Η παρουσίαση του βιβλίου Ιθάκη του πρώην Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στα Ιωάννινα, όπως και οι αντίστοιχες εκδηλώσεις τους τελευταίους δύο μήνες, στις άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας, δεν είναι ουδέτερο πολιτιστικό event αλλά μια πολιτική πράξη.

Του Παναγιώτη Μπούρχα

Στόχος του παρόντος σημειώματος, είναι με αφορμή την εκδήλωση του Σαββάτου, να κρίνει την “κατάθεση” 762 σελίδων του πρώην Πρωθυπουργού, στα σημεία που εκτιμούμε ως σημαντικότερα αλλά και συμβάλλοντας στο δημόσιο διάλογο με μια παραβολή της Ιθάκης έναντι άλλων βιβλίων και αυτοβιογραφιών που αναφέρονται στο πρώτο εξάμηνο της διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, καθώς φρονούμε, αυτό το διάστημα σημάδεψε ανεπανόρθωτα την πολιτική πορεία του συγγραφέα και κάθε του πράξη, κίνηση ή απόφαση για το μέλλον, καθορίζεται από αυτό το χρονικό διάστημα που στιγμάτισε, όσο λίγα μεταπολιτευτικά, ανεξίτηλα τη σύγχρονη ιστορία της χώρας μας.

Ανεξάρτητα από το τι έπραξε τα υπόλοιπα τέσσερα χρόνια της ηγεσίας του, η Ιθάκη αποδεικνύει πως ο Αλ. Τσίπρας δεν απαγκιστρώθηκε ποτέ – ούτε σήμερα – από τον κεντρικό αφηγηματικό “μύθο” με τον οποίο αντιπολιτεύτηκε από το 2010 ως τον Ιανουάριο του 2015 και κυβέρνησε ως το 2019, και πως παραμένει η διαφαινόμενη αδυναμία του – όπως και των περισσότερων άλλων Ελλήνων πολιτικών άλλωστε, για να μην αδικώ τον πρώην πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ – να αποδεχτεί τα πραγματικά προβλήματα της Ελλάδας που παραμένουν ακριβώς τα ίδια εδώ και δεκαετίες, παρά την περιπέτεια των μνημονίων.

Το παρόν σημείωμα κρίνει όχι το 2015 αλλά την αφήγηση του 2015, την… αλήθεια του Αλέξη Τσίπρα για το ταραχώδες πρώτο εξάμηνο της διακυβέρνησής του, μέχρι και τη συνομολόγηση του τρίτου μνημονίου.

Η αλληγορική αναφορά στην ομηρική Ιθάκη δεν είναι τυχαία. Έγινε για πρώτη φορά, από τον πρώτο μνημονιακό Πρωθυπουργό της χώρας, τον Γιώργο Παπανδρέου, κατά το διάγγελμα που εκφώνησε με φόντο το ακριτικό Καστελόριζο, στις 23 Απριλίου του 2010. Η Ιθάκη ως σύμβολο και ως πολιτικό άλλοθι, γίνεται η μεταφορά που μαλακώνει τις πολιτικές ευθύνες, της εισόδου στα μνημόνια του πρώτου και της συνέχισής τους του δεύτερου.

Ο Τσίπρας το 2025 ξαναγράφει το 2015

Κάνει αυτοκριτική; Ο Τσίπρας παραδέχεται στο βιβλίο του, πως έκανε λάθη το 2015. Αλλά ο Τσίπρας το 2025 ξαναγράφει το 2015 με όρους πολιτικής σκοπιμότητας – το ίδιο προφανώς συμβαίνει και με τον απολογισμό της υπόλοιπης θητείας του και των επόμενων χρόνων της αντιπολίτευσης και της παραίτησης. Η Ιθάκη δεν είναι ένας ιστορικός αναστοχασμός, ένας απολογισμός χωρίς κόστος αλλά μια πολιτική αφήγηση με το βλέμμα στο μέλλον. Το μέλλον τουλάχιστον που σχεδιάζει ο ίδιος, χωρίς να είναι βέβαιο πως η πραγματικότητα δεν θα του το διαψεύσει.

Είναι αλήθεια πως κανένα αυτοβιογραφικό βιβλίο πολιτικού δεν μπορεί να είναι αθώο, ενδεικτικό αυτό και στα βιβλία που χρησιμοποιήσαμε εν προκειμένω και ως βιβλιογραφικές αναφορές κριτικής “διασταύρωσης” με την Ιθάκη. Οι αποστρατευθέντες πολιτικοί ενδιαφέρονται με την ανακατασκευή της μνήμης για την υστεροφημία τους και ενδεχομένως υπερβολικά ή και ψευδώς υπερτονίζουν αυτάρεσκα τη συνεισφορά τους σε κάποιες πιο κρίσιμες στιγμές της ιστορίας που περιγράφουν, με την ελπίδα πως δεν θα τους διαψεύσει κάποιος από τους συμπρωταγωνιστές των ιστοριών τους. Το πρόβλημα δεν είναι ποιος έχει δίκιο, αλλά ότι δεν λένε όλοι το ίδιο. Άρα, εν προκειμένω, η Ιθάκη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως οριστική αφήγηση αλλά ως μια υποκειμενική κατάθεση. Δείγματα ειλικρίνειας και αξιοπιστίας του πολιτικού ανδρός υπάρχουν πολλά, για όσους θέλουν να είναι σκληροί μαζί του αλλά και αντίστοιχα, για όσους επιθυμούν να του δικαιολογήσουν “κωλοτούμπες”, λάθη, κάκιστες επιλογές συνεργατών κτλ.

Το «φάντασμα» του Σόιμπλε και η αλήθεια του 2013

Ποιος είναι ο “μύθος” του Τσίπρα και των αντιμνημονιακών δυνάμεων, ο “μύθος” που “απογειώνεται” από τον Γιάνη Βαρουφάκη στους Ανίκητους Ηττημένους του¹; Στο βιβλίο του, ο Τσίπρας επιμένει στο αφήγημα του «κακού Σόιμπλε» που ήθελε να εξοντώσει την πρώτη αριστερή κυβέρνηση της Ελλάδας. Είναι ο συνωμοσιολογικός μύθος που συνόδευσε καθ’ όλη της τη διάρκεια, την αντιμνημονιακή μνημονιακή συγκυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου. Ωστόσο, η πραγματικότητα –όπως καταγράφεται στις πρόσφατες αναμνήσεις² του εκλιπόντος Γερμανού υπουργού Οικονομικών– είναι πολύ πιο κυνική. Ο Σόιμπλε αποκαλύπτει ότι είχε γνωρίσει τον Τσίπρα ήδη από το 2013. Τότε, του είχε πει με αφοπλιστική ειλικρίνεια: «Σου εύχομαι να μη βγεις, γιατί οι υποσχέσεις σου δεν μπορούν να τηρηθούν». Ο Τσίπρας στην Ιθάκη του παραλείπει αυτή την προειδοποίηση. Προτιμά να εμφανίζεται ως το θύμα μιας «τιμωρητικής» ελίτ, παρά ως ένας ηγέτης που γνώριζε το αδιέξοδο και επέλεξε να τζογάρει τη χώρα στις αγορές – την εκτίμηση αυτή έκανε και ο Σοσιαλδημοκράτης, πολιτικός αντίπαλος του Σόιμπλε, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ σε μια συνέντευξή του (Ντάισελμπλουμ 2018:174).

Στις δεκάδες σελίδες όπου ο σκληρός Γερμανός πολιτικός αναφέρεται στην ελληνική κρίση, επιχειρεί να κάνει σαφές ότι η στάση του δεν ήταν προϊόν εμπάθειας προς τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά μια παγιωμένη οικονομική στρατηγική που είχε διατυπώσει ήδη από το 2010. Για τον Σόιμπλε, το πρόβλημα της Ελλάδας ήταν δομικό: μια χώρα που εισήλθε στο ευρώ με «πειραγμένα» στοιχεία και ζούσε επί δεκαετίες πάνω από τις δυνατότητές της.

Τα βασικά του επιχειρήματα, που αμφισβητούν το «blame game» του λαϊκισμού, συνοψίζονται στα εξής:

  • Το δίλημμα «Τέλος με τρόμο» vs «Τρόμος χωρίς τέλος»: Ήδη από τις πρώτες επαφές του με τον τότε υπουργό Οικονομικών Βαγγέλη Βενιζέλο το 2011, ο Σόιμπλε είχε θέσει το ερώτημα αν μια προσωρινή έξοδος (time-out) από το ευρώ θα ήταν προτιμότερη. Πίστευε ότι ένα εφάπαξ σοκ (η υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος) θα επέτρεπε στην Ελλάδα να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της γρηγορότερα από ό,τι με τα πολυετή, εξαντλητικά προγράμματα λιτότητας.

  • Σεβασμός στην Εθνική Κυριαρχία: Αντίθετα με την εικόνα του «δεσπότη», ο Σόιμπλε τονίζει πως η απόφαση ήταν πάντα ελληνική. Όταν ο Βενιζέλος το 2012 απέρριψε τόσο την ευρωπαϊκή επιτροπεία όσο και το time-out, ο Γερμανός υπουργός ξεκαθάρισε ότι ο μόνος δρόμος που απέμενε ήταν η επώδυνη «εσωτερική υποτίμηση».

  • Η έλλειψη πολιτικής βούλησης: Ο Σόιμπλε συγκρίνει διαρκώς την Ελλάδα με την Ιρλανδία, την Πορτογαλία και την Ισπανία. Επισημαίνει ότι εκεί οι κυβερνήσεις, παρά το πολιτικό κόστος, εφάρμοσαν τις μεταρρυθμίσεις και βγήκαν στις αγορές. Στην Ελλάδα, έβλεπε μια διαρκή άρνηση του πολιτικού συστήματος συνολικά να αναλάβει την ευθύνη, προτιμώντας να δείχνει ως υπαίτιους το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες.

  • Το Grexit ως «ύστατη λύση» (Ultima Ratio): Η πρόταση για προσωρινή έξοδο το 2015 δεν ήταν μια γερμανική τιμωρία, αλλά μια συλλογική διαπίστωση του Eurogroup (15 από τους 19 υπουργούς συμφωνούσαν, “το κίνητρο των διαφόρων συντηρητικών υπουργών να ταχθούν υπέρ των ριζοσπαστών-αριστερών νεοφερμένων ήταν πολύ μικρό” είναι η χαρακτηριστική διατύπωση του προέδρου του Eurogroup Γ. Ντάισελμπλουμ (2018:163)) για να πει ότι η εμπιστοσύνη είχε διαρραγεί (“Είναι εντυπωσιακό, βλέποντας τη μακρόχρονη ελληνική εκκρεμότητα, πόσο πολύ η σύντομη θητεία Βαρουφάκη – λίγων μηνών – σημάδεψε την εικόνα της κρίσης, ειδικά στη Γερμανία” αναφέρει χαρακτηριστικά ο Σόιμπλε!). Για τον Σόιμπλε, το time-out συνοδευόμενο από γενναιόδωρη ανθρωπιστική και οικονομική στήριξη από την ΕΕ, ήταν μια έντιμη εναλλακτική απέναντι σε ένα πρόγραμμα που ο ίδιος αμφέβαλλε αν η ελληνική κοινωνία μπορούσε να αντέξει. Και στο κάτω-κάτω, γιατί είναι πολιτικά επιλήψιμο μόνο το σχέδιο Β΄ που επεξεργάστηκε για την Ελλάδα η Ευρωζώνη από το 2012 και όχι η επεξεργασία του Βαρουφάκη και των συμβούλων του, π.χ. του Γκλεν Κιμ, για IOUs, ή του Λαφαζάνη για το “ντου” στο Νομισματοκοπείο ή του Τσακαλώτου για τοπικό νομίσμα;

Είναι τουλάχιστον υποκριτικό να κατηγορεί κανείς τους «Καλβινιστές του Βορρά» για έλλειψη αλληλεγγύης στην Ελλάδα, όταν οι υπουργοί χωρών με πολύ χαμηλότερους μισθούς από την Ελλάδα (όπως η Σλοβακία ή η Λιθουανία) έπρεπε να εξηγήσουν στους λαούς τους γιατί θα έπρεπε να δανείσουν μια χώρα που αρνείτο να μεταρρυθμιστεί και στην οποία ο κατώτατος μισθός ήταν διπλάσιος από τον αντίστοιχο στη χώρα τους.

Στην πραγματικότητα, ο Σόιμπλε δεν πολεμούσε τον Τσίπρα, όπως δεν πολέμησε το Βενιζέλο, τον Παπανδρέου ή τον “αρχηγό του αντιμνημονίου” Σαμαρά. Πολεμούσε την αυταπάτη ότι μια χώρα μπορεί να παραμένει σε μια σκληρή νομισματική ένωση, χωρίς να τηρεί τους κανόνες της. Και σε αυτή τη “μάχη” για τις ιδέες του, ευτυχώς για την Ελλάδα ο Σόιμπλε νικήθηκε από την Άνγκελα Μέρκελ.

Η Γερμανίδα Καγκελάριος³ λέει στη δική της αυτοβιογραφία πως “Αν θέλαμε ένα κοινό νόμισμα —και εγώ το ήθελα— ενώ ταυτόχρονα κάθε χώρα της ευρωζώνης ήταν υπεύθυνη για τη δική της δημοσιονομική, οικονομική και κοινωνική πολιτική, όπως προβλεπόταν στη Συνθήκη της Λισαβόνας, τότε έπρεπε να μπορούμε να εμπιστευόμαστε ότι όλες οι χώρες θα συμμορφώνονταν με τους κανόνες που είχαμε συμφωνήσει από κοινού“. Συγκρούστηκε για την Ελλάδα η Μέρκελ πολλές φορές με τον υπουργό της για να επικρατήσει στο τέλος η άποψή της πως “Το ευρώ ήταν κάτι περισσότερο από ένα νόμισμα: αντιπροσώπευε την αμετάκλητη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, και η Ελλάδα ήταν μέρος αυτής της κοινότητας“. Δεν εννοεί προφανώς, ότι χωρίς την Ελλάδα το ευρώ θα έπαυε να υπάρχει… όπως μπλοφάροντας πίστευε το δίδυμο Τσίπρας-Βαρουφάκης… Τα ζητήματα αυτά τα έλυσε από το 2012 η ΕΚΤ και η Ευρωζώνη, με το σχέδιο Β΄ (Βαρβιτσιώτη & Δενδρινού 2019:186).

Η μπλόφα που δεν έπιασε και ο «εξωτικός» Βαρουφάκης

Η μεγάλη μπλόφα: Μια από τις πιο μεγάλες αντιφάσεις του βιβλίου Ιθάκη εντοπίζεται στη διαχείριση του -ακριβότερου υπουργού οικονομικών στην Ιστορία- Γιάνη Βαρουφάκη. Ο Τσίπρας σήμερα τον παρουσιάζει ως έναν «στρατηγό του χαρτιού» που ζούσε σε φαντασιακούς κόσμους. Όμως, όπως αποκαλύπτουν το βιβλίο των Βαρβιτσιώτη-Δενδρινού⁴ και η μαρτυρία του Φρανσουά Ολάντ⁵, ο Τσίπρας ήταν εκείνος που επέτρεψε στον «εξωτικό» υπουργό του να προσβάλει τους εταίρους της χώρας μας, την ώρα που η Ελλάδα άδειαζε από ρευστότητα. Ο Βαρουφάκης συμμετείχε στο διάστημα Ιανουαρίου-Αυγούστου του 2015 στις 15 από τις 22 (!) άκαρπες συνεδριάσεις του Eurogroup, όπως αναφέρει στο βιβλίο του, ένας ακόμα πρωταγωνιστής αυτής της κρίσιμης για τη χώρα μας περιόδου, ο επικεφαλής του οργάνου, Ολλανδός Γερούν Ντάισελμπλουμ⁶. Τα μηνύματα του Βαρουφάκη έδιωχναν τους επενδυτές και τις καταθέσεις, καθιστώντας ακόμα οξύτερη την έλλειψη ρευστότητας, λέει ο ίδιος στο βιβλίο του. Και το επέτρεψε αυτό ο Τσίπρας ως την ύστατη ώρα της δραματικής διαπραγμάτευσης και δη του τελευταίου Eurogroup πριν την προκήρυξη του ιστορικού δημοψηφίσματος! Έπειτα από μήνες συλλογικής… ταλαιπωρίας που υπέστησαν οι υπουργοί οικονομικών της Ευρωζώνης από τις διαλέξεις Βαρουφάκη, η Κριστίν Λαγκάρντ ζήτησε “ενήλικες στο δωμάτιο” στις 18 Ιουνίου, προκειμένου να αποκατασταθεί ο διάλογος θεσμών και κυβέρνησης, κι ενώ άπαντες στην Ευρώπη κατάλαβαν ότι η επικεφαλής του ΔΝΤ εννοούσε τον Βαρουφάκη, ο τελευταίος ερμήνευσε την αναφορά ως αιχμή κατά των Γερμανών!

Το θέμα… με τα σχέδια στο χαρτί είναι πως σε αντίθεση με τη ζωή και τον πραγματικό πόλεμο, το χαρτί δεν αντιδρά. Αντέχει τα πάντα, ακόμα και τα πιο παράλογα, κυρίως τα παράλογα. Η πραγματικότητα όμως όχι. Κι εγώ δεν ήμουν διατεθειμένος να παίξω κορόνα-γράμματα το μέλλον του λαού και της χώρας μου για να δοκιμάσω τις προσωπικές θεωρίες, τους πειραματισμούς ή τα παιχνίδια και τις εμμονές κανενός” λέει το 2025 για τον Βαρουφάκη ο Τσίπρας (σ.172), χωρίς πουθενά να απαντά γιατί τον διατήρησε στη θέση του ως το τέλος, αν και όπως αναφέρει σε άλλο σημείο (σ.165), άρχισε να αμφιβάλλει για τις ικανότητες του Υπουργού του μόλις λίγες μέρες μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, μετά το εκρηκτικό ραντεβού Βαρουφάκη-Ντάισελμπλουμ στην έδρα του ελληνικού Υπουργείου Οικονομικών.

Οι δημοσιογράφοι Ε.Βαρβιτσιώτη και Β. Δενδρινού (2019:367) στο κλείσιμο του βιβλίου τους αναφέρουν: “Η «τελευταία μπλόφα» του 2015 στηρίχτηκε στην υπόθεση ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι θα υποχωρούσαν μπροστά στην απτή πιθανότητα ενός Grexit, αποδεχόμενοι τα αιτήματα της ελληνικής κυβέρνησης. Η μπλόφα, όμως, δεν έπιασε. Όπως θυμάται ανώτατο στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα ήταν τελικά σαν το τσίμπημα της μέλισσας: «Μπορεί η μέλισσα να σε τσιμπήσει; Μπορεί. Θα πεθάνει η ίδια όμως. Μπορούσαμε να πιέσουμε την Ευρώπη; Βεβαίως. Αλλά αυτός που θα υπέφερε θα ήμασταν εμείς». Η μπλόφα αυτή δεν ήταν η τελευταία μόνο για την κυβέρνηση, αλλά και για τους Έλληνες ψηφοφόρους, οι οποίοι είχαν προσπαθήσει για μια ύστατη φορά, να βρουν μια εύκολη διέξοδο από την κρίση. Αντί να φέρει τα πάνω κάτω στις πολιτικές των μνημονίων, έδωσε τέλος στις αυταπάτες ότι υπήρχε κι άλλος δρόμος πέραν των οδυνηρών μεταρρυθμίσεων, αν η χώρα ήθελε να παραμείνει στο ευρώ“.

Τα χρόνια πέρασαν, η μεγάλη εικόνα της ελληνικής οικονομίας βελτιώθηκε, οι Ευρωπαίοι έπαψαν να ασχολούνται με την Ελλάδα, οι ευκαιρίες σαν το Ταμείο Ανάκαμψης σπαταλιώνται εγκληματικά από την ηγεσία Μητσοτάκη και τα δομικά προβλήματα της Ελλάδας δυστυχώς παραμένουν, γιατί αυτή η χώρα δεν είναι “μεταρρυθμίσιμη”, όπως είπε κάποιος παλιότερα.

Το Δημοψήφισμα: Μια «ασπίδα» ή μια απόδραση;

Την ώρα που παιζόταν η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, στις δραματικές διαπραγματεύσεις και συνεδριάσεις των τελευταίων ημερών του Ιουνίου, προετοιμάζοντας το δημοψήφισμα (“δημοψήφισμα-καμικάζι” το χαρακτηρίζει ο Ντάισελμπλουμ), όπως λέει στο βιβλίο του (σ.260), αναζητούσε έναν ισχυρισμό πολιτικό συμβολισμό και στην ερώτηση που θα ετίθετο στο ψηφοδέλτιο του δημοψηφίσματος υπέδειξε το «Όχι», γιατί είναι ο πλέον φορτισμένος συμβολισμός στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων, “που από το 1940 και μετά έχει ταυτιστεί με την έννοια της αντίστασης και της αξιοπρέπειας”…

Στην Ιθάκη, ο Τσίπρας βαφτίζει το δημοψήφισμα «ασπίδα της χώρας». Στην πραγματικότητα, ήταν μια απόδραση από την ευθύνη της ηγεσίας να αποφασίσει. Η μαρτυρία της Άνγκελα Μέρκελ είναι συγκλονιστική: όταν ο Τσίπρας την ενημέρωσε ότι θα εισηγηθεί το «Όχι», η Καγκελάριος και ο Ολάντ έμειναν άφωνοι. “Ήταν ίσως η πιο εντυπωσιακή στιγμή οποιασδήποτε τηλεφωνικής συνομιλίας σε ολόκληρη την πολιτική μου σταδιοδρομία” παραδέχεται η Γερμανίδα. Στο σημείο αυτό κλονίστηκε η εμπιστοσύνη της στον Τσίπρα.

Το πρόβλημα του κ. Τσίπρα σε σχέση με το δημοψήφισμα ήταν απλό: πίστευε ότι η δική του ερμηνεία για το «Όχι» θα γινόταν αυτονόητα αποδεκτή από την Ευρώπη. Αγνοούσε ότι το 2015 –όπως αναφέρει και ο Μπαράκ Ομπάμα στις δικές του αναμνήσεις⁷– η Ευρωζώνη είχε πλέον θωρακιστεί. Το Grexit δεν ήταν πια ο «πυρηνικός κίνδυνος» του 2012, αλλά μια διαχειρίσιμη επιλογή. Η «τελευταία μπλόφα» κατέρρευσε το βράδυ του δημοψηφίσματος, όταν ο ίδιος, αντί να πανηγυρίζει το 61% που έλαβε το “Ναι”, ένιωθε «μουδιασμένος» –γιατί ήξερε ότι η “κωλοτούμπα” ήταν ο μόνος δρόμος για να μην τυπώσει τις υποσχετικές (IOUs), βλέπε “παράλληλο νόμισμα”, του Βαρουφάκη.

Το βασικό πρόβλημα της προσέγγισης του Αλέξη Τσίπρα έγκειται στην υιοθέτηση μιας απλουστευτικής αντίληψης της πολιτικής πραγματικότητας, η οποία προϋποθέτει ότι η δική του ερμηνεία των γεγονότων – και ειδικότερα ο τρόπος με τον οποίο όρισε το περιεχόμενο και το πολιτικό νόημα του «Ναι» και του «Όχι» στο ελληνικό δημοψήφισμα – θα γινόταν αυτονόητα αποδεκτή από τους ευρωπαίους εταίρους και τη διεθνή κοινότητα. Η παραδοχή αυτή αγνοεί το γεγονός ότι οι πολιτικές σημασίες και οι θεσμικές συνέπειες ενός δημοψηφίσματος δεν καθορίζονται μονομερώς από τον φορέα που το προκηρύσσει, αλλά προκύπτουν μέσα από ένα ευρύτερο πλέγμα διεθνών συσχετισμών ισχύος και θεσμικών δεσμεύσεων που ως εκείνη την ώρα, η ηγεσία του Τσίπρα αρνούνταν να παραδεχτεί.

Στο πλαίσιο αυτό, εκείνο που ο ίδιος φάνηκε να μην αναγνωρίζει – είτε από πολιτική αφέλεια είτε, πιθανότερα, από συνειδητή στρατηγική επιλογή- ήταν ότι η πρακτική σημασία και η αποτελεσματικότητα του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος δεν επρόκειτο να προσδιοριστούν από τις εγχώριες ερμηνείες της κυβέρνησης, αλλά από τη βούληση και τις αποφάσεις των εταίρων. Με άλλα λόγια, η τελική μετάφραση του δημοψηφισματικού αποτελέσματος σε πολιτική πράξη δεν εξαρτιόταν από το πώς το όριζε η ελληνική πλευρά, αλλά από το πώς το αξιολογούσαν και το ενσωμάτωναν στο διαπραγματευτικό τους πλαίσιο οι θεσμοί και τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης.

Το γεγονός ότι αυτή η πραγματικότητα ήταν, σε κάποιο βαθμό, ήδη αντιληπτή από τον ίδιο τον πρωθυπουργό επιβεβαιώνεται από την άμεση αναθεώρηση της κυβερνητικής στάσης την επομένη του δημοψηφίσματος. Η ταχεία μετατόπιση της πολιτικής γραμμής (βλέπε «κωλοτούμπα») καταδεικνύει ότι το δημοψήφισμα επιχείρησε να λειτουργήσει ως μέσο τακτικής για την άσκηση πίεσης στην άλλη πλευρά (κίνδυνος για την Ευρωζώνη, αναταραχή), το οποίο εγκαταλείφθηκε μόλις κατέστη σαφές ότι δεν παρήγαγε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα στο ευρωπαϊκό επίπεδο.

Εν τέλει για όλους πλην Τσίπρα-Βαρουφάκη, το δημοψήφισμα δεν αύξησε τη διαπραγματευτική ισχύ της Ελλάδας, αντίθετα, περιόρισε τα περιθώρια, ενίσχυσε το Grexit ως σενάριο και μετέτρεψε μια πολιτική σύγκρουση σε θεσμικό και συστημικό αδιέξοδο. Ως προς το λογαριασμό του τρίτου μνημονίου, το δημοψήφισμα σαφώς και αύξησε το βαρύ κόστος για τη χώρα, αφού, ας πούμε, το ταμείο των 50 δισ. ευρώ με περιουσιακά στοιχεία του ελληνικού δημοσίου, δεν υπήρχε στις προ του δημοψηφίσματος διαπραγματεύσεις.

Συμπέρασμα

Ο Αλέξης Τσίπρας έρχεται στα Γιάννενα για να μας μιλήσει για το «νόστιμον ήμαρ» – «η μέρα της επιστροφής στην πατρίδα». Όμως η δική του Ιθάκη χτίστηκε πάνω στα ερείπια ενός πρώτου εξαμήνου που κόστισε πολλά δισεκατομμύρια ευρώ και κυρίως κόστισε μια ολόκληρη γενιά προσδοκιών και την απώλεια της ελπίδας στην πολιτική. Το βιβλίο του επιβεβαιώνει ότι ο μανιχαϊσμός της Αριστεράς («εμείς οι καλοί, αυτοί οι κακοί») παραμένει η μοναδική του πυξίδα.

Όσο όμως ο ίδιος αρνείται ακόμα ως σήμερα, να παραδεχθεί ότι η σταθερότητα της χώρας κρεμόταν τότε από μια κλωστή –όσο η δική του «υγεία» (πολιτική και ιδεολογική) κρεμόταν από τις εμμονές του Βαρουφάκη και του Καμμένου– η «Ιθάκη» του θα παραμένει ένα ταξίδι χωρίς προορισμό, μια αφήγηση για ψηφοφόρους που θέλουν να ξεχάσουν, παρά για πολίτες που θέλουν να καταλάβουν.

Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από αυτούς που την έζησαν, αλλά και από αυτούς που την κατέγραψαν. Στην περίπτωση της Ιθάκης, η σύγκριση των αυτοβιογραφιών δείχνει ότι ο δρόμος για την επιστροφή στην κανονικότητα δεν περνά από την άρνηση της πραγματικότητας, αλλά από την αργοπορημένη έστω αποδοχή της.

 

  1. Βαρουφάκης, Γιάνης (2017). Ανίκητοι ηττημένοι. Για μια ελληνική άνοιξη μέσα από ατελείωτους μνημονιακούς χειμώνες. Εκδόσεις Παττάκη (μετάφραση του Adults in the room: My battle with Europe’s deep establishment).
  2. Schäuble, W. (2024). Erinnerungen: Mein Leben in der Politik. Klett-Cotta.
  3. Merkel, A. (2024). Freedom: Memoirs 1954–2021. London: Macmillan.
  4. Βαρβιτσιώτη, Ε., & Δενδρινού, Β. (2019). Η τελευταία μπλόφα: Το παρασκήνιο του 2015, οι συγκρούσεις, το Plan B. Εκδόσεις Παπαδόπουλος.
  5. Hollande, F. (2018). Les leçons du pouvoir. Stock.
  6. Dijsselbloem, J. (2018). The euro crisis: The inside story. Prometheus (στα ελληνικά Γερούν Ντάισελμπλουμ (2018), Η κρίση του ευρώ, Η ιστορία εκ των έσω σε Ευρώπη, Ελλάδα και Κύπρο, Εκδόσεις Κέρκυρα Α.Ε.)
  7. Obama, B. (2020). A Promised Land. New York: Crown.