικονομικά, όσο με
πολιτικά και κοινωνικά κριτήρια. Το κόστος μεταφόρτωσης και λειτουργίας των
ΣΜΑ πρέπει να επιμεριστεί ισόποσα -άρα δίκαια- στο σύνολο των κατοίκων της
Ηπείρου. Όχι μόνο για να διασώσουμε την περιφερειακή συνεργασία και
αλληλεγγύη, αλλά κυρίως γιατί οι κάτοικοι των πλέον απομακρυσμένων και
ορεινών δήμων θα υφίσταντο μια κατάφωρη αδικία.
Επιπλέον, γιατί η χωροθέτηση της περιφερειακής Μονάδας Επεξεργασίας
Απορριμμάτων (ΜΕΑ) έγινε με γνώμονα και κριτήριο το ενιαίο τέλος επεξεργασίας,
αλλά και μεταφόρτωσης των απορριμμάτων σε αυτή. Διαφορετικά η Επιτροπή
Χωροθέτησης –στην οποία ήμουν Πρόεδρος- δεν θα είχε αποφασίσει πριν από δέκα
χρόνια με ομοφωνία για την περιοχή εγκατάστασης της Μονάδας, καθώς θα είχαν
πρυτανεύσει τα διάφορα τοπικιστικά μικροσυμφέροντα.
Και ασφαλώς η επιλογή μιας θέσης εύκολα προσβάσιμης από κάθε σημείο της
Ηπείρου και κοντά στον μεγαλύτερο παραγωγό απορριμμάτων, που είναι ο Δήμος
Ιωαννιτών, έγινε -γιατί εκτός των περιβαλλοντικών κριτηρίων- διασφάλιζε μικρότερο
περιφερειακό κόστος διαχείρισης, ασφαλώς όχι προς επιλεκτική εύνοια του Δήμου
Ιωαννιτών.
Τεχνικά και οικονομικά στοιχεία που ενδέχεται να κουράζουν ή και να δημιουργούν
σύγχυση μεταξύ των πολιτών, αδιανόητο όμως να αγνοούνται από εκπροσώπους της
α΄ θμιας αυτοδιοίκησης.
Αν η Δημοτική μας Αρχή και ο Δήμαρχος δεν εξαντλούνταν μόνο σε
διαπιστώσεις, επικοινωνιακούς χειρισμούς και ευχολόγια προθέσεων, θα
κατέθεταν τις επεξεργασμένες προτάσεις του Δήμου Ιωαννιτών, υποστηρίζοντας
τεκμηριωμένα και υπεύθυνα μια εναλλακτική και πιο αποδοτική πρόταση
διαχείρισης. Ποιος άλλωστε θα διαφωνούσε σε μια πρόταση οικονομικότερη και
αποτελεσματικότερη; 
iv) Η επόμενη ημέρα.

Στο πλαίσιο του δημοσίου διαλόγου καταθέτω τις ακόλουθες προτάσεις –
παραινέσεις. 

i) Επαναξιολόγηση των δεδομένων κόστους λειτουργίας των ΣΜΑ και των
υπηρεσιών μεταφόρτωσης. Υπάρχει τεράστιο περιθώριο βελτίωσης. Επιλογή του
πλέον κατάλληλου και οικονομικότερου επιχειρησιακού σχήματος λειτουργίας με
πρωταγωνιστή το Φορέα Διαχείρισης. Άλλωστε θα απαιτηθούν τουλάχιστον 8-12
μήνες από τη δημοπράτηση της υπηρεσίας έως τη συμβασιοποίηση αυτής. Τι μέλει
γενέσθαι έως τότε;
ii) Ολοκλήρωση εντός των τριών επόμενων ετών, των Μονάδων επεξεργασίας
βιοαποβλήτων (ΜΕΒ) που προβλέπονται από το ΠΕΣΔΑ στις άλλες (πλην
Ιωαννίνων) περιφερειακές ενότητες, με παράλληλη διαλογή στην πηγή, ώστε να
μειωθεί έως 40% ο όγκος των απορριμμάτων που μεταφέρονται στη ΜΕΑ από τους
δήμους των άλλων περιφερειακών ενοτήτων. Θα προκύψει σημαντική εξοικονόμηση
πόρων λόγω της μικρότερης ποσότητας απορριμμάτων που μεταφορτώνονται, θα
ανακύψει όμως το ζήτημα της ελάχιστης εγγυημένης ποσότητας των 80 χιλ. τόνων
σύμμεικτων απορριμμάτων που πρέπει να καταλήγουν στη ΜΕΑ. Ο σχεδιασμός
οφείλει να προβλέπει τα πιθανά ενδεχόμενα και να παρέχει τεκμηριωμένες λύσεις.
 
iii) Διεκδίκηση και αναζήτηση λύσεων και πρακτικών που εφαρμόζονται σε άλλες
περιφέρειες και σε άλλες περιοχές της χώρας μας. 
Στη Δυτική Μακεδονία, μια Περιφέρεια εξίσου φτωχή με την Ήπειρο, αλλά με ένα
ισχυρό Περιφερειακό Οργανισμό (ΔΙΑΔΥΜΑ) διαχείρισης των απορριμμάτων, οι
αιρετοί εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης κατόρθωσαν τη χρηματοδότηση του κόστους
διαχείρισης των απορριμμάτων (μεταφόρτωση, επεξεργασία, ταφή και ανακύκλωση)
από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων κατά 50% για τα επόμενα πολλά έτη. Το
2020 η ΔΙΑΔΥΜΑ (ο αντίστοιχος ΦΟΔΣΑ) επιχορηγήθηκε με 7 εκατ €, ακριβώς με
το ίδιο ποσό θα επιχορηγηθεί και το 2021.
Πεδίο δόξης λαμπρό για αυτοδιοικητικούς, αλλά και για βουλευτές, εκτός εάν
ασχολούνται με σοβαρότερα και σημαντικότερα ζητήματα! 
Η α΄ θμια αυτοδιοίκηση, μαζί με το ΦΟΔΣΑ, καλούνται τα επόμενα χρόνια, να
αντιμετωπίσουν μια διπλή πρόκληση.
Από τη μία η αναγκαιότητα λειτουργίας των νέων υποδομών (ΜΕΑ, ΣΜΑ, νέες
μονάδες επεξεργασίας βιοαποβλήτων, πράσινα σημεία), καθώς και η παροχή νέων
υπηρεσιών που επιβαρύνουν τη λειτουργία της αποκομιδής (ξεχωριστά ρεύματα
διαλογής, καφέ κάδος κλπ). 
Από την άλλη το συνεχώς αυξανόμενο κόστος
διαχείρισης, που θα στραγγαλίζει οικονομικά εξουθενωμένους πολίτες.
 Οι πόροι, οικονομικοί, μηχανολογικοί, ανθρώπινοι δεν είναι απεριόριστοι.
Κανένας δεν είπε ότι η αποτελεσματική πολιτική διαχείριση είναι εύκολη.
Σήμερα όμως είναι πιο απαραίτητη από ποτέ.

Ίδωμεν!

Κοινοποίηση

Κοινοποιείστε στους φίλους σας!