Του π. Ηλία Μάκου

Αν ρωτήσεις κατοίκους ορεινών χωριών στην Ήπειρο, πως περάσατε τις εορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς η απάντηση θα είναι ίδια: “Μεγάλη μοναξιά. Λίγοι, κλεισμένοι μέσα στα σπίτια μας”.

Η εικόνα αυτή  αφορά σ’ όλα σχεδόν τα ορεινά χωριά της Ηπείρου, με εξαίρεση κάποιους τουριστικούς προορισμούς, όπως το Ζαγόρι, τα Τζουμέρκα, το Μέτσοβο που δέχθηκαν εοισκέπτες.

Τον χειμώνα αποκωδικοποιείται και μεγενθύνεται η εγκατάλειψη των χωριών στη Θεσπρωτία, που προκαλεί απελπισία, αλλά και το αμείλικτο ερώτημα: Γιατί;

Η απάντηση υπάρχει και είναι ότι επί δεκαετίες αφέθηκαν στην τύχη τους, χωρίς να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ούτε για άνετη ούτε για στοιχειώδη ακόμη διαβίωση, αλλά και οι προϋποθέσεις για ασφαλή και σταθερή επαγγελματική απασχόληση.

Επιπλέον πολλοί ηλικιωμένοι έχουν πεθάνει και τα παιδιά τους δεν έχουν συναισθηματικό κίνητρο να έρθουν στα χωριά και σιγά-σιγά φθείρονται και καταπίπτουν τα πατρικά σπίτια.

Κόβονται οι ρίζες μας με τα χωριά  αφήνονται μοιρολατρικά να παρακμάζουν, να αδειάζουν  χωριά, και έχουμε συνέπειες, τιμωρούμαστε από τις ίδιες τις συνθήκες της ζωής.

Πληρώνουμε τίμημα, ως ένα είδος φυσικής εκδίκησης, όταν αρνούμαστε αυτό, στο οποίο οφείλουμε, αυτό, που είμαστε.

Επιπλέον ο μαρασμός της υπαίθρου, αλλάζει άρδην τα δεδομένα σε γενικότερο κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.

Τα χωριά είναι η “ψυχή” της Ελλάδας και είναι αδήριτη ανάγκη να μη γίνει ανεκτό και επιτρεπτό το ξεκλήρισμά τους.