Μαρφίν: Η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ. για τις δύο συλλήψεις 16 χρόνια μετά τον φονικό εμπρησμό (video)

Βίντεο, φωτογραφίες από άλλη έρευνα και προηγμένες μέθοδοι ψηφιακής ανάλυσης οδήγησαν, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., στην ταυτοποίηση δύο 42χρονων για την τραγωδία της Μαρφίν.

Μαρφίν: Η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ. για τις δύο συλλήψεις 16 χρόνια μετά τον φονικό εμπρησμό (video)

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του epirusgate.gr στην Google

Νέα δεδομένα από βίντεο, φωτογραφίες και ψηφιακά πειστήρια οδήγησαν, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., στην ταυτοποίηση δύο 42χρονων που συνελήφθησαν για την εμπρηστική επίθεση στη Μαρφίν, τον Μάιο του 2010, κατά την οποία έχασαν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι.

Δεκαέξι χρόνια μετά την τραγωδία στη Μαρφίν, δύο άνδρες ηλικίας 42 ετών συνελήφθησαν, βάσει δικαστικών ενταλμάτων, για την εμπλοκή που τους αποδίδεται στην εμπρηστική επίθεση της 5ης Μαΐου 2010, στο τραπεζικό κατάστημα της οδού Σταδίου.


Από τη φωτιά είχαν χάσει τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων μία έγκυος γυναίκα. Για την ίδια υπόθεση έχει ταυτοποιηθεί και μία γυναίκα, η οποία αναζητείται. Οι δύο συλληφθέντες έλαβαν προθεσμία για να απολογηθούν ενώπιον της ανακρίτριας.

Η νέα εξέλιξη προέκυψε έπειτα από επανεξέταση παλαιού και νεότερου υλικού από το Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.


Τα στοιχεία που επανεξέτασε η ΕΛ.ΑΣ.

Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της Αστυνομίας, στην έρευνα αξιοποιήθηκαν βίντεο και φωτογραφίες που είχαν συγκεντρωθεί κατά την αρχική διερεύνηση του εμπρησμού.

Παράλληλα, εξετάστηκε φωτογραφικό υλικό που είχε εξαχθεί από ψηφιακό πειστήριο άλλης υπόθεσης, την οποία είχε χειριστεί η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία.

Κατά πληροφορίες από αστυνομικές πηγές, το υλικό αυτό περιλάμβανε φωτογραφίες που είχαν εντοπιστεί σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, στο πλαίσιο έρευνας για αποθήκη με εκρηκτικά στο Κουκάκι το 2020.

Σε φωτογραφίες από διακοπές, περίπου έναν χρόνο πριν από την επίθεση, φέρεται να απεικονίζεται τουλάχιστον ένας από τους κατηγορούμενους μαζί με πρόσωπο που είχε απασχολήσει τις Αρχές.

Οι ερευνητές φέρεται να εντόπισαν ομοιότητες μεταξύ προσωπικών αντικειμένων που εμφανίζονται στις φωτογραφίες και αντικειμένων που έφερε ένας από τους κουκουλοφόρους στο υλικό από την επίθεση. Η ΕΛ.ΑΣ. κάνει λόγο για συσχέτιση μορφολογικών χαρακτηριστικών και «μοναδικοποίηση» προσωπικών αντικειμένων βάσει εξατομικευμένων γνωρισμάτων.

Αλγόριθμοι για την αποκατάσταση του παλαιού υλικού

Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της έρευνας είχε η επεξεργασία του οπτικού υλικού από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών.

Με προηγμένες μεθόδους ψηφιακής ανάλυσης κατέστη δυνατή, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., η ανάκτηση δεδομένων χαμηλού επιπέδου από το σύστημα καταγραφής της τράπεζας.

Οι ειδικοί προσδιόρισαν και συγχρόνισαν το ακριβές χρονικό σημείο της επίθεσης, ενώ με τη χρήση σχετικών αλγορίθμων βελτιώθηκε, όπου αυτό ήταν τεχνικά εφικτό, η ευκρίνεια του παλαιού υλικού.

Η ανάλυση των διαδοχικών καρέ φέρεται να επέτρεψε τη συγκριτική εξέταση μορφολογικών χαρακτηριστικών και προσωπικών αντικειμένων των κατηγορουμένων.

Το συγκεντρωμένο υλικό υποβλήθηκε στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή, με αποτέλεσμα η δικογραφία να ανασυρθεί από το αρχείο αγνώστων δραστών και να διαταχθεί κύρια ανάκριση.

Οι δύο υποομάδες και η κατανομή των ρόλων

Από την αστυνομική έρευνα προκύπτει ότι η ομάδα που κινήθηκε προς το τραπεζικό κατάστημα ήταν αρχικά χωρισμένη σε δύο υποομάδες.

Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., ορισμένα άτομα φέρεται να είχαν ενεργό εκτελεστικό ρόλο, σπάζοντας τον υαλοπίνακα της εισόδου και ρίχνοντας στο εσωτερικό τουλάχιστον μία βόμβα μολότοφ και εύφλεκτο υγρό.

Άλλα μέλη φέρεται να είχαν συντονιστικό και υποστηρικτικό ρόλο, συμβάλλοντας στην προετοιμασία, στην προστασία και στη γενικότερη επιχειρησιακή υποστήριξη εκείνων που πραγματοποίησαν την εμπρηστική ενέργεια.

Η φωτιά εξαπλώθηκε στο εσωτερικό του καταστήματος, με αποτέλεσμα τον θάνατο του Επαμεινώνδα Τσάκαλη, της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, η οποία ήταν έγκυος, και της Παρασκευής Ζούλια.

Η υπόθεση της Μαρφίν αποτελεί μία από τις πλέον τραυματικές στιγμές της περιόδου της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και είχε παραμείνει χωρίς ταυτοποίηση φυσικών αυτουργών επί δεκαέξι χρόνια.

Κατά τις έρευνες στις κατοικίες των δύο συλληφθέντων κατασχέθηκαν φορητοί υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα, εξωτερικοί σκληροί δίσκοι, USB και άλλα ψηφιακά πειστήρια.

Στην κατοικία του ενός βρέθηκαν επίσης, σύμφωνα με την Αστυνομία, 18,6 γραμμάρια κατεργασμένης κάνναβης, με αποτέλεσμα να σχηματιστεί ξεχωριστή δικογραφία για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών.

Ολόκληρη η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ, αναφέρει:

Από αστυνομικούς της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος συνελήφθησαν, χθες Παρασκευή 10 Ιούλιου 2026, δυνάμει σχετικών ενταλμάτων σύλληψης, δύο -2- ημεδαποί, για την εμπλοκή τους στην εμπρηστική επίθεση που είχε σημειωθεί στις 5/5/2010 σε τραπεζικό κατάστημα στην οδό Σταδίου στην Αθήνα και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τριών εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και μία εγκυμονούσα.

Ειδικότερα, κατά το αρχικό στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης είχε σχηματιστεί δικογραφία κατά αγνώστων δραστών, ενώ σε μεταγενέστερο χρόνο η υπόθεση διερευνήθηκε εκ νέου, ύστερα από κατάλληλη αξιοποίηση πληροφοριακών στοιχείων από το Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας. Στο πλαίσιο αυτό και κατόπιν παραγγελίας της αρμόδιας Εισαγγελίας, συγκεντρώθηκε και υποβλήθηκε το σχετικό προανακριτικό υλικό, με αποτέλεσμα να ανασυρθεί η ανωτέρω δικογραφία από το αρχείο αγνώστων δραστών και να παραγγελθεί η διενέργεια κύριας ανάκρισης.

Στο πλαίσιο της κύριας ανάκρισης ταυτοποιήθηκαν δύο άνδρες, αμφότεροι ηλικίας 42 ετών, σε βάρος των οποίων εκδόθηκαν σχετικά εντάλματα, δυνάμει των οποίων συνελήφθησαν, ενώ για την ίδια υπόθεση έχει ταυτοποιηθεί και μία γυναίκα, που αναζητείται.

Ως προς το χρονικό της υπόθεσης, την 05/05/2010, κατά τη διάρκεια προγραμματισμένης πορείας που πραγματοποιήθηκε στο κέντρο της Αθήνας, ομάδες ατόμων συμμετείχαν σε επεισόδια με ρίψεις μολότοφ, καθώς και εμπρηστικές επιθέσεις κατά οχημάτων και καταστημάτων. Συγκεκριμένα, ο εμπρησμός του ανωτέρω τραπεζικού υποκαταστήματος προκλήθηκε από μέλη μίας ομάδας, η οποία κινήθηκε στο σώμα της πορείας, αρχικά χωρισμένη σε δύο υποομάδες.

Πιο αναλυτικά, οι δύο υποομάδες συγκεντρώθηκαν σε κοντινή απόσταση από το υποκατάστημα της τράπεζας και μετά από συνεννόηση, ορισμένα άτομα αποκόπηκαν και ενεργώντας συντονισμένα και οργανωμένα προξένησαν την πυρκαγιά (εμπρησμό) στο εσωτερικό της τράπεζας, θραύοντας τον υαλοπίνακα της πόρτας και ρίπτοντας στο εσωτερικό της, τουλάχιστον μια βόμβα μολότοφ, η οποία εξερράγη, καθώς και εύφλεκτο υγρό, το οποίο επιτάχυνε την εκδήλωση πυρκαγιάς. Αποτέλεσμα της εμπρηστικής αυτής επίθεσης ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός των -3- εργαζομένων της τράπεζας.

Μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς, η ομάδα απομακρύνθηκε, ενώ ορισμένοι απ’ αυτούς, όπως διαπιστώθηκε, συμμετείχαν από κοινού και με άλλα άτομα, και σε άλλες επιθέσεις σε βάρος οχημάτων, καταστημάτων και κτιρίων.

Όπως προέκυψε η ομάδα είχε εσωτερική κατανομή ρόλων. Ειδικότερα, ορισμένα άτομα ανέλαβαν τον ενεργό εκτελεστικό ρόλο, όπως τη θραύση του υαλοπίνακα και τη ρίψη εύφλεκτων αντικειμένων και υγρών, ενώ τα λοιπά μέλη είχαν συντονιστικό και υποστηρικτικό ρόλο, συμβάλλοντας στην προστασία, προετοιμασία, εκδήλωση της εμπρηστικής επίθεσης και στη γενικότερη επιχειρησιακή υποστήριξη των φυσικών αυτουργών του εμπρησμού.

Για τη διερεύνηση της υπόθεσης αξιοποιήθηκαν ιατροδικαστικά, αυτοψιακά και εργαστηριακά ευρήματα, ενώ όπως διαπιστώθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία και το Τμήμα Εξουδετέρωσης Εκρηκτικών Μηχανισμών, η πυρκαγιά στο τραπεζικό υποκατάστημα προκλήθηκε από τη ρίψη αυτοσχέδιων εμπρηστικών μηχανισμών τύπου μολότοφ.

Επίσης, συλλέχθηκαν και εξετάστηκαν, ως προανακριτικό υλικό, μεταξύ άλλων, βιντεοληπτικά και φωτογραφικά αρχεία που είχαν συγκεντρωθεί κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, καθώς και φωτογραφίες που εξήχθησαν από ψηφιακό πειστήριο, το οποίο είχε κατασχεθεί στο πλαίσιο έτερης υπόθεσης που είχε χειριστεί κατά το παρελθόν η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας.

Επιπροσθέτως, στο πλαίσιο των εξειδικευμένων εργαστηριακών και συγκριτικών εξετάσεων που διενεργήθηκαν από την Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, εφαρμόσθηκαν προηγμένες μεθοδολογίες ψηφιακής ανάλυσης. Μέσω αυτών, επετεύχθη η αποκατάσταση και ανάκτηση χαμηλού επιπέδου δεδομένων από ψηφιακά μέσα αποθήκευσης του συστήματος καταγραφής βίντεο του τραπεζικού καταστήματος, οδηγώντας στον επακριβή προσδιορισμό και συγχρονισμό του απόλυτου χρονικού στίγματος της εμπρηστικής επίθεσης.

Παράλληλα, με την εφαρμογή σχετικών αλγορίθμων, βελτιώθηκε, όπου ήταν τεχνικά εφικτό, η ευκρίνεια του προϋπάρχοντος παλαιότερου οπτικού υλικού, το οποίο επανεξετάσθηκε σε πλήρη εναρμόνιση με τη χρονολογική αλληλουχία των καταγεγραμμένων καρέ. Από τη διαδικασία αυτή προέκυψε η τεκμηριωμένη συσχέτιση μορφολογικών και λοιπών χαρακτηριστικών των κατηγορούμενων καθώς και η μοναδικοποίηση προσωπικών αντικειμένων, βάσει εξατομικευμένων χαρακτηριστικών τους, σε συνδυασμό με το υπό εξέταση αποδεικτικό υλικό.

Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, πλήθος ψηφιακών πειστηρίων (laptops, USB sticks, εξωτερικοί σκληροί δίσκοι, κινητά τηλέφωνα κ.α.), ενώ στην οικία που διέμενε ο ένας απ’ τους δύο συλληφθέντες, βρέθηκε και κατεργασμένη κάνναβη (σε μορφή σοκολάτας) συνολικού μικτού βάρους -18,6- γραμμαρίων. Για το λόγο αυτό, σε βάρος του σχηματίστηκε αυτοτελής δικογραφία για παράβαση της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά, η οποία θα υποβληθεί στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.

Οι συλληφθέντες, απ’ τους οποίους ο ένας έχει απασχολήσει για παράβαση της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά, οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.

 

Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στη Google