Γράφει ο Κώστας Παπαθεοδώρου

Θυμωμένος με επισκέφτηκε ξημερώματα χθες ο Βούδας για να μου θυμίσει ότι: «Ο κόσμος
αλλάζει όταν ο καθένας από μας κάνει καθημερινά μια μικρή καλή πράξη».
«Παράτα μας Βούδα», αντιτείνω εκνευρισμένος καθώς μου διέλυε τον ύπνο! «Ζεις στο
απώτατο παρελθόν. Ο κόσμος έχει αλλάξει. Οι αλλαγές στις μέρες μας και στις κοινωνίες
μας, ούτε διατάσσονται μήτε και επιβάλλονται».
Ο ανάγωγος, μου έριξε φάσκελο ξεγυρισμένο και…
χάθηκε στο σκοτάδι μουρμουρίζοντας:
«Ανεπίδεκτε, κοιμάσαι τον μακάριο ύπνο. Αναμένεις- μάταια φυσικά- τον από μηχανής
θεό να σου λύσει με μιας, όλα σου τα προβλήματα, Προβλήματα που δεν θα είχες εάν
καθημερινά έβγαζες μια πετρούλα από τον τοίχο των αδιεξόδων σου. Η επίκληση των θεών
είναι το βολικό πρόσχημα, το άλλοθι των- ανά τους αιώνες- παραιτημένων. Κοιμήσου
μ@λάκα…»
Πάει ο ύπνος. Έγινα έξαλλος. «Εγώ ρε τσόγλανε. Έχω συμμετάσχει σε εκατοντάδες πορείες,
διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις, ψηφοφορίες, εκλογές… Εγώ, έγραψα χιλιάδες άρθρα,
εκατομμύρια λέξεις κριτικάροντας, καταγγέλλοντας, αποκαλύπτοντας, ξεσκεπάζοντας τους
εξουσιαστές και νουθετώντας, παρακινώντας τους εξουσιαζόμενους…».
Τις τελευταίες λέξεις αμφιβάλλω αν τις άκουσε. Ήδη είχε απομακρυνθεί…
Απέμεινα αποσβολωμένος μέσα στη νύχτα. Την ατυχία μου. Ξυπνάω και είναι νύχτα. Και
σήμερα νύχτα…ξημερώνει! Χωρίς αστέρια, δίχως μάγους. Ακίνητος ο μικρόκοσμός μου. Τι
και αν ο μέγα-κόσμος στροβιλίζεται σαν carouzel.
Κάθε μέρα, νέα νύχτα. Και όλα φαντάζουν ίδια στο σκοτάδι. Έρεβος! Βολικές οι μάσκες.
Καλύπτουν τα άκαμπτα και δίχως συναισθήματα οργής, θυμού και αγανάκτησης πρόσωπα
μας. Αποκάρωση, παραίτηση, ήττα. Και το χειρότερο όλων είναι η αποδοχή.
Πυρπολούν τις αισθήσεις μου οι συγκλονιστικές λίγες λέξεις αποχαιρετισμού του υπέροχου
δάσκαλου και μεγάλου Έλληνα Γεώργιου Μαγκάκη: «Σαλπάρω ήρεμος για τον άλλο κόσμο.
Αυτόν που αφήνω πίσω μου σίγουρα δεν είναι πια η Ελλάδα μου. Αυτός είναι άλλος τόπος
με ανθρώπους άλλης φυλής. Δεν με αφορούν».
Πριν μερικές μέρες ανέβηκα στο Γράμμο. Ταξίδι αυτογνωσίας. Μια ολίσθηση στης μνήμης
τον πάγο. Στόχος, βασική φιλοδοξία μου- ήταν να εξιστορήσω με λόγια και εικόνες στον
Ορέστη που, πότε και πως πέθανε η σύγχρονη Ελλάδα. Γιατί αυτοκτόνησε και τι μπορεί να
την ξαναναστήσει!
«Ο άνθρωπος είναι το σύνολο των δυστυχιών του. Μια μέρα θα μπορούσες να σκεφτείς ότι
η δυστυχία απέκαμε, αλλά τότε η δυστυχία σου θα είναι ο χρόνος…». Δραματικός ο
συλλογισμός του William Faulkner στο αριστούργημα του: «η βουή και η μανία».
Η δυστυχία του ανθρώπου είναι ο εγκλωβισμός στο χρόνο. Και αυτή η κρίση έχει
κατακερματίσει το χρόνο εκτοξεύοντας τα θραύσματα της στο μέλλον. Μέχρι το 2060 και
βλέπουμε. Μέχρι τότε μόνο υποχρεώσεις και όχι όνειρα. Εξάλλου, ποιος σημερινός μπορεί
να ονειρευτεί το τέλος του αιώνα. Μόνο τα αγέννητα παιδιά…
Ελλάδα και Έλληνες ζούμε φυλακισμένοι στο παρελθόν, φιλοτεχνώντας απλώς τη μαγική
εικόνα μέσω των προσωπικών και συλλογικών εθνικών μας αναμνήσεων. Ο καθείς με την
ιδιαιτερότητα και το ύφος του
Και όσο περνούν οι ώρες, οι μέρες και τα χρόνια, η χώρα παρακμάζει δίχως να
αντιλαμβανόμαστε το βάθος της πτώσης. Έτσι όπως η μάνα δεν σταματά να αναβιώνει τις
δόξες του παρελθόντος και δεν παύει να επαναλαμβάνει ότι ο γιος της είναι πάντα ο
καλύτερος…
Παρακολουθώ αναπόδραστα την επικαιρότητα. Όλα συμβαίνουν στο φτερό, χωρίς στην
πραγματικότητα να γίνεται τίποτε. Γιατί, απλά, όλα έχουν ξανασυμβεί στο παρελθόν. Μόνο
που εμείς δεν είμαστε, αυτοί που ήμασταν…
Υπάρξεις χωρίς μέλλον, άθροισμα των εμπειριών και των δυστυχιών μας. Το παρόν δεν
είναι τίποτε παρά άτακτος λόγος, απόηχος και το μέλλον είναι ήδη παρελθόν…
Αυτή άραγε δεν είναι και η φυσική ιστορία μας; Βυθιζόμαστε και αναδυόμαστε για να
ξαναπέσουμε πάλι στο παρελθόν. «Το παρόν δεν υφίσταται είναι μια απόληξη. Όλα ήταν…»
έγραψε ο Σάρτρ…
Η παραδοχή είναι επαναστατική, η αποδοχή καταθλιπτική. Η άρνηση και η απόρριψη είναι
το πρώτο πετραδάκι στο τζάμι. Μπορεί και να χρειαστεί να σπάσουν πολλά κεφάλια αλλά
στο τέλος θα καταρρεύσουν τα τείχη. Και καλύτερα να σπάσουν στον τοίχο παρά να
πέσουν στη λαιμητόμο. Τουλάχιστον θα ανοίξουν πέρασμα για τους επόμενους.
Ζούμε σε παράδοξους καιρούς. Εάν έτσι συνεχίσουν να κυλούν τα πράγματα θα
κληροδοτήσουμε στα παιδία μας αυτή τη διεστραμμένη ζώσα ιστορία όπου ανακατεύονται
προδομένες επαναστάσεις και τρελαμένες τεχνολογίες, ληγμένοι θεοί και ξοφλημένες
ιδεολογίες. Μια παρακαταθήκη, όπου ακατάλληλες ηγεσίες διαχειρίζονται το τίποτε και
καταστρέφουν τα πάντα. Πορευόμαστε, χρόνια τώρα σε μια κατηφόρα όπου η νοημοσύνη
ταπεινώνεται…
Ελπίζω και σιγοντάρω ότι η γενιά των επερχόμενων – εκκινώντας από τις αρνήσεις της- θα
αποκαταστήσει, έστω, κάτι από την αξιοπρέπεια της ζωής και του θανάτου. Έχουν τη
δύναμη. Και την τέχνη και την τεχνική. Οφείλουν να αναμετρηθούν με τα τέρατα της
ιστορίας. Εφόσον αποκτήσουν αυτοσυνείδηση. Και επίγνωση της ιδιαίτερότητάς τους.
Η Ελλάδα διαθέτει κορυφαία «μυαλά» σε πολύ υψηλό ποσοστό, περίπου 30 φορές πάνω
από την πληθυσμιακή αναλογία της. Ωστόσο, οι περισσότεροι Έλληνες επιστήμονες με
ισχυρή επιρροή βρίσκονται σε εργαστήρια του εξωτερικού. Ο ελληνισμός διαθέτει περίπου
το 3% των επιστημόνων κορυφαίας εμβέλειας παγκοσμίως, αν και ο πληθυσμός της
Ελλάδας ή των Ελλήνων διεθνώς αντιστοιχεί μόνο στο 0,15% των κατοίκων του πλανήτη.
Συνολικά 336 επιστήμονες με ελληνικά ονόματα περιλαμβάνονται στους κορυφαίους
επιστήμονες. Η συντριπτική πλειονότητά τους είναι στο εξωτερικό και συνήθως άγνωστοι
στην Ελλάδα όπου συχνά-πυκνά επικρατούν ασήμαντοι, φιλόδοξοι και κομματικά,
συνδικαλιστικά και παραθρησκευτικά, δικτυωμένοι.
«Οι καλύτεροι Έλληνες επιστήμονες έχουν μαζικά εξοριστεί από την Ελλάδα. Μια
φθίνουσα μειονότητα εξακολουθεί να ζει στην Ελλάδα, συχνά σε συνθήκες σκληρής
εσωτερικής εξορίας. Η έλλειψη χρηματικών πόρων, υποδομών και υποστήριξης για την
επιστήμη και την έρευνα είναι βέβαια πασιφανής, αλλά δεν είναι ο μόνος λόγος γι’ αυτήν
τη φυγή του καλύτερου δυναμικού που διαθέτει η χώρα. Θεωρώ ότι ακόμη χειρότερος λόγος είναι η έλλειψη συλλογικού κοινωνικού οράματος για την ανάδειξη της αριστείας και
η εκτεταμένη επικράτηση των μετρίων στον ακαδημαϊκό, πολιτικό, και ευρύτερο κοινωνικό
βίο που οδηγεί σε απαξίωση και μιζέρια», γράφει στο πρόσφατο βιβλίο του ο καθηγητής
στο Στάνφορντ Γιάννης Ιωαννίδης.
Καληνύχτα…

Κοινοποίηση

Κοινοποιείστε στους φίλους σας!