ΕΤΕ: Ο τουρισμός απορροφά έως και το 15% των πωλήσεων της ελληνικής παραγωγής τροφίμων
Η Εθνική Τράπεζα εκτιμά ότι ο τουρισμός απορροφά έως και το 15% των πωλήσεων της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων, δημιουργώντας σημαντικές αναπτυξιακές ευκαιρίες για τις επιχειρήσεις.
Η τουριστική ζήτηση στην Ελλάδα απορροφά περίπου 10%-15% των πωλήσεων της βιομηχανίας τροφίμων της χώρας μας, αναφέρει η Εθνική Τράπεζα σε σχετική ανάλυση, υπογραμμίζοντας τα περιθώρια περαιτέρω ενίσχυσης που έχει ο κλάδος, ιδιαίτερα για τις εγχώριες μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Οι αναλυτές της ΕΤΕ σημειώνουν εκτενώς τα εξής:
Σε μια περίοδο όπου ο ελληνικός τουρισμός καταγράφει διαδοχικά ιστορικά υψηλά επίπεδα αφίξεων και εισπράξεων, ενώ η ζήτηση για αυθεντικές γαστρονομικές εμπειρίες ενισχύεται διεθνώς, το ενδιαφέρον στρέφεται στον βαθμό που αυτή η δυναμική μεταφράζεται σε αναπτυξιακές ευκαιρίες για την ελληνική βιομηχανία τροφίμων.
Η τελευταία έρευνα συγκυρίας της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας δείχνει ότι ο κλάδος τροφίμων έχει ήδη αξιοποιήσει μέρος αυτής της δυναμικής, με τον τουρισμό να λειτουργεί ως διακριτό κανάλι ζήτησης, ενώ οι επιχειρήσεις που έχουν προχωρήσει σε οργανωμένες συνεργασίες με τουριστικές επιχειρήσεις εμφανίζουν σαφώς ισχυρότερα οφέλη σε πωλήσεις και κερδοφορία.
Συγκεκριμένα, ο κλάδος τροφίμων σημείωσε δυναμική πορεία την τελευταία πενταετία, με τον δείκτη βιομηχανικής παραγωγής να υπεραποδίδει έναντι της Ευρώπης, αυξανόμενος κατά 4,5% ετησίως έναντι 0,8% αντίστοιχα την περίοδο 2020-2025.
Μεταξύ των βασικών πυλώνων αυτής της υπεραπόδοσης ήταν, αφενός, η αυξημένη εξωστρέφεια των ελληνικών τροφίμων και, αφετέρου, η ώθηση της εγχώριας κατανάλωσης από την ανοδική τουριστική δραστηριότητα. Ενδεικτικά, λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο ημερήσιων τουριστών και τη σχετική τους δαπάνη έναντι των Ελλήνων καταναλωτών, εκτιμάται ότι η τουριστική ζήτηση απορροφά περίπου 10%-15% των πωλήσεων τροφίμων.
Η σημασία αυτού του καναλιού αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω την επόμενη δεκαετία, καθώς η διεθνής τουριστική ζήτηση εκτιμάται ότι μπορεί να αυξηθεί κατά περίπου 50%, ενώ η Ελλάδα διατηρεί διαχρονικά μερίδιο κοντά στο 2% των διεθνών αφίξεων και η γαστρονομία αποκτά αυξανόμενο ρόλο στις τουριστικές προτιμήσεις.
Η έρευνα της ΕΤΕ δείχνει ότι η ευκαιρία αυτή έχει γίνει ευρέως αντιληπτή από τις ΜμΕ τροφίμων, καθώς το 91% του τομέα αναγνωρίζει τον τουρισμό ως στήριγμα για τον κλάδο, τόσο σε νησιωτικές όσο και σε αστικές περιοχές. Ακόμη σημαντικότερο, η αναγνώριση αυτή έχει ήδη μεταφραστεί σε επιχειρηματική κινητοποίηση: τα 2/3 των επιχειρήσεων τροφίμων έχουν προβεί σε σχετικές ενέργειες, κυρίως μέσω συνεργασιών με ξενοδοχεία και εστιατόρια για την προώθηση των προϊόντων τους. Η κινητοποίηση είναι εντονότερη στις νησιωτικές επιχειρήσεις, όπου το 72% έχει αναπτύξει τέτοιες συνεργασίες, έναντι 50% στις λοιπές περιοχές, αντανακλώντας πιθανότατα την ισχυρότερη σύνδεση των τοπικών οικονομιών με την τουριστική δραστηριότητα.
Η κινητοποίηση αυτή φαίνεται να έχει ήδη μετρήσιμο οικονομικό αποτύπωμα, με τις οργανωμένες συνεργασίες να οδηγούν σε σαφώς μεγαλύτερα οφέλη σε σχέση με μια πιο παθητική αξιοποίηση της τουριστικής ζήτησης.
Ειδικότερα, οι ΜμΕ τροφίμων που έχουν συνάψει συνεργασίες με τουριστικές επιχειρήσεις τετραπλασιάζουν την πιθανότητα ουσιαστικής συνεισφοράς της τουριστικής ζήτησης στις πωλήσεις τους, σε σύγκριση με επιχειρήσεις που δεν έχουν προχωρήσει σε αντίστοιχες ενέργειες.
Παράλληλα, τα οφέλη δεν περιορίζονται στην αύξηση των πωλήσεων: περίπου το 1/4 του τομέα καταγράφει ταυτόχρονη άνοδο πωλήσεων και περιθωρίων κέρδους μέσω των συνεργασιών, περίπου 60% πετυχαίνει επιμέρους άμεσα οφέλη, ενώ 12% περιορίζεται κυρίως σε έμμεσα οφέλη, όπως ευκαιρίες δικτύωσης. Με αυτή την έννοια, ο τουρισμός λειτουργεί για τα ελληνικά τρόφιμα ως μια μορφή «εγχώριας εξαγωγικής αγοράς»: φέρνει διεθνή ζήτηση εντός της χώρας, με χαμηλότερο κόστος πρόσβασης σε σχέση με τις κλασικές εξαγωγές, και ήδη αποτελεί ενεργό μηχανισμό ανάπτυξης για τον κλάδο, ενισχύοντας τόσο τις πωλήσεις όσο και τη χρηματοοικονομική του επίδοση.
Ωστόσο, η τουριστική ζήτηση δεν μετατρέπεται αυτόματα σε σταθερές πωλήσεις και υψηλότερα περιθώρια κέρδους. Η βασική πρόκληση για τις επιχειρήσεις τροφίμων δεν είναι πλέον η αναγνώριση της ευκαιρίας, αλλά η μετατροπή της σε οργανωμένο και αξιόπιστο κανάλι Β2Β πωλήσεων προς τον τουριστικό κλάδο.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι δεν υπάρχει μία μοναδική «συνταγή» επιτυχίας: οι επιχειρήσεις μπορούν να στηριχθούν σε διαφορετικά πλεονεκτήματα, όπως η ποιότητα και διαφοροποίηση του προϊόντος, η ανταγωνιστικότητα κόστους ή οι στοχευμένες κινήσεις δικτύωσης, ενώ η γεωγραφική εγγύτητα με τουριστικές περιοχές φαίνεται να έχει περιορισμένη σημασία.
Συνεπώς, το ζητούμενο δεν είναι η αντιγραφή ενός κοινού μοντέλου, αλλά η ικανότητα κάθε επιχείρησης να μετατρέψει το δικό της πλεονέκτημα σε επαναλαμβανόμενες σχέσεις προμήθειας, μέσα από σταθερή παραγωγή, επαρκές μέγεθος, συνεργατική ικανότητα και επιχειρησιακή ωριμότητα.
Ακολούθησε το Epirusgate.gr στο Google News για όλες τις τελευταίες ειδήσεις
πηγή στη Google
Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ. 252033