Στα τελευταία δημοσκοπικά αποτελέσματα και τις εκλογές, την άρση ασυλίας των βουλευτών και τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τα μέτρα και τα επιδόματα που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός και για τις τελευταίες εσωκομματικές επιθέσεις στο κυβερνών κόμμα αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης σε συζητώντας με τον δημοσιογράφο Αντώνη Σρόιτερ στο περιθώριο του 11ου Οικονομικού Forum των Δελφών 2026.
Μιλώντας για τις δημοσκοπήσεις που δίνουν στη ΝΔ 29,5%, ο κ. Μαρινάκης υπογράμμισε, ότι «αν η δημοσκοπήσεις είναι η φωτογραφία της στιγμής, οι εκλογές είναι η ετυμηγορία για μια τετραετία» και δήλωσε «συγκρατημένα αισιόδοξος».
Παρόλα αυτά, τόνισε ο κ. Μαρινάκης, εξάγονται τα εξής συμπεράσματα: «μια κυβέρνηση στη δεύτερη τετραετία έχει μια πολύ μεγάλη διαφορά από το δεύτερο κόμμα και ότι αυτό το 29,5% στην εκτίμηση ψήφου απέχει αρκετά από το επιθυμητό ποσοστό για την επανεκλογή μας με αυτοδυναμία. Άρα, κάποια πράγματα αναγνωρίζονται, γι’ αυτό και έχουμε αυτή τη μεγάλη διαφορά, αλλά πρέπει να δουλέψουμε πολύ παραπάνω για να πετύχουμε το στόχο μας».
Σχετικά με τη υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ που έχει «αρκετές προεκτάσεις σκανδάλου» όπως είπε ο κ. Μαρινάκης, περιέγραψε, ότι αποτελεί «μεγάλη πληγή για τη χώρα» και ότι «για το ζήτημα των παράνομων αγροτικών επιδοτήσεων η Ελλάδα έχει πληρώσει 3 δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος 30 ετών». Προσέθεσε, ότι οι 13 βουλευτές ζήτησαν οι ίδιοι την άρση της ασυλίας τους, γεγονός που τους τιμά, και «μέχρι την άρση ασυλίας των 13 βουλευτών, 97 βουλευτές από το 2019 μέχρι σήμερα βρέθηκαν ή βρίσκονται υπό το καθεστώς άρσης ασυλίας. Το αν είναι αθώοι ή ένοχοι θα το αποφασίσει η Δικαιοσύνη».
Πάντως, αυτή τη στιγμή δύο υποθέσεις κακουργημάτων υπάρχουν που ερευνώνται και οι δύο άνθρωποι αυτοί έχουν δηλώσει ότι δεν θα είναι υποψήφιοι, ξεκαθάρισε ο κ. Μαρινάκης. Για τους υπόλοιπους που είναι με πλημμελήματα, όπως και για τους προηγούμενους, «θεμέλιος λίθος της δημοκρατίας και της λειτουργίας των θεσμών είναι το τεκμήριο αθωότητας και η λειτουργία της Δικαιοσύνης», ανέφερε. «Επιμένουμε εδώ και 2-3 εβδομάδες όλα τα κυβερνητικά στελέχη, με πρώτο τον πρωθυπουργό, για επίσπευση της εκκαθάρισης της υπόθεσης, για να μπορέσουμε ιδανικά να πάμε σε εκλογές και η κοινωνία ο κόσμος ψηφοφόροι να έχουν καθαρή εικόνα για τους ανθρώπους αυτούς» δήλωσε και τόνισε ότι «θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε ουσιαστικά τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και της εγχώριας και της ευρωπαϊκής». Η ευρωπαϊκή εισαγγελία ερευνά αυτή τη στιγμή 3.600 υποθέσεις σε όλη την Ευρώπη, όπως είπε η κα Κοβέσι, όλες για πιθανή διασπάθιση δημοσίου χρήματος. Στην Ελλάδα διερευνώνται 170 υποθέσεις. «Άρα δεν υπάρχει χώρα που η απάτη είναι περισσότερο ή λιγότερο έντονη», σχολίασε.
Μιλώντας για τον περιορισμό παρόμοιων φαινομένων, ανέφερε ότι τα τελευταία εφτά χρόνια η κυβέρνηση «έκανε πολλά», όπως αύξηση κατά 80% των ΜΕΘ, δημιουργία ψηφιακού κράτους με 2.500 ψηφιακές υπηρεσίες, μείωση της επαφής μεταξύ υπαλλήλου και πολίτη, απόδοση των συντάξεων σε 2 μήνες, αντί σε 3 χρόνια, επίδοση ηλεκτρονικά των κλήσεων, και άλλα. Στον ΟΠΕΚΕΠΕ η μετάβαση ήρθε «καθυστερημένα», υποστήριξε, αν και προ Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας 5.000 ΑΦΜ εστάλησαν στη Δικαιοσύνη για έλεγχο. «Η μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ είναι το τέλος αυτών των φαινομένων που πλήγωσαν δικαίως τον κόσμο», συμπλήρωσε.
«Η Ελλάδα έχει μια στερεή δημοκρατία», εξήγησε ο κ Μαρινάκης και προσέθεσε ότι «αυτό αποτυπώνεται από την ετήσια έκθεση για το κράτος δικαίου της Κομισιόν, είμαστε σε καλύτερη κατάσταση από ό,τι 15 κράτη μέλη της Ευρώπης και πολύ μεγάλη βελτίωση, ειδικά στα ζητήματα των χαρτοφυλακίων που έχουν την τιμή να εκπροσωπώ, του της ελευθερίας του τύπου και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, αξιοσημείωτη πρόοδο».
Σχετικά με τις δηλώσεις του Άδωνι Γεωργιάδη, δήλωσε, ότι «ο κύριος Γεωργιάδης είναι ένας άνθρωπος ο οποίος έχει πέσει θύμα σκευωρίας από μια άλλη κυβέρνηση». Και συνέχισε: «Ο κύριος Γεωργιάδης και κανένας από εμάς, ουδέποτε δεν πρόκειται να αμφισβητήσουμε τον καταλυτικό ρόλο ως πυλώνα σταθερότητας του πολιτεύματος που έχει η δικαιοσύνη», αλλά εκτίμησε ότι «θέτει εύλογα ερωτήματα».
Για την κριτική περί επιδοματικής πολιτικής, περιέγραψε, ότι τα πλεονάσματα προέρχονται από την αύξηση των φορολογικών εσόδων απόρροια τριών παραγόντων, δημιουργία 600.000 θέσεων εργασίας, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και ανάπτυξη της οικονομία, ενώ όπως υποστήριξε ο κ. Μαρινάκης, επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, τα πλεονάσματα έρχονταν από την αύξηση των φόρων.
Απαντώντας σε ερώτηση για την ενεργειακή κρίση και την ακρίβεια, ανέφερε ο κ. Μαρινάκης, ότι «αυτή τη στιγμή έχουμε άλλα 200 εκατομμύρια για το 2026 και εξασφαλισμένο, πάντοτε να δούμε και πώς πάνε τα πράγματα, αλλά φαίνεται ότι τα πράγματα είναι διαχειρίσιμα γιατί έχουμε μια στέρεη και ανθεκτική οικονομία, περίπου ένα δισ. να δώσουμε για το 2027». Προσέθεσε, πως «αν η ΔΕΘ του 2026 ήταν η ΔΕΘ των φυσικών προσώπων, όπου είχαμε τη μεγαλύτερη μείωση φορολογικών συντελεστών για οικογένειες, παιδιά και συνολικά όλους τους μισθωτούς, η ΔΕΘ του 2027 φιλοδοξούμε να είναι για όλους πάλι, αλλά με έμφαση στις επιχειρήσεις και ειδικά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τη μεσαία τάξη».
Για τη συζήτηση περί εξωκοινοβουλευτικών υπουργών και βουλευτών, υποστήριξε ο κ Μαρινάκης, ότι «όση σημασία έχει ο άνθρωπος ο οποίος θα πάει να ζητήσει σταυρό, άλλο τόση σημασία έχει σε ποιο ψηφοδέλτιο είναι ο άνθρωπος αυτός. Την πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη που έχει παράξει αποτελέσματα την έχουν πετύχει κοινοβουλευτικοί και εξωκοινοβουλευτικοί μαζί». Σύμφωνα με τον κ. Μαρινάκη, η συγκεκριμένη συζήτηση άνοιξε «χωρίς λόγο» με την επίμαχη ανάρτηση του κ. Σκέρτσου, η οποία «δεν στοχοποίησε κανένα βουλευτή».
Μιλώντας τέλος για τον Αλέξη Τσίπρα, είπε ότι «τον περιμένουμε να ανακοινώσει το κόμμα του και το πρόγραμμά του». Το 2015 αν δεν υπήρχαν οι τότε βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, «η Ελλάδα δεν θα ήταν στην Ευρώπη, δεν θα είχαμε το Ταμείο Ανάκαμψης, δεν θα είχαμε εμβόλια, στους Δελφούς τα επόμενα χρόνια δεν θα συζητούσαμε για την ευρωπαϊκή προοπτική στην Ελλάδα, μάλλον δεν θα είχαν βρει δουλειά 500.000 άνθρωποι», υποστήριξε ο κ. Μαρινάκης.
Για το αν υπάρχει πιθανότητα συνεργασίας με το κόμμα Τσίπρα, ξεκαθάρισε, «εμείς με τον κ. Τσίπρα και οποιοδήποτε κόμμα, είτε της άκρας Δεξιάς, είτε που προήλθε από τον κ. Τσίπρα, δεν πρόκειται ποτέ να κάτσουμε στο ίδιο τραπέζι».
