Την τελευταία δεκαετία, οι μαρίνες της Θεσπρωτίας γνωρίζουν αυξανόμενο ενδιαφέρον τόσο από τον τουριστικό όσο και από τον επιχειρηματικό τομέα. Με τις φυσικές ομορφιές της περιοχής και τη στρατηγική της θέση στο Ιόνιο Πέλαγος, θα περίμενε κανείς ότι η ανάπτυξη των λιμενικών υποδομών θα συνοδευόταν από ουσιαστική βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Ωστόσο, η πραγματικότητα για τους επαγγελματίες, τους ιδιοκτήτες σκαφών και τους επισκέπτες είναι διαφορετική: σημαντικές αυξήσεις σε τέλη και χρεώσεις, χωρίς την αντίστοιχη αναβάθμιση των υποδομών ή την παροχή νέων, ποιοτικών υπηρεσιών.
Το παρόν άρθρο εξετάζει το φαινόμενο αυτής της άνισης σχέσης ανάμεσα στο κόστος και την ανταποδοτικότητα, αναδεικνύοντας τις επιπτώσεις του στην τοπική οικονομία, στον τουρισμό και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Από τον Οκτώβριο του 2023, με την παραχώρηση του 67% του Οργανισμού Λιμένος Ηγουμενίτσας (Ο.Λ.ΗΓ. Α.Ε.) στον ιταλικό Όμιλο Grimaldi, οι μαρίνες των Συβότων, της Πλαταριάς και της Σαγιάδας πέρασαν σε νέα διαχείριση. Η συγκεκριμένη ιδιωτικοποίηση παρουσιάστηκε ως επενδυτική ευκαιρία, με πολλές υποσχέσεις για ανάπτυξη, εκσυγχρονισμό και δημιουργία ενός νέου λιμενικού τοπίου στη Θεσπρωτία.
Ωστόσο, εννέα μήνες μετά, η εικόνα που βιώνουν οι χρήστες των λιμανιών δεν έχει καμία σχέση με τα μεγαλόπνοα σχέδια που παρουσιάστηκαν. Αντιθέτως, το μόνο που άλλαξε –και μάλιστα απότομα– ήταν οι τιμές.
Για παράδειγμα, η ημερήσια χρέωση ελλιμενισμού για ένα σκάφος 7 μέτρων, που μέχρι πρότινος κυμαινόταν στα 8-10 ευρώ, σήμερα φτάνει τα 35 ευρώ με ΦΠΑ – μια αύξηση της τάξης του 250%. Αντίστοιχα, η μηνιαία θέση, που κόστιζε περίπου 300 ευρώ, έχει πλέον φτάσει στα 400 ευρώ. Αυτές οι αυξήσεις δεν συνοδεύτηκαν από καμία ουσιαστική βελτίωση.
Δεν έχουν τοποθετηθεί νέες τουαλέτες, ντουζιέρες, σταθμός καυσίμων ή άλλες βασικές διευκολύνσεις για τους ιδιοκτήτες και τους επισκέπτες των σκαφών. Καμία ορατή αναβάθμιση δεν έχει γίνει στις υποδομές, πέραν της δημιουργίας λίγων νέων πλωτών θέσεων (ρεμέτζα). Με άλλα λόγια: καμία ανταποδοτικότητα.
Η τοπική κοινωνία, οι επαγγελματίες του τουρισμού και οι ιδιοκτήτες σκαφών αντιμετωπίζουν μια πρωτοφανή μεταβολή της κατάστασης. Ο θαλάσσιος τουρισμός, που αποτελεί βασικό πυλώνα ανάπτυξης της περιοχής, υφίσταται επιπλέον οικονομική πίεση. Η προσβασιμότητα μειώνεται, το κόστος εκτοξεύεται, ενώ η ποιότητα παραμένει στάσιμη.
Είναι απορίας άξιο πώς μπορεί να θεωρείται “επένδυση” η αύξηση των τιμολογίων χωρίς καμία αντίστοιχη παροχή υπηρεσιών. Είναι η γνωστή λογική του “πληρώνεις περισσότερα, παίρνεις τα ίδια” – ή και λιγότερα.
Η κατάσταση απαιτεί άμεση διαφάνεια και λογοδοσία. Η διοίκηση του ΟΛΗΓ και η Grimaldi οφείλουν να δώσουν απαντήσεις:
-
Πού βρίσκονται οι υποσχόμενες βελτιώσεις;
-
Ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης των έργων;
-
Γιατί εφαρμόστηκαν αυξήσεις πριν καν γίνουν οι στοιχειώδεις παρεμβάσεις;
-
Υπάρχει πρόβλεψη για διαφοροποιημένα επαγγελματικά τιμολόγια;
-
Και, κυρίως, υπάρχει διάθεση να ακούσουν την τοπική κοινωνία ή απλώς να τη χρεώσουν;
Η ανάπτυξη δεν μπορεί να έχει μονόπλευρη κατεύθυνση. Δεν μπορεί να σημαίνει μόνο κέρδος για τους επενδυτές και ζημία για τους πολίτες. Αντιθέτως, οφείλει να στηρίζεται στην ισόρροπη σχέση κόστους–οφέλους, στη βελτίωση της εμπειρίας των επισκεπτών, στη στήριξη των ντόπιων επαγγελματιών και στην ενίσχυση της περιοχής.
Και η φωνή της τοπικής κοινωνίας πρέπει να ακουστεί – δυνατά και καθαρά.
Σημείωση: Το παρόν κείμενο βασίζεται σε καταγεγραμμένες αυξήσεις τιμών, προσωπικές εμπειρίες χρηστών των μαρινών και στη δημόσια εικόνα των εγκαταστάσεων, όπως παραμένουν μέχρι και σήμερα.
Με εκτίμηση,
Εμμανουήλ Ι. Ιωαννίδης
