Την ώρα που οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου καταγράφουν άλμα μετά την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, στην ελληνική αγορά καυσίμων καταγράφονται φαινόμενα πρόωρων και αδικαιολόγητων αυξήσεων στην αντλία, πριν ακόμη περάσουν οι νέες τιμές στη χονδρική. Παράγοντες της αγοράς μιλούν ανοιχτά για αθέμιτες πρακτικές από μερίδα πρατηριούχων, οι οποίοι εκμεταλλεύονται το κλίμα ανησυχίας και σπεύδουν να ανεβάσουν τις τιμές, χωρίς να έχει υπάρξει καμία αντικειμενική μεταβολή στο κόστος προμήθειας.

Υπενθυμίζεται ότι το Brent βρέθηκε μια ανάσα από τα 80 δολάρια το βαρέλι, με άνοδο άνω του 9%, εντείνοντας τις ανησυχίες για πληθωριστικές πιέσεις και διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα. Ωστόσο, σύμφωνα με στελέχη του κλάδου, η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν δικαιολογεί άμεση ανατίμηση στη λιανική τιμή της βενζίνης στην Ελλάδα, τουλάχιστον για τις επόμενες 2 έως 3 ημέρες. Και αυτό διότι η τιμή στην αντλία δεν συνδέεται απευθείας και αυτόματα με την τιμή του Brent. Η τιμολόγηση στη χώρα μας βασίζεται στην περιφερειακή τιμή του διυλισμένου προϊόντος στη Μεσόγειο (gasoline CIF Med), όπως αποτιμάται από τον διεθνή οργανισμό Platts, και ενσωματώνεται με χρονική υστέρηση περίπου τεσσάρων ημερών. Επιπλέον, μόλις το 35% της τελικής τιμής στην αντλία αφορά τη διεθνή τιμή του προϊόντος, ενώ το υπόλοιπο 65% αφορά ΕΦΚ, ΦΠΑ, μεταφορικά κόστη και εμπορικά περιθώρια.

Με απλά λόγια, ακόμη και αν αυξηθεί η τιμή του Brent, απαιτούνται λίγες ημέρες για να αποτυπωθεί η επίδραση στη χονδρική των ελληνικών διυλιστηρίων και στη συνέχεια άλλες 1-2 ημέρες για να φανεί πλήρως στη λιανική. Οι πρώτες ουσιαστικές επιπτώσεις, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα έπρεπε να εμφανιστούν προς τα τέλη της εβδομάδας.

Παρά τα δεδομένα αυτά, ήδη από το μεσημέρι της Κυριακής καταγράφηκαν αυξήσεις σε ορισμένα πρατήρια, χωρίς να έχουν προηγηθεί νέες παραλαβές με αυξημένες τιμές, ούτε σε επίπεδο διυλιστηρίου ούτε σε επίπεδο αργού. «Δεν υπάρχει αντικειμενική αιτία για τέτοιες αυξήσεις σήμερα», σημειώνουν άνθρωποι της αγοράς, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για πρόωρες κινήσεις που επιχειρούν να κεφαλαιοποιήσουν τον φόβο των καταναλωτών. Το γεγονός ότι έχει καταργηθεί το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους αφήνει πλέον μεγαλύτερο πεδίο ελευθερίας, κάτι που – όπως επισημαίνεται – αξιοποιείται από ορισμένους με τρόπο που στρεβλώνει τον ανταγωνισμό.