Ο δεκάλογος για το Σβερνέτσι ή η αιφνίδια διεκδικήσιμη περιοχή ως ελληνική
Ο Παναγιώτης Μπάρκας παρεμβαίνει δημόσια για τις εξελίξεις στο Σβερνέτσι, ασκώντας κριτική στην ελληνική πολιτική απέναντι στον Ελληνισμό της Αλβανίας και θέτοντας σειρά ερωτημάτων για τους χειρισμούς της Αθήνας.
Έγραψα σήμερα στο fb-μου ότι «όσο η Ελλάδα θα συντηρεί την απώλεια του Ελληνισμού σε Δρόπολη και Βούρκο, τόσο θα αναζητεί ελληνισμό εκεί που έχει χαθεί από καιρό!»
Εννοείται, αφορά τις πρόσφατες εξελίξεις στο Σβερνέτσι, ή ελληνικά Σβάρνιτσα.
Πρώτο. Θα πρέπει να συγχαρούμε την επίσημη ελληνική πολιτική η οποία επιτέλους αποφάσισε να προστατέψει τα δικαιώματα Έλληνα υπηκόου ως Αλβανού πολίτη στην Αλβανία.
Εύχομαι η Αθήνα να διευρύνει την προστατευτική της βεντάλια και προς κάθε γηγενή Έλληνα στην Αλβανία, (όχι απλώς ως Έλληνα πολίτη) τα δικαιώματα των οποίων, είτε περιουσιακά, είτε ανθρώπινα, είτε εθνικά, παραβιάζονται ταχτικότατα και συνεχιζόμενα από την αλβανική πλευρά. Είναι όμως επιβεβαιωμένο ότι η Ελλάδα δεν το έπραξε και δεν το πράττει σε καμιά άλλη περίπτωση.
Όταν προσωπικά με επίσημη επιστολή πρότεινα ως αποδοτική λύση των προβλημάτων του Ελληνισμού στην Αλβανία, την αντιμετώπιση των γηγενών Ελλήνων εδώ ως ευρωπαίων πολιτών, δε θα πω την απάντηση που έλαβα, αλλά αρκεί το γεγονός ότι την απέρριψαν.
Δεύτερο. Με την ανακοίνωσή του για τα επεισόδια στο Σβερνέτσι το προηγούμενο Σάββατο, έθεσε θέμα ύπαρξης Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας στο Σβερνέτσι και στην Άρτα. Καλώς! Αλλά! Δεν ξεκινάω από το ξάφνιασμα του Ράμα περί του αντιθέτου. Αλλά, ούτε η Ελλάδα, ούτε οι εκπρόσωποι της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας, ούτε οι ίδιοι κάτοικοι της περιοχής έχουν θέσει επίσημα και δημοσίως θέμα ύπαρξης Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας στις συγκεκριμένες περιοχές. Τι έγινε και τη συγκεκριμένη ημέρα το ελληνικό ΥΠΕΞ ξύπνησε για να θέσει θέμα μειονότητας και παραβίασης περιουσιακών δικαιωμάτων των ομογενών στο Σβερνέτσι;
Τρίτο. Όντως κάποτε υπήρχε στην Νάρτα και Σβερνέτσι ελληνικό στοιχείο. Μάλιστα το 1991 ζητούσαν απεγνωσμένα προσέγγιση και αναγνώριση, αλλά δεν τους ζύγωνε κανείς. Από την Ελλάδα ασφαλώς. Το Χειμώνα φέτος, πραγματοποίησαν ερευνητικό ταξίδι στην συγκεκριμένη περιοχή. Με απέφευγαν επίμονα όταν προσπαθούσα να τους μιλήσω για ελληνική μειονότητα και δικαιώματα. Δεν δέχονταν ούτε να τους μιλήσω ελληνικά. Το θεωρούσαν μπέρδεμα που τους έκθετε στη δουλειά τους. Ειμαι όμως βέβαιο ότι στην Ελλάδα το δηλώνουν ανοιχτά ότι είναι Έλληνες, αλλά δεν μιλούμε για την Άρτα στη Νότια Ήπειρο.
Τέταρτο. Το ίδιο το θύμα της βίας των ανδρών της ιδιωτικής ασφάλειας ο Αλβανός και Έλληνας πολίτης Eduart Subashi, αποδέχτηκε ότι έχει ελληνική υπηκοότητα, όπως και την αλβανική. αποδέχτηκε ότι η Πρεσβεία της Ελλάδας στα Τίρανα του συμπαραστάθηκε από την πρώτη στιγμή (λες και ήταν πίσω από την πόρτα του νοσοκομείου της Αυλώνας) μεταφέροντας τον στα Ιωάννινα, αλλά δεν αποδέχτηκε σε καμιά δήλωση και δημόσια εμφάνιση ότι ανήκει στην Εθνική Ελληνική Μειονότητα στην Αλβανία. Και απέφυγε είπε να κάνει δηλώσεις σε ελληνικά κανάλια.
Πέμπτο. Μήπως στην Ελλάδα μπερδεύουν τους Αλβανούς που απόκτησαν ελληνική ιθαγένεια στην Ελλάδα, με τους γηγενείς Έλληνες της Αλβανίας;!Και τώρα ενδιαφέρεται για τα δικαιώματα των πρώτων λησμονώντας τα δικαιώματα των δεύτερων;
Έκτο. Δεν μπορεί να μη επισύρει την προσοχή το γεγονός ότι, αρχίζοντας από το 1990, η Ελλάδα, κάθε φορά που είχε διμερή προβλήματα με την Αλβανία, θυμούνταν (και θυμάται) τα δικαιώματα του Ελληνισμού στην Αλβανία. Μόλις όμως ξεπερνιούνται τα διμερή προβλήματα, ξεχνιέται κάθετα το θέμα των δικαιωμάτων των Ελλήνων της Αλβανίας. 1990,1991, 1993, 1994, 1997, 1999, 2003, 2006, 2024 και πάει λέγοντας. Έβδομο Η περίπτωση Μπελέρη. Το αποκορύφωμα αποτελεί η υπόθεση Μπελέρη. Κύκλοι στην Αθήνα για να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους ταυτοποιημένα στο πρόσωπο Μπελέρη, έβαλαν ασπίδα τα εθνικά δικαιώματα του Ελληνισμού της Αλβανίας. Παρέσυραν την επίσημη Αθήνα, και όλον τον πολιτειακό και πολιτικό κόσμο και ΜΜΕ στην Ελλάδα σε μια ασυγκράτητη εθνικιστική διαμάχη με τα Τίρανα και τον αλβανικό εθνικισμό. Ήταν το παραλήρημα των παραληρημάτων διότι, πρώτο ακόμα και σήμερα κανείς δεν μας λέει ποιο ήταν το πραγματικό πρόβλημα και αν αυτό λύθηκε. Ή, τόσο το περισσότερο, ποιο ήταν το θέμα του παρασκηνίου. Στην ουσία πρόκειται για θέμα που χρειάζονται οι δύο πλευρές, Ελλάδα και Αλβανία για να κοντράρονται εθνικιστικά, όποτε έχουν εσωπολιτική ανάγκη. Δεύτερο, Μόλις ο Μπελέρης, έγινε ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, δλδ, από εθνικό το θέμα έγινε (όπως ήταν) καθαρά ιδεολογικό, πολιτικό και συμφεροντολογικό, τα δικαιώματα του Ελληνισμού ξεχάστηκαν. Δηλαδή η Αθήνα εκθέτει στον αλβανικό εθνικισμό των Ελληνισμό στην Αλβανία και μόλις πετυχαίνει το στόχο της, η Αθήνα, ξεχνάει εκκωφαντικά τα δικαιώματα του ελληνισμού της Αλβανίας και εξαφανίζεται. Τα σπασμένα τα πληρώνει ο Ελληνισμός, ο οποίος προσφεύγει σε λύσεις που του εξασφαλίζουν την ηρεμία και δεν είναι άλλες εκτός από την αλβανοποίησή του, ή τη φυγή του από τις εστίες του.
Όγδοο Η πρόσφατη εξέλιξη στο Σβερνέτσι εντυπωσιάζει και για το γεγονός ότι η Αθήνα τσιμπάει εύκολα πλέον στον αλβανικό εθνικισμό. Αρέσκεται! Συνεπώς η αναζήτηση καταφυγίου στον εθνικισμό, μάλλον στον κούφιο, περαστικό, επιφανειακό και ανούσιο εθνικισμό, μαρτυράει για το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει υποπέσει σε λύσεις φτηνιάρικου εθνικισμού, μόνο και μόνο να επισύρε την προσοχή, από άλλα καυτά ζητήματα. Το γεγονός ότι τσιμπάει στον εθνικισμό που προκαλεί ο Ράμα, την κάνει και πιο ευάλωτη στον αλβανικό ανθελληνισμό. Η Ελλάδα δεν έχει λύσεις εθνικά.
Έννατο. Η Ελλάδα, από το 1991 ποτέ δεν επέβαλε κυρώσεις στην Αλβανία λόγω παραβίασης των δικαιωμάτων του Ελληνισμού στην Αλβανία. Απεναντίας ! Με το επιχείρημα ότι αν η Αλβανία ενταχτεί στους διεθνείς οργανισμούς θα βάλει μυαλό και θα σεβαστεί τα δικαιώματα του Ελληνισμού, άνοιξε μονίμως το πράσινο φως για κάθε βήμα ένταξης της Αλβανίας, ενώ ο σεβασμός των δικαιωμάτων επιδεινώνεται.
Δέκατο. Στα 35 χρόνια μεταπολίτευσης στην Αλβανία έχει παρατηρηθεί κάτι περίεργο αλλά οδυνηρό. Μέχρι το 2003 η Αθήνα έκανε πώς ενδιαφέρονταν για τις αναγνωρισμένες αυθαιρέτως από την Αλβανία μειονοτικές περιοχές. Στην ουσία της αντιμετώπιζε ως μαύρες τρύπες, όπου η αλβανική πλευρά πετύχαινε τους δικούς της εθνικούς στόχους σε βάρος αυτών. Από το 2003 και μετά, η Αθήνα εγκατέλειψε τις περιοχές αυτές, (μάλιστα πρότεινε την κατάργηση των μειονοτικών ζωνών) και καταπιάστηκε με την περιοχή της Χιμάρας με βασική προϋπόθεση την αναγνώριση ως μειονοτική ζώνη. (Άρα καταργούσε τις αναγνωρισμένες έστω και αυθαιρέτως μειονοτικές ζώνες για να διεκδικήσει τη Χιμάρα ως τέτοια). Ο τρόπος που επέλεξε για να πετύχει το σκοπό, ήταν η πρόκληση του αλβανικού εθνικισμού, όταν ο Ελληνισμός εκεί πέρα από τις δηλώσεις «των αρχηγών» δεν διέθετε κανένα άλλο όπλο υπεράσπισης. «Οι αρχηγοί» κατά παραγγελία των Τιράνων έστησαν τον μηχανισμό υφαρπαγής των περιουσιών των Ελλήνων και να που φτάσαμε σήμερα. Η Χιμάρα έχει διαλυθεί σε όλα τα μήκη και μεγέθη.
Τώρα η Αθήνα λησμονάει το κουφάρι της Χιμάρας και καταπιάνεται από τη Νάρτα-Άρτα και το Σβερνέτσι. Εννοείται μέχρι νε μη μείνει τίποτε όρθιο και εδώ έστω και ιστορικά. Είναι τυχαίο;
Ο Παναγιώτης Μπάρκας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αργυροκάστρου και Δημοσιογράφος
Ακολούθησε το Epirusgate.gr στο Google News για όλες τις τελευταίες ειδήσεις
πηγή στη Google
Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ. 252033