Δημογραφικό: Η Ήπειρος δεν κατάφερε να συγκρατήσει τους νέους της – Υπάρχουν τρόποι αναστροφής του προβλήματος!

Δύο πανεπιστημιακοί παρουσίασαν στο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου τη δραματική εικόνα του δημογραφικού, επισημαίνοντας ότι η περιοχή δεν συγκράτησε τους νέους της και χρειάζεται πολιτικές για σπίτι, εργασία και υπηρεσίες.

Δημογραφικό: Η Ήπειρος δεν κατάφερε να συγκρατήσει τους νέους της - Υπάρχουν τρόποι αναστροφής του προβλήματος!

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του epirusgate.gr στην Google

Με σημαντικές διαπιστώσεις, αλλά και συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση και διαχείριση του δημογραφικού προβλήματος, δύο πανεπιστημιακοί παρουσίασαν το μεσημέρι της Τρίτης, στο Περιφερειακό Συμβούλιο Ηπείρου, το ζήτημα που εξελίσσεται σε υπ’ αριθμόν ένα θέμα επιβίωσης για τη χώρα και την περιοχή μας.

Στο ανώτατο συλλογικό όργανο της Ηπείρου, δόθηκε για πρώτη φορά η δυνατότητα να ακουστούν αναλυτικές τοποθετήσεις για τη δημογραφική συρρίκνωση, τη γήρανση του πληθυσμού, τη φυγή των νέων από την περιφέρεια και τις πολιτικές που μπορούν να εφαρμοστούν σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

Το βασικό συμπέρασμα ήταν πως το δημογραφικό δεν είναι μόνο ζήτημα γεννήσεων. Είναι ταυτόχρονα οικονομικό, κοινωνικό, χωρικό και αναπτυξιακό πρόβλημα. Η Περιφέρεια και οι Δήμοι μπορούν να χαράξουν πολιτικές που θα συμβάλουν στη μερική αναστροφή των τάσεων, όμως ο κύριος λόγος ανήκει στο κεντρικό κράτος, καθώς απαιτείται ένα συνεκτικό εθνικό σχέδιο μακράς διάρκειας.

Για την Ήπειρο, η πιο πικρή διαπίστωση ήταν ότι η περιοχή δεν κατάφερε τα τελευταία χρόνια να συγκρατήσει τους νέους της σε παραγωγική ηλικία. Η έλλειψη ανθρώπων 25 έως 45 ετών, σε συνδυασμό με τη χαμηλή γονιμότητα, δημιουργεί ένα δημογραφικό κενό που δεν μπορεί να καλυφθεί άμεσα.

Οι δύο καθηγητές

Ο διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών και καθηγητής Δημογραφίας, Βύρων Κοτζαμάνης, παρουσίασε στοιχεία που δείχνουν τη διαχρονική και ταχύτατη μείωση της γονιμότητας στην Ήπειρο και συνολικά στη χώρα.

Όπως ανέφερε, οι γενιές που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1930 αποκτούσαν κατά μέσο όρο 2,3 παιδιά, οι γενιές του 1960 περίπου 2,1 παιδιά, ενώ οι γενιές που γεννήθηκαν γύρω στο 1980 φτάνουν πλέον μόλις στο 1,4 παιδί. Η διαδοχική αυτή μείωση της γονιμότητας έχει ήδη αποτυπωθεί στον αριθμό των γεννήσεων, οι οποίες μέχρι το 2030 αναμένεται να είναι λιγότερες από τις μισές σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες.

Ο κ. Κοτζαμάνης σημείωσε ότι από το 2011 και μετά οι θάνατοι στη χώρα είναι σταθερά περισσότεροι από τις γεννήσεις, ενώ το 2026 η διαφορά εκτιμάται ότι θα φτάσει περίπου τις 60.000 περισσότερους θανάτους. Όπως εξήγησε, η τάση αυτή δεν μπορεί να ανατραπεί βραχυπρόθεσμα, καθώς για τα επόμενα 40 χρόνια οι θάνατοι θα παραμείνουν σημαντικά περισσότεροι από τις γεννήσεις.

Σήμερα οι γεννήσεις στη χώρα κινούνται περίπου στις 65.000 ετησίως, ενώ οι θάνατοι δεν αναμένεται να μειωθούν αισθητά τα επόμενα χρόνια και θα παραμένουν γύρω στις 125.000 τον χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα θα πρέπει να προσαρμοστεί σε δημογραφικές αλλαγές που ήδη έχουν δρομολογηθεί και δεν μπορούν να αντιστραφούν άμεσα.

Παρουσιάζοντας την εικόνα σε τοπικό επίπεδο, ο κ. Κοτζαμάνης υπογράμμισε ότι οι δημογραφικές προκλήσεις δεν έχουν παντού το ίδιο βάρος. Σε εθνικό επίπεδο αντιστοιχούν περίπου 1,85 θάνατοι σε κάθε μία γέννηση, όμως σε νομούς όπως τα Γρεβενά, οι Σέρρες και η Ευρυτανία η αναλογία φτάνει ακόμη και τους 3,7 θανάτους ανά μία γέννηση. Όσο χαμηλότερα κατεβαίνει κανείς στη γεωγραφική κλίμακα, από την Περιφέρεια στις Περιφερειακές Ενότητες, στους Δήμους και στις Δημοτικές Ενότητες, τόσο περισσότερο αποκαλύπτονται οι πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος, σημείο στο οποίο συμφώνησε με τον έτερο καθηγητή.

Η Ήπειρος, όπως τόνισε, αποτελεί κλασικό παράδειγμα περιοχής όπου το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι γεννιούνται λιγότερα παιδιά, αλλά ότι λείπουν οι νέοι άνθρωποι που θα μπορούσαν να κάνουν παιδιά. «Δεν συγκρατήσατε τους νέους σας», ήταν η χαρακτηριστική επισήμανσή του κ. Κοτζαμάνη, με αναφορά στην έξοδο νέων ανθρώπων παραγωγικής ηλικίας από την περιοχή την τελευταία δεκαπενταετία. Για να δείξει τη σημασία της ηλικιακής σύνθεσης, ο κ. Κοτζαμάνης έφερε ως παράδειγμα τη Θήρα. Εκεί, παρότι οι γεννήσεις έχουν μειωθεί, η αναλογία γεννήσεων και θανάτων είναι πολύ πιο ισορροπημένη, καθώς το νησί έχει καταφέρει να συγκρατήσει νεανικότερο πληθυσμό, με λιγότερους ηλικιωμένους και περισσότερους νέους.

Ο καθηγητής επισήμανε ακόμη ότι το 2060 θα υπάρχουν περίπου 600.000 λιγότερες γυναίκες σε ηλικία τεκνοποίησης σε σχέση με σήμερα, γεγονός που περιορίζει αντικειμενικά τις δυνατότητες ανάκαμψης των γεννήσεων. Αν δεν υπάρξει μετανάστευση, η χώρα από τα 10,4 εκατομμύρια κατοίκους σήμερα εκτιμάται ότι θα έχει περίπου 2 εκατομμύρια λιγότερους κατοίκους το 2060. Την ίδια στιγμή, οι άνω των 65 ετών θα αυξηθούν κατά περίπου 650.000, ενώ οι κάτω των 65 θα μειωθούν κατά 2,5 εκατομμύρια.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Κοτζαμάνης υπογράμμισε ότι οι μεταναστευτικές τάσεις μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη δημογραφική εικόνα, εφόσον υπάρξουν πολιτικές που θα προσελκύσουν νέους ανθρώπους από άλλα αστικά κέντρα ή από τη διασπορά. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα παιδιά δεύτερης και τρίτης γενιάς που διατηρούν συναισθηματικούς δεσμούς με την Ήπειρο και θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να επιστρέψουν.

Ωστόσο, όπως σημείωσε, η θετική προδιάθεση επιστροφής στην ύπαιθρο δεν αρκεί. Για να γίνει πράξη, απαιτούνται συγκεκριμένες πολιτικές, υποδομές και πραγματικές δυνατότητες εργασίας και κατοίκησης.

Από την πλευρά του, ο καθηγητής Περιφερειακής Οικονομικής Ανάπτυξης του Παντείου Πανεπιστημίου και αντιπρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης της ΚΕΔΕ, Ιωάννης Ψυχάρης, προσέγγισε το ζήτημα μέσα από την αναπτυξιακή και χωρική του διάσταση.

Όπως ανέφερε, η γήρανση και η μείωση του πληθυσμού είναι δύο διαφορετικές, αλλά απολύτως αλληλένδετες διαδικασίες. Το πρόβλημα αφορά κυρίως τον παγκόσμιο Βορρά, όμως στην Ελλάδα εμφανίζεται εντονότερα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες και γίνεται ακόμη πιο οξύ όσο η ανάλυση κατεβαίνει σε μικρότερη γεωγραφική κλίμακα.

Ο κ. Ψυχάρης σημείωσε ότι στην Ευρώπη, χωρίς τη μετανάστευση, ο πληθυσμός θα είχε μειωθεί κατά περίπου 14 εκατομμύρια την περίοδο 2000-2022. Στην Ελλάδα, το δημογραφικό εμφανίζεται ακόμη πιο έντονο, ενώ τα προβλήματα γίνονται πιο εμφανή στις περιφέρειες, στις περιφερειακές ενότητες και κυρίως στους μικρούς και μεσαίους ηπειρωτικούς δήμους.

Όπως τόνισε, η μελέτη του δημογραφικού σε μικρή γεωγραφική κλίμακα είναι απαραίτητη, γιατί οι μέσοι όροι κρύβουν τις μεγάλες εσωτερικές ανισότητες. Έφερε ως παράδειγμα τη Νάξο, η οποία συνολικά αύξησε τον πληθυσμό της κατά 32%, αλλά η βόρεια Νάξος έχασε περίπου το 50% του πληθυσμού της. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και σε μια Περιφέρεια ή σε έναν Δήμο, όπου η συνολική εικόνα δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα κάθε χωριού ή οικισμού.

Ο κ. Ψυχάρης έθεσε το ερώτημα αν το πρόβλημα είναι τελικά δημογραφικό ή αν το δημογραφικό είναι το σύμπτωμα βαθύτερων οικονομικών και κοινωνικών αιτιών. Όπως είπε, η Ελλάδα τα χρόνια της κρίσης έχασε περίπου 400.000 νέους ανθρώπους παραγωγικής ηλικίας, γεγονός που επιδείνωσε τη δημογραφική εικόνα της χώρας.

Αναφερόμενος ειδικά στην Ήπειρο, σημείωσε ότι για πολλά χρόνια ήταν από τις περιοχές με το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη χώρα και στην Ευρώπη. Αυτό, όπως είπε, μπορεί να λειτουργήσει ως πρόκληση αλλά και ως ευκαιρία για τα επόμενα χρόνια, εφόσον υπάρξει στοχευμένη αναπτυξιακή πολιτική.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην αρχή της χωρικής δικαιοσύνης. Όπως υπογράμμισε, η Πολιτεία είναι υποχρεωμένη να παρέχει στους κατοίκους κάθε περιοχής βασικά δημόσια αγαθά και υπηρεσίες. Η πρόσβαση στην υγεία, στην εκπαίδευση, στις μεταφορές και στις κοινωνικές υποδομές δεν είναι παραχώρηση, αλλά δικαίωμα.

Σύμφωνα με τον κ. Ψυχάρη, τα καθαρά δημογραφικά μέτρα είναι αναγκαία, αλλά δεν είναι από μόνα τους επαρκή για να αντιστρέψουν το πρόβλημα. Το βασικό σύνθημα, όπως είπε, πρέπει να είναι η «επανακατοίκηση της υπαίθρου», καθώς μπορεί να δώσει απαντήσεις όχι μόνο στην πληθυσμιακή συρρίκνωση της περιφέρειας, αλλά και σε πολλά από τα προβλήματα των μεγάλων πόλεων.

Για να γίνει όμως αυτό, απαιτούνται πολιτικές σε τρία επίπεδα. Πρώτον, αύξηση των δημόσιων δαπανών για τη δημιουργία οικογένειας και στήριξη της καθημερινότητας των νέων ζευγαριών. Δεύτερον, αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος σε μικρές περιοχές, με αξιοποίηση του οικιστικού αποθέματος και κίνητρα για την επανακατοίκηση χωριών και μικρών οικισμών. Τρίτον, δημιουργία σταθερών θέσεων εργασίας μέσα από ενδογενή τοπική ανάπτυξη.

Ο καθηγητής επισήμανε ότι για να επιστρέψει κάποιος σε ένα χωριό ή σε μια μικρή περιοχή χρειάζεται δύο βασικά πράγματα: σπίτι και δουλειά. Το κόστος κατοίκησης στην Ελλάδα, όπως είπε, είναι από τα μεγαλύτερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και παραμένει υψηλό ακόμη και στην ύπαιθρο, αν συνυπολογιστούν οι ελλείψεις σε διαθέσιμα σπίτια, υποδομές και υπηρεσίες.

Ως κρίσιμο εργαλείο πρότεινε την αξιοποίηση του οικιακού αποθέματος και τη δημιουργία εκτεταμένου προγράμματος κοινωνικής κατοικίας, το οποίο θα μπορεί να στηρίζει όχι μόνο νέες οικογένειες, αλλά και δημόσιους λειτουργούς, όπως γιατρούς και εκπαιδευτικούς, που καλούνται να υπηρετήσουν σε μικρές ή απομακρυσμένες περιοχές.

Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη ενίσχυσης της ενδογενούς τοπικής ανάπτυξης, ώστε κάθε περιοχή να αξιοποιεί τα δικά της παραγωγικά, φυσικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και σταθερά εισοδήματα.

Το δημογραφικό, όπως φάνηκε από τη συζήτηση, δεν είναι ένα πρόβλημα που λύνεται με ένα επίδομα ή με μία αποσπασματική παρέμβαση. Απαιτεί στρατηγική, συνέχεια, συνεργασία όλων των βαθμών διοίκησης και πολιτικές που θα ξεκινούν από τη μικρή κλίμακα: από το χωριό, τη γειτονιά, τον Δήμο και την Περιφέρεια.

Η εισαγωγική τοποθέτηση του Κ. Κίτσιου

Την εισαγωγική ενημέρωση στην συζήτηση του Περιφερειακού Συμβουλίου έκανε ο θεματικός αντιπεριφερειάρχης Εθελοντισμού και Αλληλεγγύης, Κωνσταντίνος Κίτσιος, χαρακτηρίζοντας το δημογραφικό ως ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της εποχής. Όπως ανέφερε ο κ. Κίτσιος, το 2024 στην Ήπειρο καταγράφηκαν 1.790 γεννήσεις έναντι 4.192 θανάτων, δηλαδή σε κάθε μία γέννηση αντιστοιχούσαν περισσότεροι από δύο θάνατοι. Μέσα σε έναν χρόνο, η Περιφέρεια έχασε περίπου 1.400 κατοίκους, πληθυσμό αντίστοιχο μιας μικρής κωμόπολης.

Τα στοιχεία που παρουσίασε αποτυπώνουν τη μεγάλη πίεση κυρίως στις ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές. Στους Φιλιάτες οι γεννήσεις μειώθηκαν από 47 το 2014 σε 20 το 2024, στην Κόνιτσα από 26 σε 9, ενώ στον Δήμο Νικολάου Σκουφά από 60 σε 36. Η μείωση είναι εμφανής και σε αστικούς δήμους, με την Πρέβεζα να περνά από 251 γεννήσεις το 2014 σε 171 το 2024. Συνολικά, μέσα σε μία δεκαετία, ο πληθυσμός της Ηπείρου μειώθηκε κατά περίπου 17.000 άτομα.

Ο κ. Κίτσιος σημείωσε ότι η Ήπειρος έχει ένα από τα υψηλότερα προσδόκιμα ζωής, στα 83,7 έτη, γεγονός που δείχνει ότι οι κάτοικοι ζουν περισσότερο, αλλά ταυτόχρονα η ηλικιακή γήρανση εντείνεται. Οι συνέπειες, όπως τόνισε, είναι πολυεπίπεδες και αφορούν την αγορά εργασίας, τις υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης, την αγροτική παραγωγή και τη συνοχή των τοπικών κοινωνιών.

Ξεκαθάρισε, πάντως, ότι το δημογραφικό δεν μπορεί να λυθεί από την Περιφέρεια μόνη της, καθώς απαιτούνται κεντρικές πολιτικές, νομοθετικές παρεμβάσεις και εθνικοί πόροι. «Η Περιφέρεια δεν νομοθετεί και δεν επιδοτεί γεννήσεις», ήταν το νόημα της τοποθέτησής του, υπογραμμίζοντας παράλληλα τη διαφορά ανάμεσα στην υπογεννητικότητα και την υπογονιμότητα.

Αναφερόμενος στις δυνατότητες παρέμβασης της Περιφέρειας, στάθηκε στη στήριξη κοινωνικών δομών, στην ενίσχυση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα, στα έργα αναβάθμισης της πρόσβασης, στη στήριξη παραγωγών, στη μεταφορά μαθητών και στη συντήρηση παλιών κτιρίων που θα μπορούσαν να παραχωρηθούν σε νέους για επαγγελματική δραστηριοποίηση. Όπως σημείωσε, τέτοιες παρεμβάσεις δεν αυξάνουν από μόνες τους τις γεννήσεις, αλλά διαμορφώνουν ένα περιβάλλον που μπορεί να κρατήσει μια οικογένεια στον τόπο της και σε αυτή την κατεύθυνση βρίσκονται πολλές από τις ασκούμενες πολιτικές της Περιφερειακής Αρχής.

Οι τοποθετήσεις φορέων και παρατάξεων

Στη συνέχεια της συνεδρίασης τον λόγο πήραν εκπρόσωποι πολύτεκνων και τρίτεκνων οικογενειών, καθώς και οι επικεφαλής των παρατάξεων του Περιφερειακού Συμβουλίου, καταθέτοντας τις δικές τους προσεγγίσεις για το δημογραφικό πρόβλημα και τις αιτίες που το τροφοδοτούν.

Ο πρόεδρος του Συλλόγου Πολυτέκνων Ιωαννίνων, Κωνσταντίνος Μπαλωμένος, υποστήριξε πως διαχρονικά το πολιτικό σύστημα απέτυχε να διαμορφώσει και να εφαρμόσει μια ουσιαστική δημογραφική πολιτική. Όπως ανέφερε, παρά τις κατά καιρούς εξαγγελίες και πρωτοβουλίες, δεν υπήρξε ποτέ ένα ολοκληρωμένο σχέδιο με διάρκεια και συνέπεια. Παράλληλα, εξέφρασε την άποψη ότι αποσπασματικά μέτρα, όπως το πρόγραμμα των «Νταντάδων της Γειτονιάς», δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν ένα τόσο σύνθετο πρόβλημα.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι εκπρόσωποι των τριτέκνων οικογενειών. Ο πρόεδρος του Συλλόγου Τριτέκνων Θεσπρωτίας, Άγγελος Βαρβέλης, σημείωσε ότι για τους συλλόγους το δημογραφικό δεν αποτελεί ένα νέο πρόβλημα, αλλά μια κατάσταση που εξελίσσεται εδώ και δεκαετίες και για την οποία έχουν διατυπωθεί επανειλημμένα προειδοποιήσεις.

Ο Βασίλειος Δήμος από τον Σύλλογο Τριτέκνων Πρέβεζας υποστήριξε ότι τα επιδόματα από μόνα τους δεν μπορούν να δώσουν λύση στο δημογραφικό ζήτημα, ενώ εκπρόσωπος του Συλλόγου Τριτέκνων Νομού Ιωαννίνων έθεσε το ζήτημα της διαφορετικής αντιμετώπισης τριτέκνων και πολυτέκνων οικογενειών, υπενθυμίζοντας ότι είχε υπάρξει κυβερνητική δέσμευση για εξομοίωση των δικαιωμάτων τους.

Από την πλευρά των παρατάξεων της αντιπολίτευσης, ο επικεφαλής του «Κοινού των Ηπειρωτών», Γιάννης Στέφος, υπογράμμισε ότι το πρόβλημα είναι γνωστό εδώ και πολλές δεκαετίες. Υπενθύμισε ότι ήδη από το 1993, επί κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, είχε συγκροτηθεί η πρώτη διακομματική επιτροπή της Βουλής για το δημογραφικό, η οποία κατέθεσε σειρά προτάσεων χωρίς όμως να υπάρξει ουσιαστική συνέχεια. Αντίστοιχα, το 2018 συστάθηκε νέα επιτροπή που εξέδωσε πόρισμα μετά από πολύμηνη εργασία, χωρίς όμως να οδηγήσει σε καθοριστικές παρεμβάσεις.

Ο κ. Στέφος απέδωσε την κύρια ευθύνη στην Πολιτεία, η οποία, όπως είπε, δεν αντιμετώπισε ποτέ το δημογραφικό ως κορυφαία εθνική προτεραιότητα. Στάθηκε ιδιαίτερα στη μαζική φυγή νέων ανθρώπων κατά τα χρόνια των μνημονίων, επισημαίνοντας ότι η χώρα έχασε πολύτιμο επιστημονικό και παραγωγικό δυναμικό. Αναφέρθηκε μάλιστα στην πρόσφατη αποχώρηση οκτώ γιατρών, εκφράζοντας τον προβληματισμό του για το κατά πόσο ακόμη και νέα μέτρα μπορούν πλέον να αναστρέψουν την κατάσταση.

Ο επικεφαλής της παράταξης «Ήπειρος Όλον», Στέφανος Ζούμπας, υποστήριξε ότι η Ήπειρος ερημώνει σταδιακά και άσκησε κριτική τόσο στις διοικήσεις της Περιφέρειας όσο και στους Δήμους για την αντιμετώπιση του ζητήματος. Όπως ανέφερε, υπήρχαν σημαντικά χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης και τα προγράμματα του ΕΣΠΑ, τα οποία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν πιο αποτελεσματικά για δράσεις που θα ενίσχυαν την παραμονή των κατοίκων στην ύπαιθρο και θα δημιουργούσαν αναπτυξιακές προοπτικές.

Ο επικεφαλής της «Λαϊκής Συσπείρωσης Ηπείρου», Γιώργος Πρέντζας, υποστήριξε ότι η υπογεννητικότητα έχει βαθύτερες κοινωνικές και οικονομικές αιτίες, οι οποίες, όπως είπε, συχνά αποκρύπτονται από τη δημόσια συζήτηση. Κατά την άποψή του, οι πολιτικές που εφαρμόζονται τα τελευταία χρόνια αποτελούν μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης, καθώς ενισχύουν τις ανισότητες και την ανασφάλεια των νέων ανθρώπων.

Από την πλευρά του, ο επικεφαλής των «Οριζόντων Ηπείρου», Σπύρος Υφαντής, χαρακτήρισε το δημογραφικό κρίση που απειλεί άμεσα την οικονομία και την περιφερειακή ανάπτυξη της Ηπείρου. Επικαλούμενος τα στοιχεία των απογραφών, σημείωσε ότι ο πληθυσμός της Ηπείρου μειώθηκε από περίπου 336.000 κατοίκους το 2011 σε περίπου 319.000 το 2021, καταγράφοντας απώλεια σχεδόν 18.000 κατοίκων ή ποσοστό άνω του 5%.

Όπως ανέφερε, η μεγαλύτερη απώλεια αφορά τους νέους ανθρώπους και συνολικά τη σύνθεση του πληθυσμού. «Η Ήπειρος χάνει αυτούς που χρειάζεται περισσότερο», είπε χαρακτηριστικά, αναφερόμενος σε νέους εργαζόμενους, νέους επιστήμονες, νέους αγρότες και νέους επιχειρηματίες. Προειδοποίησε μάλιστα ότι η Ήπειρος κινδυνεύει να γίνει όχι μόνο μικρότερη πληθυσμιακά, αλλά και φτωχότερη οικονομικά. Για τον λόγο αυτό υποστήριξε ότι η Περιφέρεια οφείλει να αναδείξει το δημογραφικό σε κορυφαία πολιτική προτεραιότητα.

Κλείνοντας τη συζήτηση, ο περιφερειάρχης Ηπείρου Αλέξανδρος Καχριμάνης στάθηκε ιδιαίτερα στην ανάγκη επανακατοίκησης της υπαίθρου, υποστηρίζοντας ότι η ερήμωση των χωριών αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες της δημογραφικής συρρίκνωσης. Αναφέρθηκε ακόμη σε κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι ακόμη και το κλείσιμο των παραδοσιακών καφενείων συνέβαλε στην αποδυνάμωση της κοινωνικής ζωής της υπαίθρου.

Ο κ. Καχριμάνης άσκησε κριτική στις διαχρονικές κυβερνητικές επιλογές, υποστηρίζοντας ότι συχνά κινούνται εκτός στόχου σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες της περιφέρειας. Παράλληλα, σημείωσε ότι ενώ το δημογραφικό κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση, υπάρχουν και άλλα κρίσιμα ζητήματα της υπαίθρου που απαιτούν άμεσες λύσεις, κάνοντας ειδική αναφορά στο θέμα των μετακινούμενων κτηνοτρόφων που βρίσκεται σε εξέλιξη το τελευταίο διάστημα. “Για να βγει γκολ πρέπει κάποια στιγμή να μας ακούσουν” κατέληξε ο κ. Καχριμάνης.

Ο περιφερειακός σύμβουλος της μείζονος αντιπολίτευσης Σάββας Δημητριάδης πρότεινε στην Περιφερειακή Αρχή την ανάληψη πρωτοβουλιών με οδικό χάρτη που θα περιλαμβάνει κατάθεση προτάσεων από όλες τις παρατάξεις, ενημερωτικές ημερίδες στις τέσσερις ΠΕ της Ηπείρου και σύνθεση μιας πρότασης για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στη Google