Εγνατία Οδός: Από δημόσιο έργο σε πανάκριβο ιδιωτικό δρόμο

Η Εγνατία Οδός, ένας αυτοκινητόδρομος που κατασκευάστηκε κυρίως με δημόσιους και ευρωπαϊκούς πόρους, περνά σε μια νέα εποχή αυξημένων διοδίων.

gate-crash

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του epirusgate.gr στην Google

Η Εγνατία Οδός υπήρξε για χρόνια ένα από τα μεγαλύτερα δημόσια έργα υποδομής της χώρας. Ένας αυτοκινητόδρομος που κατασκευάστηκε με τεράστια συμμετοχή εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων, με χρήματα δηλαδή που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, πλήρωσε ήδη η κοινωνία.

Κι όμως, σήμερα ο ίδιος δρόμος περνά σε μια νέα εποχή, στην οποία το κόστος χρήσης του για τους πολίτες αυξάνεται συνεχώς και προσεγγίζει πλέον επίπεδα αντίστοιχα με αυτοκινητοδρόμους που κατασκευάστηκαν εξαρχής με διαφορετικό μοντέλο χρηματοδότησης, όπως οι ΣΔΙΤ και οι συμβάσεις παραχώρησης.

Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πολιτικό ερώτημα.

Η ιδιωτικοποίηση της Εγνατίας δεν προέκυψε ξαφνικά. Αποτέλεσε μνημονιακή δέσμευση της περιόδου ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και μπήκε τότε στις ράγες ως μέρος ενός συνολικότερου πλαισίου αποκρατικοποιήσεων.

Θα μπορούσε όμως αργότερα, όταν η χώρα είχε βγει από τα μνημόνια και η οικονομία εμφάνιζε καλύτερη εικόνα, να επανεξεταστεί αυτή η δέσμευση;

Θα μπορούσε να τεθεί το επιχείρημα ότι ένας τόσο κρίσιμος οδικός άξονας, κατασκευασμένος κατά κύριο λόγο με δημόσιους πόρους, δεν υπήρχε λόγος να περάσει σε ιδιώτη με όρους που τελικά επιβαρύνουν όλο και περισσότερο τον χρήστη; Θα μας μείνει η απορία.

Γιατί και η επόμενη κυβέρνηση όχι μόνο δεν αμφισβήτησε την κατεύθυνση αυτή, αλλά την ολοκλήρωσε. Και αυτό ίσως δεν προκαλεί έκπληξη. Για τη Νέα Δημοκρατία, η μεταφορά δημόσιων υποδομών σε ιδιωτική διαχείριση αντιμετωπίζεται εδώ και χρόνια ως φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων.

Μόνο που εδώ υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια: η Εγνατία Οδός δεν είναι ένας δρόμος που κατασκευάστηκε εξαρχής με λογική παραχώρησης και ιδιωτικής χρηματοδότησης. Είναι ένας δρόμος που έχει ήδη πληρωθεί σε μεγάλο βαθμό από δημόσιους πόρους.

Και παρ’ όλα αυτά, ο πολίτης καλείται τώρα να τον ξαναπληρώνει μέσα από διαρκώς αυξανόμενα διόδια.

Το παράδειγμα της Ιόνιας Οδού δείχνει πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η λογική.

Στα διόδια Τερόβου, για όσους κινούνται μεταξύ Ιωαννίνων και Άρτας, το κόστος έχει σχεδόν διπλασιαστεί σε σχέση με την έναρξη λειτουργίας του δρόμου. Από περίπου 2 ευρώ έχει φτάσει στα 3,70 ευρώ.

Και αυτό πλέον δεν είναι αμελητέα διαφορά. Είναι καθημερινό κόστος για εργαζόμενους, επαγγελματίες, οικογένειες και ανθρώπους που χρησιμοποιούν συχνά τον συγκεκριμένο άξονα.

Αντίστοιχη πορεία διαγράφεται και για την Εγνατία.

Ένας δρόμος που κάποτε θεωρήθηκε μεγάλο δημόσιο αναπτυξιακό έργο, κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν ακόμη ακριβό αυτοκινητόδρομο, όπου ο χρήστης πληρώνει ολοένα περισσότερο για μια υποδομή που έχει ήδη χρηματοδοτήσει ως φορολογούμενος.

Και κάπου εδώ προκύπτει το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα.

Δεν είναι μόνο ποιος υπέγραψε την ιδιωτικοποίηση. Δεν είναι μόνο ποιος την ολοκλήρωσε. Είναι ότι δύο διαφορετικές κυβερνήσεις, με διαφορετική πολιτική αφετηρία, κατέληξαν στο ίδιο αποτέλεσμα: ένας δημόσια χρηματοδοτημένος δρόμος περνά σε ιδιωτική εκμετάλλευση και το κόστος μεταφέρεται ξανά στους πολίτες.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ μπορεί να επικαλεστεί τις μνημονιακές δεσμεύσεις της εποχής. Η σημερινή κυβέρνηση μπορεί να επικαλεστεί τη συνέχιση μιας διαδικασίας που είχε ήδη δρομολογηθεί. Όμως κάποια στιγμή πρέπει να τεθεί και το απλό ερώτημα: Αν μια οικονομία υποτίθεται ότι έχει επιστρέψει στην κανονικότητα, αν οι μνημονιακοί καταναγκασμοί έχουν τελειώσει και αν η χώρα διαθέτει πλέον μεγαλύτερη δημοσιονομική ελευθερία, γιατί οι επιλογές εκείνης της περιόδου αντιμετωπίζονται σαν να ήταν αμετάκλητες;

Και ακόμη περισσότερο: γιατί η «κανονικότητα» για τον πολίτη σημαίνει σχεδόν πάντοτε ακριβότερη πρόσβαση σε υποδομές που ο ίδιος έχει ήδη πληρώσει;

Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στη Google