Στην καρδιά της πόλης, εκεί όπου υποτίθεται ότι χτυπά ο παλμός της καθημερινότητας, η εικόνα μιλά από μόνη της: ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο με άνεση εκεί όπου κανονικά θα έπρεπε να κινούνται πολίτες, παιδιά, ποδήλατα και ιδέες, έστω κι αν η πλατεία των Ιωαννίνων δεν ολοκληρώθηκε ακόμη.

Η κεντρική πλατεία δεν είναι για την ώρα ένας χώρος συνάντησης, είναι απλώς ένας ακόμη αυτοσχέδιος χώρος στάθμευσης.

Μπορεί να φαίνεται ένα μεμονωμένο περιστατικό, είναι όμως και η αποτύπωση μιας βαθύτερης νοοτροπίας: «βολεύομαι όπου μπορώ, γιατί μπορώ». Η έννοια του δημόσιου χώρου μετατρέπεται σε προσωπικό προνόμιο, ενώ οι κανόνες μοιάζουν να ισχύουν μόνο για όσους έχουν την ατυχία να τους σέβονται.

Και κάπου εδώ γεννάται το εύλογο ερώτημα: πού είναι ο έλεγχος; Πού είναι η ευθύνη; Πού είναι εκείνη η περιβόητη «ποιότητα ζωής» που τόσο εύκολα επικαλούμαστε ; Γιατί μια πόλη δεν κρίνεται μόνο από τις βιτρίνες της, αλλά από το πώς φέρεται στους κοινόχρηστους χώρους της.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι το ίδιο το αυτοκίνητο. Είναι η αδιαφορία που το συνοδεύει. Η σιωπηρή αποδοχή. Η καθημερινή μικρή παραβίαση που, αθροιστικά, διαμορφώνει μια πόλη χωρίς κανόνες και χωρίς απαιτήσεις από τον εαυτό της.

Αν η πλατεία είναι το σαλόνι της πόλης, τότε μάλλον έχουμε αποφασίσει να το μετατρέψουμε σε γκαράζ. Και αυτό λέει πολλά — όχι για το αυτοκίνητο, αλλά για εμάς. Και για εκείνους που ασκούν ελέγχους…