Το 1961 ο Ιωάννης Δαλκαφούκης δημιούργησε στη Θεσσαλονίκη μια μάντρα δομικών υλικών, η οποία δεν έμοιαζε με τις άλλες. Στον χώρο της υπήρχαν υλικά ασυνήθιστα στη Βόρεια Ελλάδα: ελαφρόπετρα Σαντορίνης και θηραϊκή γη, μια φυσική ποζολάνη που «γεννιέται» στο ηφαίστειο και είναι απαραίτητη για τα κονιάματα που χρησιμοποιούνται σε μνημεία και παραδοσιακά κτήρια. Ο Ιωάννης Δαλκαφούκης δεν είχε καταγωγή από τη Θήρα ή σχέση με το νησί, αλλά η έλλειψη τέτοιων υλικών στη βορειοελλαδική αγορά τον οδήγησε στη συγκεκριμένη επιχειρηματική απόφαση, η οποία τον δικαίωσε: η θηραϊκή γη που έφερνε στη Θεσσαλονίκη χρησιμοποιήθηκε κατά τις εργασίες αποκατάστασης της Ροτόντας, του εμβληματικού μνημείου του 4ου αιώνα στην πόλη, μετά τον μεγάλο σεισμό του 1978. Και η επιχείρησή του όχι απλώς επιβίωσε, αλλά εδώ και λίγα χρόνια έχει εντάξει στο δυναμικό της και την τρίτη γενιά, τα εγγόνια του, Γιώργο και Ιωάννα Μικρού.
«Το να χρησιμοποιείς σε ένα διατηρητέο λανθασμένα δομικά υλικά είναι σαν να κάνεις μετάγγιση αίματος με άλλη ομάδα από αυτή που χρειάζεται ο άνθρωπος»: χρόνια πριν, η κόρη του, Μαρία Δαλκαφούκη, άκουσε σε ένα συνέδριο τη συγκεκριμένη φράση, η οποία εντυπώθηκε στο μυαλό της. Τα «σωστά» δομικά υλικά για κάποιες χρήσεις δεν παράγονταν, ούτε εισάγονταν στην Ελλάδα περίπου 20 χρόνια πριν, όταν παρέλαβε τη «σκυτάλη» της οικογενειακής επιχείρησης ως εκπρόσωπος της δεύτερης γενιάς. Τότε, διαπιστώνοντας το μεγάλο κενό, άρχισε να εισάγει κονιάματα και πρώτες ύλες χωρίς τσιμέντο από την Ιταλία, ως η πρώτη -όπως λέει- εμπορική εταιρεία με το συγκεκριμένο αντικείμενο στην Ελλάδα. Ανάμεσα στους πρώτους πελάτες της ήταν τότε το υπουργείο Πολιτισμού και το Άγιον Όρος, αλλά γρήγορα η παλέτα «άνοιξε» και συμπεριέλαβε εκατοντάδες κτήρια. Στο χαρτοφυλάκιό της προστέθηκαν εκτός από μονές του Αγίου Όρους, διατηρητέα χτισμένα πριν από το 1930, κάστρα και παλιοί φάροι, και, με ορμητήριο τη Θεσσαλονίκη, τα δομικά υλικά που εμπορεύεται βρέθηκαν -μεταξύ άλλων- στην Ακρόπολη, τον Πανάγιο Τάφο στα Ιεροσόλυμα, το Ευπαλίνειο Όρυγμα στη Σάμο και το Οθωμανικό Χαμάμ στο Καστελόριζο, όπως επισημαίνει.
Τα περισσότερα από τα έργα, στα οποία χρησιμοποιούνται δομικά υλικά που εμπορεύεται η εταιρεία της, η Μαρία Δαλκαφούκη τα έχει επισκεφτεί μία ή περισσότερες φορές κατά το στάδιο της αποκατάστασης, για να διαπιστώσει τη σωστή εφαρμογή τους. Όπως λέει, ιδίως μετά την έξαρση της πανδημίας, που οδήγησε πολλούς τεχνίτες εκτός Ελλάδας, οι εξειδικευμένοι μάστορες του είδους λείπουν. Γι’ αυτό η εταιρεία της βρίσκεται σε συζητήσεις με ΜΚΟ και άλλους φορείς στον χώρο του πολιτισμού, για την ίδρυση σχολής, που θα εκπαιδεύει τους τεχνίτες πάνω στην εφαρμογή δομικών υλικών του είδους σε διατηρητέα κτήρια και ιστορικές κατασκευές. Κονιάματα χωρίς τσιμέντο, κατάλληλα για διατηρητέα κτήρια, εξακολουθεί να μην παράγει κάποιος στην Ελλάδα, σημειώνει και προσθέτει ότι τα τελευταία 4-5 χρόνια τα υλικά του είδους εξελίσσονται σε τάση, όχι μόνο για ιστορικά κτήρια, αλλά και για νέες κατασκευές, χάρη στον οικολογικό τους χαρακτήρα, καθώς έχουν διαπνοή, δεν εκπέμπουν ράδιο και μπορούν να ανακυκλωθούν. Άλλωστε, προσθέτει, καθώς η ζήτηση αυξάνεται, οι τιμές αυτών των υλικών τείνουν να ισομεριστούν με τις αντίστοιχες των συμβατικών.

Είναι όντως πανάκριβη η αποκατάσταση ενός διατηρητέου;
«Τα δομικά υλικά ενός διατηρητέου κτηρίου έχουν “ζήσει” μαζί για 200 ή περισσότερα χρόνια, άρα προσπαθείς να τα σεβαστείς, όπως και τον τρόπο κατασκευής του. Χρειάζεται να πας “με τα νερά” του κτηρίου, ώστε να είσαι σίγουρος για το πώς θα αντιδράσει στον χρόνο» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ, Μαρία Δούση, διευθύντρια στο διατμηματικό μεταπτυχιακό πρόγραμμα με τίτλο «Προστασία, συντήρηση και αποκατάσταση μνημείων πολιτισμού» του ΑΠΘ. Συμπληρώνει πως όταν σε ένα διατηρητέο η τοιχοποιία είναι εμφανής ή υπάρχουν -για παράδειγμα- πολύ ιδιαίτερα δάπεδα, χρειάζεται να χρησιμοποιηθούν κατά την αποκατάσταση υλικά πανομοιότυπα με τα αρχικά. Επιπλέον, δεν γκρεμίζεις την τοιχοποιία για να την ξαναφτιάξεις, παρά προσπαθείς να αποτιμήσεις σωστά αυτό που έχεις στα χέρια σου, το οποίο μπορεί να έχει μάλιστα εξαιρετικές αντισεισμικές ιδιότητες.
Αντίθετα, όταν τέτοια στοιχεία (π.χ., τοιχοποιία) δεν είναι εμφανή στα διατηρητέα ή όταν δεν πρόκειται για σημαντικά μνημεία ή για κτήρια ιδιαίτερης σημασίας, η αποκατάσταση γίνεται συχνά με συμβατικά υλικά, που χρησιμοποιούνται στις τρέχουσες κατασκευές, όπως γίνεται κατά κανόνα στα ιδιωτικά έργα, με την αίσθηση ότι είναι πιο οικονομικά. Η αποκατάσταση διατηρητέων ωστόσο, στα οποία χρησιμοποιούνται συμβατά υλικά και μέθοδοι κατασκευής, «δεν είναι ακριβή, αντιθέτως στοιχίζει φθηνότερα ή τουλάχιστον το ίδιο με την ανέγερση ενός νέου κτίσματος, ίδιου μεγέθους», όπως λέει η Μαρία Δούση, επικαλούμενη και τις μελέτες αποκατάστασης που έγιναν σε 10-15 διατηρητέα στη Βόρεια Ελλάδα, ανάμεσα στα οποία το χτισμένο το 1925-1927 κτήριο της Ενωσης Συνακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης (ΕΣΗΕΜ-Θ) στη Στρατηγού Καλλάρη και η έδρα του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (1929) στη Διαγώνιο. Σε σημερινές τιμές, λέει, μια τρέχουσα νέα κατασκευή του 1990 στοίχιζε περί τα 1000 ευρώ, ενώ η σωστή αποκατάσταση ενός διατηρητέου 900-1100 ευρώ ανά τετραγωνικό. «Το υψηλό κόστος της αποκατάστασης των διατητηρέων είναι ένας μύθος που χρειάζεται να καταρριφθεί» τονίζει.
Κυρίαρχη τάση στην Ευρώπη η αποκατάσταση διατηρητέων αλλά στην Ελλάδα οι εξειδικευμένοι τεχνίτες λείπουν
Κατά τη Μαρία Δούση, η αποκατάσταση των διατηρητέων είναι κυρίαρχη τάση στην Ευρώπη, για λόγους όχι μόνο διατήρησης της ιστορικής μνήμης, αλλά και οικονομικούς, αναπτυξιακούς και περιβαλλοντικούς. «Δεν χτίζουμε πλέον καινούργια κτήρια, οι πόλεις έχουν κορεστεί. O David Chipperfield κέρδισε το (αποκαλούμενο και Νόμπελ της αρχιτεκτονικής) βραβείο “Pritzker”, ακριβώς επειδή πρότεινε τέτοιες λύσεις και το θεωρώ πολύ ευχάριστο ότι πολλοί νέοι Ελληνες και Ελληνίδες αρχιτέκτονες έχουν τα τελευταία χρόνια στραφεί στην ανακαίνιση, αποκατάσταση και ενεργειακή αναβάθμιση υφιστάμενων κτηρίων» λέει και προσθέτει ότι στο πεδίο αυτό αναπτύσσεται έρευνα και είναι σε εξέλιξη διατριβές, για το πώς η τεχνολογία μπορεί να βοηθήσει παραδοσιακά υλικά να γίνουν ακόμα ανθεκτικότερα: «Για παράδειγμα, βλέπουμε πώς μπορούμε να βελτιώσουμε τη σύσταση των πηλοκονιαμάτων των ξυλόπηκτων στην Άνω Πόλη, χωρίς να αλλάξουν οι ιδιότητές τους. Όταν έφτιαχναν πηλοκονιάματα ή πηλότουβλα πριν 100 ή 200 χρόνια, έβαζαν μέσα άχυρο. Εμείς βλέπουμε πώς μπορούμε να διατηρήσουμε τις ιδιότητες χρησιμοποιώντας κάποιο άλλο υλικό αντί του άχυρου» σημειώνει.
Επισημαίνει επίσης το έλλειμμα που υπάρχει, ιδίως τα τελευταία χρόνια, σε τεχνίτες εξειδικευμένους στην αποκατάσταση διατηρητέων και μνημείων. «Παλιά υπήρχαν τεχνίτες από τους οποίους οι μηχανικοί μαθαίναμε κιόλας. Πλέον οι παλιοί έχουν πάρει σύνταξη και καινούργιοι δεν εκπαιδεύονται, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλο έλλειμμα δυναμικού» λέει και προσθέτει ότι ίσως μια λύση θα ήταν να υπάρχει στενότερη συνεργασία πάνω σε εκπαιδευτικές δράσεις μεταξύ τεχνιτών και εταιρειών που παράγουν ή εμπορεύονται ειδικά δομικά υλικά για χρήση σε διατηρητέα κτήρια και μνημεία.
Δύο αρχιτέκτονες περιγράφουν «από πρώτο χέρι» τη διαδικασία αποκατάστασης δομικών υλικών σε ένα διατηρητέο
«Από πρώτο χέρι» γνωρίζουν τις δυσκολίες στην αποκατάσταση ενός διατηρητέου, αλλά και στην εξεύρεση ειδικών δομικών υλικών οι αρχιτέκτονες Γιόλα Σαβάνη και Γιώργος Παυλίδης, οι οποίοι μαζί με την Βασιλική Μάσεν, ανέλαβαν το πρότζεκτ της αρχιτεκτονικής μελέτης – επίβλεψης για την αποκατάσταση και επανάχρηση του Μεγάρου Λόγγου, ευρύτερα γνωστού ως «Κόκκινο Σπίτι», στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης. Το «Κόκκινο Σπίτι» έχει χαρακτηριστεί από το Υπουργείο Πολιτισμού ως «διατηρητέο μνημείο με απόλυτη προστασία», στο οποίο εμπεριέχεται και πλούσιος ζωγραφικός και ανάγλυφος διάκοσμος.
Οι δύο αρχιτέκτονες περιγράφουν αναλυτικά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ σε ποια κατάσταση βρίσκονταν τα δομικά υλικά και στοιχεία του διατηρητέου όταν το ανέλαβαν και από πού προμηθεύτηκαν ό,τι έλειπε ή είχε καταστραφεί. Όπως εξηγεί η Γιόλα Σαβάνη, «υπήρχε κάποια καταπόνηση των υλικών, που οφειλόταν στην εγκατάλειψη του κτηρίου, την υγρασία και την παντελή έλλειψη συντήρησης τα τελευταία 30 χρόνια. Διατηρήθηκαν σε πολύ καλή κατάσταση τα εσωτερικά ξύλινα κουφώματα, τα μεταλλικά κιγκλιδώματα και τα γύψινα διακοσμητικά, ενώ σε καλή κατάσταση ήταν επίσης τα μάρμαρα και οι μωσαϊκές βαθμίδες των κλιμακοστασίων. Στους βοηθητικούς χώρους, καθώς και στα δάπεδα των εξωστών και των πλατύσκαλων, διατηρήθηκε το 70% των πολύχρωμων τσιμεντοπλακιδίων. Εξωτερικά διατηρήθηκαν σε καλή κατάσταση τα ανάγλυφα διακοσμητικά κονιάματα, καθώς και το 70% του έγχρωμου σταμπωτού κονιάματος (απομίμηση κόκκινου τούβλου). Δεν διατηρήθηκαν τα ξύλινα δάπεδα και τα εξωτερικά κουφώματα και αντικαταστάθηκαν στο σύνολο τους. Διατηρήθηκε στο 80% ο ζωγραφικός διάκοσμος των οροφών, αφού κατά κάποιο τρόπο παρέμεινε προστατευμένος κάτω από βαφές υδροχρώματος, που εφαρμόστηκαν κατά την διάρκεια των χρόνων».
Η προμήθεια των υλικών για την αποκατάσταση έγινε, όπου αυτό ήταν δυνατόν, από ελληνικές εταιρείες. Για παράδειγμα, η ενίσχυση του σκυροδέματος του φέροντος οργανισμού με οπλισμένους μανδύες σκυροδέματος και μανδύες με υαλονήματα FRP, πραγματοποιήθηκε από εταιρεία με έδρα την Πυλαία, ενώ την αναπαραγωγή των έγχρωμων τσιμεντοπλακιδίων, που απαιτήθηκε για τη συμπλήρωση κενών στα δάπεδα, ανέλαβε εταιρεία της Θεσσαλονίκης, που εξειδικεύεται στο αντικείμενο. Τα ξύλινα εξωτερικά κουφώματα ανακατασκευάστηκαν στην ίδια μορφή με τα παλαιά, αλλά με προδιαγραφές στεγάνωσης και ηχομόνωσης από εταιρεία στο Mουζάκι της Καρδίτσας, αλλά για τα επιδιορθωτικά κονιάματα και χρώματα στις εσωτερικές και εξωτερικές επιφάνειες χρησιμοποιήθηκαν προϊόντα ιταλικής κατασκευής, αφότου διαπιστώθηκε -κατόπιν εργαστηριακών ελέγχων- ότι «ήταν απολύτως συμβατά με τα υφιστάμενα στο κτήριο».
Ανασυνθέτοντας την αρχική εικόνα με παλιές φωτογραφίες, χαρακτικά, έργα ζωγραφικής
Παρήχθησαν ακόμα δείγματα υλικών που χρησιμοποιήθηκαν στα εξωτερικά και εσωτερικά τμήματα του κτηρίου, «τα οποία υποβλήθηκαν -μαζί με την παθολογία υλικών και τη μελέτη αποκατάστασης δομικών υλικών- προς έγκριση καταρχήν στην Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Κεντρικής Μακεδονίας» εξηγεί η Γιόλα Σαβάνη, περιγράφοντας πώς οι άνθρωποι που εργάζονται πάνω σε μια αποκατάσταση πετυχαίνουν να διατηρήσουν τον αρχικό χαρακτήρα του κτηρίου: καταφεύγουν μεταξύ άλλων σε εύρεση των σχεδίων της αρχικής αρχιτεκτονικής μελέτης, φωτογραφικού υλικού του παρελθόντος, χαρακτικών και έργων ζωγραφικής, αλλά και στις εργαστηριακές έρευνες και αναλύσεις φορέων όπως το Εργαστήριο Δομικών Υλικών στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΑΠΘ.
Υπάρχουν αρκετοί εξειδικευμένοι τεχνίτες στη Θεσσαλονίκη και την Ελλάδα για την εφαρμογή υλικών του είδους; «Δεν υπάρχουν αρκετοί έμπειροι. Μετά την περίοδο προετοιμασίας της πόλης της Θεσσαλονίκης ως Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, το 1997, δεν υπήρξε ζήτηση εξειδικευμένων τεχνιτών, αφού δεν υπάρχουν σχολές εφαρμογής δομικών υλικών, παρά μόνο οι σχολές συντήρησης έργων τέχνης. Οι φοιτητές αυτών των σχολών δεν έχουν τη δυνατότητα να εξασκηθούν σε εργοτάξια» λέει η Γιόλα Σαβάνη, κατά την οποία το κόστος αποκατάστασης ιστορικών κτηρίων είναι υψηλότερο σε σχέση με μια συμβατική κατασκευή, ειδικά όταν απαιτούνται ιδιαίτερες επεμβάσεις ενίσχυσης του φέροντος οργανισμού, όταν υπάρχει καλλιτεχνικός διάκοσμος που πρέπει να συντηρηθεί και δομικά υλικά όπως μάρμαρα, τσιμεντοπλακίδια, μεταλλικά στοιχεία, περίτεχνα δάπεδα, ξύλινα κουφώματα κλπ.

Αλεξάνδρα Γούτα
*Tη φωτογραφία παραχώρησε η Μαρία Δούση

Κοινοποίηση

Κοινοποιείστε στους φίλους σας!