Νέα Δημοκρατία: Υποψήφιοι δύο ταχυτήτων με τις επιλεκτικές ανακοινώσεις Μητσοτάκη

Η ανακοίνωση της υποψηφιότητας του Δημήτρη Σκουλού στη Β΄ Πειραιώς επαναφέρει το ζήτημα των επιλεκτικών ανακοινώσεων της Νέας Δημοκρατίας. Η τακτική δημιουργεί υποψηφίους δύο ταχυτήτων...

Νέα Δημοκρατία: Υποψήφιοι δύο ταχυτήτων με τις επιλεκτικές ανακοινώσεις Μητσοτάκη

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του epirusgate.gr στην Google

Την τακτική των επιλεκτικών ανακοινώσεων υποψηφιοτήτων για τις επόμενες βουλευτικές εκλογές συνεχίζει ο Πρωθυπουργός και πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκος Μητσοτάκης, δίνοντας σε συγκεκριμένα πρόσωπα τη δυνατότητα να ξεκινήσουν επισήμως την προεκλογική τους εκστρατεία, την ώρα που άλλα στελέχη του κόμματος παραμένουν σε καθεστώς αναμονής.

Η σημερινή ανακοίνωση αφορά τον Δημήτρη Σκουλό, γνωστό από την τηλεοπτική του παρουσία, ο οποίος θα είναι υποψήφιος με τη Νέα Δημοκρατία στη Β΄ Πειραιώς στις εκλογές του 2027. Πρόκειται για μια υποψηφιότητα που είχε ουσιαστικά προαναγγελθεί από τον Άδωνι Γεωργιάδη σε κομματική εκδήλωση, με τον υπουργό να έχει αναλάβει, όπως φαίνεται, μεταξύ των πολλών άλλων καθηκόντων, ακόμη και ρόλο του… άτυπου ανακοινωτή υποψηφίων.

Ο Δημήτρης Σκουλός προστίθεται σε μια σειρά προσώπων που αποκτούν από νωρίς την επίσημη κομματική σφραγίδα και, μαζί με αυτήν, ένα σημαντικό επικοινωνιακό πλεονέκτημα. Η ανακοίνωση μιας υποψηφιότητας από την ίδια την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας εξασφαλίζει δημοσιότητα, πολιτική νομιμοποίηση και κυρίως τη δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο να απευθύνεται πλέον στους ψηφοφόρους με την ιδιότητα του υποψήφιου βουλευτή.

Τι συμβαίνει με τα υπόλοιπα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας που επιθυμούν να διεκδικήσουν μια θέση στα ψηφοδέλτια; Και κυρίως, τι γίνεται με εκείνους που έχουν ήδη λάβει, έστω και ανεπίσημα, το πράσινο φως από την κομματική ηγεσία για να προετοιμάσουν την υποψηφιότητά τους;

Ακόμη και αυτά τα στελέχη βρίσκονται σε δυσχερή θέση. Μπορούν να πραγματοποιούν επαφές, να συμμετέχουν σε εκδηλώσεις, να καλλιεργούν πολιτικές σχέσεις και να προετοιμάζουν την παρουσία τους στην εκλογική περιφέρεια. Δεν μπορούν όμως να εμφανίζονται με την ίδια βεβαιότητα ως υποψήφιοι βουλευτές, από τη στιγμή που δεν υπάρχει η αντίστοιχη επίσημη ανακοίνωση του κόμματος.

Έτσι δημιουργείται στην πράξη μια κατηγορία υποψηφίων με προβάδισμα και μια δεύτερη κατηγορία ενδιαφερομένων που καλούνται να κινηθούν χωρίς την ίδια θεσμική και επικοινωνιακή κάλυψη.

Το προβάδισμα των εν ενεργεία βουλευτών

Η συγκεκριμένη τακτική έχει και μια δεύτερη συνέπεια, ιδιαίτερα σημαντική για τις εκλογικές περιφέρειες όπου αναμένεται έντονος εσωκομματικός ανταγωνισμός. Οι εν ενεργεία βουλευτές διαθέτουν ήδη το πλεονέκτημα της αναγνωρισιμότητας, της συνεχούς δημόσιας παρουσίας και της πρόσβασης στους ψηφοφόρους μέσω της κοινοβουλευτικής τους δραστηριότητας. Μπορούν να συνεχίζουν κανονικά τον πολιτικό και ουσιαστικά προεκλογικό τους αγώνα, χωρίς να τίθεται υπό αμφισβήτηση η παρουσία τους στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, εκτός εάν προκύψει διαφορετική κομματική απόφαση.

Αντίθετα, ένα νέο στέλεχος που φιλοδοξεί να διεκδικήσει κοινοβουλευτική έδρα καλείται να ανταγωνιστεί τους ήδη εκλεγμένους χωρίς να διαθέτει απαραίτητα ούτε την επίσημη ιδιότητα του υποψηφίου. Όταν μάλιστα η ηγεσία επιλέγει να ανακοινώνει ορισμένες νέες υποψηφιότητες και να αφήνει άλλες σε εκκρεμότητα, η ανισορροπία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.

Η επιλογή των προσώπων που θα στελεχώσουν τα ψηφοδέλτια αποτελεί ασφαλώς αρμοδιότητα της κομματικής ηγεσίας. Το ζήτημα όμως είναι με ποια κριτήρια και με ποιο χρονοδιάγραμμα δημοσιοποιούνται οι αποφάσεις. Εφόσον κάποιοι υποψήφιοι μπορούν να ανακοινώνονται μήνες πριν από τις εκλογές, γιατί να μη διαμορφωθεί ένα ενιαίο πλαίσιο ενημέρωσης και για τους υπόλοιπους ενδιαφερόμενους, τουλάχιστον για εκείνους που έχουν ήδη εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της ηγεσίας;

Η επιλεκτική δημοσιότητα ευνοεί όσους επιλέγονται για πρόωρη ανακοίνωση, ενώ η παρατεταμένη αβεβαιότητα λειτουργεί ανασταλτικά για την είσοδο νέων προσώπων στην εκλογική διαδικασία. Και τελικά, παρά τις διακηρύξεις περί ανανέωσης, η πρακτική αυτή μπορεί να οδηγήσει στη διατήρηση των υφιστάμενων εσωκομματικών συσχετισμών και στην ενίσχυση του πλεονεκτήματος των εν ενεργεία βουλευτών.

Για ένα κόμμα που βρίσκεται επί χρόνια στην κυβέρνηση και καλείται να ανανεώσει το πολιτικό του προσωπικό, η διαφάνεια και η ισότιμη αντιμετώπιση των υποψήφιων στελεχών θα έπρεπε να αποτελούν αυτονόητη προτεραιότητα. Η ανανέωση δύσκολα μπορεί να προχωρήσει όταν η αφετηρία της εκλογικής διεκδίκησης καθορίζεται από επιλεκτικές ανακοινώσεις και διαφορετικούς χρόνους εκκίνησης του επίσημου προεκλογικού αγώνα.

Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στη Google