Η υποστελέχωση της Περιφέρειας Ηπείρου με τις ελλείψεις του ενός τετάρτου του προσωπικού που όφειλε να απασχολούνταν στις υπηρεσίες, είναι η μεγάλη εικόνα του προβλήματος και η απευθείας ανάθεση των 57.000 για έναν επιστάτη δρόμων στο εθνικό δίκτυο της Ηπείρου, που θα ελέγχει λακκούβες και φωτισμό – απόφαση που έλαβε πρόσφατα κατά πλειοψηφία η Περιφερειακή Επιτροπή της Περιφέρειας Ηπείρου- είναι η εικόνα που επαναλαμβάνεται για δεύτερη φορά στην Ήπειρο, εκθέτοντας την Περιφερειακή Αρχή για την προφανή τακτοποίηση ενός δικού της ανθρώπου μέσω της αναπτυξιακής εταιρείας “Ήπειρος ΑΕ”. Τα δύο θέματα απασχόλησαν την ειδική συνεδρίαση λογοδοσίας της Περιφέρειας Ηπείρου στο Περιφερειακό Συμβούλιο της Τρίτης, μέσα από δύο ερωτήσεις αντίστοιχα παρατάξεων της αντιπολίτευσης.
Η απευθείας ανάθεση των 57.000 ευρώ για έναν υπάλληλο που θα εντοπίζει λακκούβες και καμένες λάμπες τέθηκε από τον Σάββα Δημητριάδη της παράταξης “Κοινό των Ηπειρωτών”, με έμμεσο τρόπο που έθετε το κύριο πρόβλημα της υποστελέχωσης της Περιφέρειας. Στην παρέμβασή του ο κ. Δημητριάδης υπογράμμισε ότι η Περιφέρεια Ηπείρου φέρει την απόλυτη ευθύνη για την ασφάλεια και τη λειτουργικότητα του εθνικού οδικού δικτύου, διαθέτοντας μάλιστα συγκεκριμένες διοικητικές δομές και έμπειρους Αντιπεριφερειάρχες για τον σκοπό αυτό. Ωστόσο, η απόφαση για ανάθεση του ελέγχου του οδοφωτισμού και της κατάστασης του οδοστρώματος σε ιδιώτες για τη διετία 2026-2027 προκαλεί έντονο προβληματισμό για την υποκατάσταση των δημόσιων μηχανισμών από αποσπασματικές εργολαβίες. Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Δημητριάδης ζήτησε να διευκρινιστεί για ποιον λόγο επιλέχθηκε η ανάθεση υπηρεσιών ελέγχου της κατάστασης του οδικού δικτύου ενώ υφίστανται τεχνικές υπηρεσίες της Περιφέρειας, χωρικοί Αντιπεριφερειάρχες με ευθύνη και γνώση της κάθε Περιφερειακής Ενότητας, καθώς και θεσμοθετημένες δυνατότητες συνεργασίας με τους Δήμους. Παράλληλα, έθεσε το ερώτημα με ποιον τρόπο αξιοποιούνται οι τεχνικές υπηρεσίες της Περιφέρειας στον τακτικό και προληπτικό έλεγχο και αν υφίσταται τεκμηριωμένη αδυναμία αυτών των υπηρεσιών να επιτελέσουν το έργο ή αν πρόκειται για μια συνειδητή πολιτική επιλογή υποκατάστασής τους. Επιπλέον, ο κ. Δημητριάδης ζήτησε εγγυήσεις για το πώς διασφαλίζεται ότι οι εξωτερικές αναθέσεις δεν οδηγούν σε αποδυνάμωση ή απαξίωση των δομών της Περιφέρειας, μετατρέποντας πάγιες αρμοδιότητες σε εργολαβίες. Κλείνοντας, κάλεσε την Περιφερειακή Αρχή να αποσαφηνίσει ποιος είναι ο υφιστάμενος μηχανισμός ελέγχου της ασφάλειας του δικτύου, ποια υπηρεσία έχει την ευθύνη εποπτείας του και ποιος φέρει τελικά τη θεσμική και πολιτική ευθύνη λογοδοσίας για τα αποτελέσματά του, ειδικά όταν κρίσιμες λειτουργίες ανατίθενται σε τρίτους.
Ο Περιφερειάρχης Αλέξανδρος Καχριμάνης παραδέχθηκε το μέγεθος του προβλήματος, σημειώνοντας ότι η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών είναι αποδεκατισμένη λόγω συνταξιοδοτήσεων και αδυνατεί να ανταπεξέλθει πέραν του ωραρίου εργασίας. Ανατρέχοντας στο θεσμικό πλαίσιο ο κ. Καχριμάνης είπε πως τα όργανα της ΕΛΑΣ υποχρεούνται να ειδοποιούν αμέσως και εγγράφως τις αρμόδιες υπηρεσίες για την ύπαρξη βλαβών του οδοστρώματος και τις συνθήκες ασφαλείας των οδών που εκθέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των πολιτών αλλά και κάθε πολίτης μπορεί να προβαίνει σε γραπτή ειδοποίηση με οποιοδήποτε μέσο. Ανέφερε δε ότι οι τμηματάρχες της Περιφέρειας δηλώνουν σήμερα αδυναμία να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες που προκύπτουν από έντονα καιρικά φαινόμενα, γεγονός που κατέστησε την ανάθεση σε ιδιώτη αναγκαία λύση για την ασφάλεια του δικτύου. Ο κ. Καχριμάνης υπογράμμισε πως η «Ήπειρος ΑΕ» λειτουργεί ως αναπτυξιακός φορέας και πως το τελικό ποσό που μένει ως αμοιβή στον εργαζόμενο μετά τους φόρους αντιστοιχεί σε έναν απλό μισθό, δηλώνοντας παράλληλα πλήρως υπεύθυνος για την επιλογή αυτή.
“Έτσι αποφασίστηκε να τρέχει ένας αυτές τις μέρες να βλέπει το φωτισμό και τις λακούβες στους δρόμους, δεν έχουμε κόσμο, οι τμηματάρχες μας είπαν σήμερα ότι αδυνατούμε για πολλά πράγματα, μας έχει πέσει και δουλειά με τις ζημιές που έγιναν, αυτός είναι ο λόγος που κάναμε την ενέργεια, αυτό που έκαναν οι υπηρεσίες με ανθρώπους που πήραν σύνταξη δεν υπάρχουν…” είπε χαρακτηριστικά ο κ. Καχριμάνης.
Οι επικεφαλής των παρατάξεων της αντιπολίτευσης άσκησαν κριτική ζητώντας την ανάκληση της απόφασης της Περιφερειακής Επιτροπής, με τον Γιώργο Πρέντζα να χαρακτηρίζει ειρωνικά την κίνηση ως εφεύρεση της ειδικότητας του «εντοπιστή λακκουβών», παρομοιάζοντάς την με την παλαιότερη ανάθεση για θυρωρό στο κτίριο της Περιφέρειας. Ο Γιάννης Στέφος και ο Στέφανος Ζούμπας εξέφρασαν την άποψη ότι ένας και μόνο άνθρωπος είναι αδύνατο να καλύψει τις ανάγκες του δικτύου, ενώ οι Σπύρος Υφαντής και Λάμπρος Γεωργόπουλος έκαναν λόγο για εργαλειοποίηση της αναπτυξιακής εταιρείας και ζήτησαν την άμεση απόσυρση της απόφασης.
Η υποστελέχωση
Η «Λαϊκή Συσπείρωση» ανέδειξε από την άλλη, τη συρρίκνωση του ανθρώπινου δυναμικού στις υπηρεσίες της Περιφέρειας Ηπείρου, υποστηρίζοντας ότι οι ελλείψεις αγγίζουν πλέον το ένα τέταρτο του συνολικού προσωπικού. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, υπάρχουν 204 κενές οργανικές θέσεις σε σύνολο 823, με τη μεγαλύτερη «αιμορραγία» να εντοπίζεται στις κατηγορίες Δευτεροβάθμιας και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης. Η παράταξη κατήγγειλε ότι η Περιφερειακή Αρχή αξιοποίησε συνειδητά αυτές τις ελλείψεις για να εκχωρήσει σε ιδιώτες εργολάβους κρίσιμους τομείς, όπως η καθαριότητα και οι εργασίες γενικών καθηκόντων, χωρίς να έχει ζητήσει ούτε μία πρόσληψη μόνιμου προσωπικού σε αυτές τις κατηγορίες από το 2011.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις νευραλγικές υπηρεσίες της Πολιτικής Προστασίας, όπου η υποστελέχωση έφτασε το 55% στα Γιάννενα, και της Δημόσιας Υγείας, όπου ελάχιστοι επόπτες καλούνται να ελέγξουν ολόκληρους νομούς, με αποτέλεσμα την αδυναμία εντοπισμού σοβαρών περιβαλλοντικών εγκλημάτων. Παράλληλα, τονίστηκε η εγκατάλειψη του πρωτογενούς τομέα λόγω των 40 κενών στις Διευθύνσεις Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής (ΔΑΟΚ), αλλά και η «αδυναμία εκτέλεσης» έργων από τις Τεχνικές Υπηρεσίες, η οποία οδηγεί στην πρόσληψη πανάκριβων τεχνικών συμβούλων και σε μελέτες κακής ποιότητας. Στο πλαίσιο της παρέμβασής της, η περιφερειακή σύμβουλος της “Λαϊκής Συσπείρωσης” Κωνσταντίνα Ζέκα ζήτησε απαντήσεις για τα δομικά προβλήματα που προέκυψαν από αυτή την πολιτική. Συγκεκριμένα ερωτήθηκε η Περιφερειακή Αρχή πόσες συμβάσεις τεχνικών συμβούλων συνήψε τη διετία 2023-2024 αντί για προσλήψεις και πόσοι εργαζόμενοι απασχολήθηκαν μέσω διαφόρων προγραμμάτων με συμβάσεις έργου. Επίσης ζητήθηκε να εξηγηθεί για ποιο λόγο από το 2011 μέχρι σήμερα δεν ζητήθηκε ούτε μία πρόσληψη προσωπικού στις κατηγορίες ΔΕ και ΥΕ παρά τα τεράστια κενά και πώς δικαιολογήθηκε η επιλογή κάλυψης πάγιων αναγκών μέσω εργολάβων. Επιπλέον τέθηκε το ζήτημα του πώς διασφαλίστηκε στην πράξη η επιχειρησιακή ετοιμότητα απέναντι σε φυσικές καταστροφές όταν η Πολιτική Προστασία στελεχώνεται από ελάχιστους υπαλλήλους, αλλά και πώς προστατεύθηκαν οι αγρότες όταν οι υπηρεσίες επιστημονικής στήριξης παρέμειναν υποστελεχωμένες. Τέλος, ζητήθηκαν εξηγήσεις για το πώς ελέγχθηκε αποτελεσματικά η δημόσια υγεία με ελάχιστους επόπτες και ποιος ωφελήθηκε τελικά από την απόκρυψη αυτών των κενών.
Ο Περιφερειάρχης Ηπείρου Αλ. Καχριμάνης απαντώντας τόνισε πως δεν υπάρχει συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου που να μην έχει αναφέρει ελλείψεις προσωπικού σε ειδικότητες όπως οι χειριστές για τους οποίους διαπιστώνονται πολύ μεγάλες ελλείψεις τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Η Περιφέρεια δε λειτουργεί εκτός κρατικής διοίκησης, σημείωσε, υποβάλλει αιτήματα για προσλήψεις, έχει ζητήσει την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων και από το 2011, έχουν προσληφθεί μόνιμοι και ΙΔΑΧ όλων των βαθμίδων, 62 θέσεις όλων βαθμιδων είναι δεσμευμένες και θα καλυφθούν μέσω διαγωνισμού του ΑΣΕΠ ενώ οι θέσεις ΥΕ δεν έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο Εσωτερικών. Δεδομένο είναι πως τομείς όπως η καθαριότητα δε μπορεί να καλυφθεί από το υπάρχον προσωπικό και γίνεται συνεργασία με εξωτερικούς συνεργάτες και το ίδιο συμβαίνει και με την Πολιτική Προστασία, μετά προσκλήσιες και το σύστημα αυτό είναι αποτελεσματικότατο και οικονομικό, λύνονται προβλήματα που παρουσιάζονται συνεχώς, υποστήριξε ο κ. Καχριμάνης. Τέλος τον πολίτη τον ενδιαφέρει πως θα λυθεί το πρόβλημα και όχι το ποιος το λύνει, κατέληξε ο κ. Καχριμάνης.
