Σε «ψηφιακό θόρυβο», που προκλήθηκε λόγω αποσυγχρονισμού σε πλήθος ετερογενών διατάξεων και διεπαφών οι οποίες καταλήγουν στις εγκαταστάσεις των ΚΕΠΑΘΜ, αποδίδεται το μπλακ άουτ στις επικοινωνίες του FIR Αθηνών, που σημειώθηκε την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026. Αυτό προκύπτει από το πόρισμα της Επιτροπής Διερεύνησης, το οποίο υποβλήθηκε σήμερα στον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών Χρίστο Δήμα.
Σύμφωνα με την έκθεση των εμπειρογνωμόνων, ο αποσυγχρονισμός είχε ως αποτέλεσμα την ακούσια ενεργοποίηση και τη συνεχή εκπομπή κρίσιμου αριθμού πομπών, προκαλώντας υποβάθμιση ή και διακοπή κρίσιμων τηλεπικοινωνιακών διασυνδέσεων.
Καμία ένδειξη κυβερνοεπίθεσης ή κακόβουλης ενέργειας
Στο πόρισμα επισημαίνεται με σαφήνεια ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις κυβερνοεπίθεσης ή εξωγενούς κακόβουλης παρεμβολής. Το περιστατικό αποδίδεται αποκλειστικά σε τεχνικούς λόγους που σχετίζονται με τη λειτουργία και τη διασύνδεση των συστημάτων.
Η πλήρης επαναφορά των υπηρεσιών, σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, επετεύχθη μετά από επανασυγχρονισμό και επανεκκινήσεις των συστημάτων, οι οποίες ακολούθησαν την επαναδρομολόγηση της κίνησης στο δίκτυο κορμού.
Μέτρα ασφάλειας πτήσεων και σταδιακή αποκατάσταση
Για λόγους ασφάλειας πτήσεων επιβλήθηκε πλήρης περιορισμός χωρητικότητας (zero rate), ενώ εφαρμόστηκαν προβλεπόμενες διαδικασίες έκτακτης ανάγκης. Η επαναφορά των παρεχόμενων υπηρεσιών πραγματοποιήθηκε σταδιακά και η πλήρης αποκατάσταση ολοκληρώθηκε στις 16:53 τοπική ώρα, μετά από εκούσια ενέργεια του τηλεπικοινωνιακού παρόχου.
Με βάση τις αναφορές στην πλατφόρμα ECCAIRS και την αξιολόγηση της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας, το περιστατικό κατατάχθηκε ως χαμηλής διακινδύνευσης (Green Area), χωρίς καταγραφή παραβίασης ελαχίστων διαχωρισμών.
Δεν τέθηκε ζήτημα αεροπορικής ασφάλειας
Στο κεφάλαιο που αφορά την αεροπορική ασφάλεια, η Επιτροπή αναφέρει ότι δεν διαπιστώθηκε έκθεση αεροσκαφών σε άμεσο ή έμμεσο κίνδυνο. Παράλληλα, επαναλαμβάνεται ότι δεν υπήρξε καμία ένδειξη εξωτερικής παρέμβασης ή κακόβουλης ενέργειας.
Παρωχημένη τεχνολογία στις κρίσιμες υποδομές
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο γεγονός ότι το υφιστάμενο σύστημα επικοινωνιών φωνής της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (VCS – Voice Communication System), καθώς και κρίσιμες τηλεπικοινωνιακές υποδομές που το υποστηρίζουν, βασίζονται σε παρωχημένη τεχνολογία SDH (Synchronous Digital Hierarchy). Η συγκεκριμένη τεχνολογία βρίσκεται εκτός υποστήριξης από τον κατασκευαστή, χωρίς δυνατότητα παροχής ουσιαστικών εγγυήσεων αξιοπιστίας και λειτουργίας.
Οι εισηγήσεις της Επιτροπής για αποτροπή αντίστοιχων περιστατικών
Η Ειδική Επιτροπή καταλήγει σε πέντε βασικές εισηγήσεις:
-
επίσπευση της μετάβασης σε τεχνολογία VoIP, με την ολοκλήρωση της προμήθειας, εγκατάστασης και επιχειρησιακής λειτουργίας του νέου VCS/RCS και των 495 νέων πομποδεκτών
-
θεσμοθέτηση σταθερού κοινού μηχανισμού άμεσης απόκρισης ΥΠΑ–ΟΤΕ, με τυποποιημένες διαδικασίες διαχείρισης κρίσεων και εκπαίδευση υπό την εποπτεία της ΑΠΑ
-
ενίσχυση των υποδομών με τηλεμετρία και τηλεχειρισμό, καθώς και δυνατότητα διαγνωστικών ελέγχων από άκρο σε άκρο
-
ενίσχυση της εποπτείας του ραδιοφάσματος από την ΕΕΤΤ για έγκαιρο εντοπισμό παρεμβολών και ανωμαλιών
-
μετεγκατάσταση των εγκαταστάσεων των ΚΕΠΑΘΜ σε καταλληλότερο περιβάλλον, με στόχο τη μείωση συστημικών κινδύνων και την αδιάλειπτη παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας
Ποιοι συμμετείχαν στην Επιτροπή Διερεύνησης
Στην Επιτροπή Διερεύνησης, υπό τον διοικητή της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας Χρήστο Τσίτουρα, συμμετείχαν ο διοικητής της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας Μιχάλης Μπλέτσας, ο συνταγματάρχης Δημήτριος Ζαμπακόλας, μηχανικός επικοινωνιών και επιτελής του ΓΕΕΘΑ, καθώς και ο υποδιευθυντής εποπτείας φάσματος της ΕΕΤΤ Νίκος Ηγουμενίδης. Συμμετείχε επίσης εκπρόσωπος του EUROCONTROL, ενώ ως παρατηρητής παρευρέθηκε εκπρόσωπος του EASA.
Η Επιτροπή αναγνώρισε ως εμπλεκόμενους φορείς την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας και τον ΟΤΕ, από τους οποίους ζήτησε και έλαβε επίσημες αναφορές, αξιολογώντας παράλληλα στοιχεία από συνεντεύξεις στελεχών των δύο οργανισμών.
