Η ΕΠΤΑΗΜΕΡΗ περίοδος που ξεκινά την Κυριακή των Βαΐων, όλοι την ονομάζουν «Μεγάλη Εβδομάδα». Ας μου επιτραπεί εγώ να την πω «Μεγάλο σκάνδαλο»!

Του πρωτοπρεσβυτέρου Βασιλείου Χριστοδούλου*

Αν με τη λέξη «σκάνδαλο» σημαίνεται λεξικολογικά «ένα γεγονός που έρχεται σε σύγκρουση με την τρέχουσα ηθική προκαλώντας την αποδοκιμασία αλλά και το έντονο ενδιαφέρον, την περιέργεια των ανθρώπων» , τότε στο περιεχόμενο της Μ. Εβδομάδας θα μπορούσαμε θεολογικά να ανιχνεύσουμε το γιατί πολλοί άνθρωποι είτε σκανδαλίζονται με τον Θεό συγκρουόμενοι μαζί Του (Α΄ Κορ. α΄ 23) είτε επιλέγουν μια χλιαρή, αποστασιοποιημένη «σχέση».

Μπορούμε να εντοπίσουμε τους δύο λόγους που ωθούν τον άνθρωπο ή να αρνηθεί τον Θεό ως απαράδεκτο (αυτή είναι η θέση μας απέναντι σε κάθε σκάνδαλο) ή, μη τολμώντας την άρνηση αλλ’ ούτε και την υπέρβαση, να πάρει την θέση απόμακρου θεατή, με το βιβλιαράκι στο χέρι, παρακολουθώντας εκ του ασφαλούς την πορεία ζωής και θανάτου κάποιου Ιησού, σαν σε κινηματογραφική ταινία.

Ο άνθρωπος, από τα πρώτα βήματά του πάνω στη γη, αντιλαμβάνεται την ύπαρξη του Θείου πάντα ως υπερβατική και παντοδύναμη. Σκέφτεται ότι ο Θεός δεν μπορεί να έχει άμεση σχέση με κάτι τόσο μικρό σαν τον άνθρωπο. Ο Θεός είναι έξω από την γήινη πραγματικότητα, απομονωμένος στη δική του ουράνια μοναξιά και από ’κει ψηλά ακούει τις προσευχές μας, στέλνοντας τις ευεργεσίες Του.

Η Θεότητα είναι πάντα απρόσιτη στον πόνο και την ανάγκη, απρόσβλητη απ’ την φθορά, ανίκητη από τον θάνατο. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να προβάλλει στο πρόσωπο του Θεού όλες τις αδυναμίες του θεραπευμένες ως δυνατότητες στον υπερθετικό μάλιστα βαθμό. Έτσι, ο Θεός πρέπει να είναι ό,τι δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ο άνθρωπος. Μπροστά σε μια τέτοια Θεότητα αυτονόητα ο άνθρωπος υποτάσσεται και προσκυνά.

Η μεγάλη δοκιμασία για την ανθρώπινη λογική και θρησκευτικότητα έρχεται, όταν ο Θεός αντιστρέφοντας αυτή την αντίληψη εμφανίζεται με τρόπο που κουρελιάζει τη λογική και κάνει συντρίμμια την μεγαλοσύνη, οικειοποιούμενος τα ανθρώπινα. Η Μ. Εβδομάδα αναδεικνύεται σε μεγάλο σκάνδαλο ακριβώς γιατί εμπεριέχει αυτόν τον τρόπο. Και αυτός ο τρόπος είναι «Νυμφίος» και «Ελκόμενος».

Το «Νυμφίος» και «Ελκόμενος» (επί Σταυρού) είναι οι δύο λόγοι που προαναφέραμε, για τους οποίους ο άνθρωπος ή αρνείται τον Θεό ή επιλέγει να Τον αντικειμενοποιήσει (ειδωλοποιήσει) και έτσι να «σχετιστεί» μαζί Του εκ του ασφαλούς και αποστασιοποιημένος. Γιατί; Διότι ένας Θεός σταυρωμένος και μωλωπισμένος, χλευασμένος και καθημαγμένος (Ελκόμενος) είναι ένας αχρείαστος και αδύναμος Θεός. Είναι ένας Θεός που δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του ανθρώπου, δεν εκπληρώνει τις ναρκισσιστικές του ανάγκες. Είναι κατώτερος, ανίσχυρος, ευάλωτος· ένας Θεός που δεν μπορεί να προστατέψει ούτε τον εαυτό Του. Ένας σταυρωμένος από τον άνθρωπο Θεός είναι ντροπή, απάτη, εμπαιγμός και εν τέλει απογοήτευση. Δεν είναι δυνατόν στην ανθρώπινη λογική και θρησκευτικότητα ο Θεός να φανερώνεται άθυρμα στα χέρια σπείρας άξεστων στρατιωτών. Ο Ελκόμενος Θεός δείχνει να μη μπορεί να σε προστατεύσει, ζητώντας επιπλέον Εκείνος τώρα την προστασία σου. Ποιος το αντέχει αυτό;

Ο δεύτερος τρόπος με τον οποίο επιλέγει ο Θεός να αποκαλυφθεί στον άνθρωπο είναι ως Νυμφίος: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται». Δεν λέει η Εκκλησία ιδού ο Παντοδύναμος έρχεται ή ιδού ο Εξουσιαστής, ο Παντοκράτορας, αλλ’ ο Νυμφίος. Η Εκκλησία δεν χρησιμοποιεί γλώσσα θρησκευτική, ιδεολογική, γλώσσα εντυπωσιασμού και θεσμικών βεβαιοτήτων. Η γλώσσα της Εκκλησίας είναι εξάπαντος ερωτική και γι’ αυτό απρόσληπτη και ακατανόητη από τον ανέραστο άνθρωπο που ζητά μόνο εξασφάλιση, βεβαιότητες και ικανοποίηση.

Ο Θεός έρχεται στη Μ. Εβδομάδα και στη ζωή μας όχι με όρους παντοδυναμίας αλλά αγάπης. Έρχεται όπως ένας εραστής προς την ερωμένη του. Λέει ο ιερός Χρυσόστομος: «Κανένας εραστής σωμάτων, ακόμη και αν είναι υπερβολικά παθιασμένος, δεν φλέγεται τόσο πολύ για την αγαπημένη του, όσο ο Θεός λαχταρά τη σωτηρία των ψυχών μας» .

Ο Θεός έρχεται δημιουργώντας την αίσθηση, όχι ότι εσύ Τον έχεις ανάγκη, αλλ’ ότι Εκείνος σε ποθεί . Αντί εσύ να Τον ψάχνεις, Εκείνος σε αναζητά. Δεν έρχεται μεγαλόπρεπα και εκθαμβωτικά για να μην επιβληθεί, για να μην καταστήσει την παρουσία Του αναπόφευκτα αποδεκτή. Αντιστρέφει τους όρους δίνοντας στον άνθρωπο το ικανοποίηση του ερώμενου αναλαμβάνοντας Εκείνος την πρωτοβουλία του εραστή.

Εμφανίζεται ως Νυμφίος και όχι ως παντοδύναμος Θεός για να μη νομίσεις ότι Τον ενδιαφέρει η υποταγή σου. Για να σου πει ότι δεν ικανοποιείται με ένα ξεροκόμματο του χρόνου σου, με κάποια ψίχουλα των αφοσιώσεών σου ή με τα απομεινάρια του τραπεζιού της ζωής σου, πάνω στο οποίο όλες οι ασχολίες, τα ενδιαφέροντα και οι επιθυμίες σου ευφραίνονται λαμπρά καταναλώνοντας όλη την ύπαρξή σου, αφήνοντας μόνο τα κατάλοιπα του χορτασμού τους στον Θεό. Διεκδικεί, όπως κάθε εραστής, αφοσίωση, την ευθύνη της σχέσης, συνέπεια και όλη την καρδιά . Δεν έρχεται για να φύγει· έρχεται για να μείνει.

Αυτό το «για να μείνει» είναι που πανικοβάλει τον άνθρωπο. Βολεύει καλύτερα ένας Θεός περαστικός, επετειακός επισκέπτης, απαιτητής μόνο χρόνου καθήκοντος, διότι δεν δεσμεύει, δεν ζητά αφοσίωση, δεν επιζητεί την ευθύνη μιας μόνιμης σχέσης. Τον ικανοποιείς περιστασιακά, δίχως εν τέλει η Αγάπη να ορίζει τη ζωή σου και ξεμπερδεύεις ανώδυνα.

Τα δεδομένα όμως αλλάζουν και ο Θεός δεν είναι πια έξω από την ύπαρξή σου, υπερβατικός και απρόσιτος, αλλά Νυμφίος, μανικός Θεάνθρωπος και όλος εντός σου. Ο Θεός σε επιθυμεί και αυτό δεν μπορεί ν’ αλλάξει. Ο άνθρωπος πρέπει να πάρει υπεύθυνα θέση και να απαντήσει.

Ο άνθρωπος ξέρει ότι σ’ έναν Θεό απρόσιτο και υπερβατικό αρκεί μια μεγαλοβδομαδιάτικη ενασχόληση, μια τυπική νηστεία, ένας επετειακός εκκλησιασμός, μια θρησκευτικότητα Κυριακής, εκτονωτική άλλωστε όλης της πίεσης της εβδομάδας. Ένας Θεός Νυμφίος όμως δεν αρκείται σε αυτά. Ζητά συνεχώς, γιατί συνεχώς δίνει και η ζήτησή Του αυτή δεν έχει στοιχεία ιδιοτελή ή ανάγκης. Γίνεται η έκφραση όλων των δικών σου επιθυμιών, όλων αυτών που εσύ θα έπρεπε να ζεις και να εκφράζεις. Ο Θεός επιθυμεί για σένα όλα όσα εσύ θα έπρεπε να λαχταράς για Εκείνον. «Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου».

Και ο άνθρωπος μάλλον δεν αντέχει. Διορθώνει το λάθος του Σταυρού, την ανορθογραφία του Νυμφίου. Επαναφέρει τον Θεό στην υπερβατικότητά Του, στην ασφαλή απόστασή Του. «Θα σου χτίζω καθεδρικούς ναούς αλλά ποτέ νυφική παστάδα. Θα προσκυνώ αλλά δεν θα ερωτευτώ. Θα υπακούω αλλά δεν θα απολαμβάνω. Θα σου δίνω ώστε να σου ζητώ».

Εύκολα λοιπόν μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί μετά το τέλος της Μ. Εβδομάδας η ζωή θα πάρει και πάλι τους συνήθεις ρυθμούς της, με τον Θεό απόντα στους ουρανούς και τον άνθρωπο ικανοποιημένο στη γη. Εύκολα μπορούμε να καταλάβουμε γιατί μετά την Ανάσταση η νύχτα θα καλύψει και πάλι τη γη.

Μόνη ελπίδα ο Νυμφίος, ο αμετανόητα ερωτευμένος, περπατώντας «εν τω μέσω της νυκτός» όλους τους ανθρώπινους χρόνους της απελπισίας και θρησκευτικής επανάπαυσης, συναντώντας μια πόρνη μυρεψό και μια Μαρία Αιγυπτία, έναν ειδωλολάτρη στρατιωτικό και έναν κηδευτή τολμητία, αγοράζοντας πίσω στον παράδεισο, απ’ αυτή την ερωτική ποσότητα του ελάχιστου, ολόκληρο τον κόσμο.

*Ο πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Χριστοδούλου γεννήθηκε και διαμένει στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής του Ε.Κ.Π.Α. Υπηρετεί ως εφημέριος στον Ιερό Ναό Μεταμόρφωσης Σωτήρος Καλλιθέας.

Διετέλεσε Διευθυντής του Πολιτιστικού Κέντρου της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών καθώς και Διδάσκων-Εκπαιδευτής στα προγράμματα Επιμόρφωσης κληρικών του Ιδρύματος Ποιμαντικής Επιμόρφωσης της Ι.Α.Α.

Είναι συγγραφέας. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε θεολογικά και λογοτεχνικά περιοδικά.

Τελευταίο συγγραφικό του πόνημα «Χρυσέ ζωής αέρα φύσα ως εμάς / Λογοτεχνικά κείμενα σε θεολογική υποδοχή», Ιανουάριος 2026, από τις εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΗ.