Μία βεντάλια οχτώ ταινιών, που ανοίγει αξιοπρόσεκτα από το τελευταίο φιλμ του πολυβραβευμένου Ιάπωνα σκηνοθέτη Χιροκάζου Κόρε Έντα, «Το Τέρας» και κλείνει με το πολυαναμενόμενο – ειδικά για το νεανικό κοινό – πετυχημένο εμπορικά φραντσάιζ «The Hunger Games: Η Μπαλάντα των Αηδονιών και των Φιδιών». Ανάμεσά τους ένα γαλλικό αντιπολεμικό δράμα, δύο ντοκιμαντέρ με το δικό τους ξεχωριστό ενδιαφέρον, ένα αμερικάνικο, αισθηματικό, σκανδαλιστικό, δράμα και η επανεμφάνιση, έπειτα από 14 χρόνια, του Περικλή Χούρσογλου. Σε επετειακή επανέκδοση και ο περίφημος «Ουρανός» του Τάκη Κανελλόπουλου.

Το Τέρας

(“Monster”) Δράμα μυστηρίου, ιαπωνικής παραγωγής του 2023, σε σκηνοθεσία Χιροκάζου Κόρε Έντα, με τους Σακούρα Άντο, Εϊτά Ναγκαγιάμα, Σόγια Κουροκάβα, Χινάτα Χιράτζι κα.

Το ταλέντο του το έδειξε όταν κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα, πριν από πέντε χρόνια, με τους «Κλέφτες Καταστημάτων». Εδώ, με το «Τέρας» του, ο Κόρε Έντα αποδεικνύει την ωριμότητά του, σε ένα φιλμ, από τα καλύτερα που έχουν γίνει για το μπούλινγκ – ένα θέμα που νομίζαμε ότι έχει εξαντληθεί και μάλλον κακοποιηθεί από τον διδακτισμό ή την ακραία πολιτική ορθότητα και την επιδερμική αντιμετώπισή του.

Ο Κόρε Έντα ακολουθώντας τη μέθοδο της διαφορετικής οπτικής αφήγησης, για την αναζήτηση της απροσπέλαστης αλήθειας στην ιστορία του, ξεβολεύει τον θεατή, αποκαλύπτοντάς του σιγά σιγά και μεθοδικά ότι όλα αυτά που πίστευε αρχικά δεν ισχύουν. Αποκαλύψεις που πρέπει να μείνουν απαραιτήτως εντός της σκοτεινής αίθουσας.

Η ταινία αρπάζει φωτιά από την αρχή, μαζί με ένα κτίριο στο κέντρο μιας επαρχιακής ιαπωνικής πόλης, που παρατηρεί από μακριά ένα αγόρι και από κοντά μια μητέρα με τον αγουροξυπνημένο 11χρονο γιο της. Η μητέρα ανησυχεί για τη συμπεριφορά του γιου της και θα ζητήσει τα ρέστα από τον δάσκαλό του, ενώ η διευθύντρια του σχολείου αντιμετωπίζει τυπικά το περιστατικό. Ωστόσο, η συμπεριφορά του γιου της δεν βελτιώνεται.

Εκεί, ο σκηνοθέτης, αλλάζει τρόπο αφήγησης και επιλέγει να κοιτάξει τα γεγονότα από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Δίνει μία διαφορετική οπτική απ’ αυτή που θεωρεί δεδομένη ο θεατής, ενώ προσθέτει ακόμη έναν χαρακτήρα, ιδιαίτερης σημασίας για το στόρι. Έναν μαθητή, που θα γίνει φίλος με τον μικρό ήρωα της ταινίας και που βρίσκεται στο κέντρο των κακότροπων αστείων των άλλων παιδιών, γιατί έχει θηλυπρεπή συμπεριφορά, αλλά και έναν πατέρα βίαιο, ο οποίος προσπαθεί να τον «γιατρέψει».

Εκτός όμως από το μπούλινγκ, ο Κόρε Έντα εξερευνεί και άλλα σημαντικά ζητήματα, όπως η βία εντός του σχολείου, οι δυσλειτουργικές οικογένειες, οι αγκυλώσεις του εκπαιδευτικού συστήματος, η ομοφοβία, αλλά εκεί που δείχνει τον χαρακτήρα του σημαντικού δημιουργού, είναι με τον τρυφερό τρόπο που προσεγγίζει τη σχέση των δυο φίλων, νεαρών πρωταγωνιστών. Με αυθεντική απλότητα και ανθρωπιά, για την οποία διακρίνεται το σινεμά του Κόρε Έντα, η ταινία παίρνει αναζωογονητικές ανάσες και χωρίς μελοδραματισμούς ή σκηνοθετικά τερτίπια, αγγίζει την καρδιά του θεατή και αναδύει μία μικρή αίσθηση ελπίδας.

Με τις ερμηνείες τους συμβάλλουν τα μέγιστα και οι μικροί πρωταγωνιστές και το υπόλοιπο καστ, ενώ το σάουντρακ είναι του φημισμένου Ρουίτσι Σακαμότο («Καλά Χριστούγεννα Κύριε Λόρενς», «Τσάι στη Σαχάρα»), το τελευταίο του πριν πεθάνει το 2023.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Όταν ο μικρός της γιος Μινάτο αρχίζει να συμπεριφέρεται περίεργα, η μητέρα του νιώθει ότι κάτι δεν πάει καλά. Ανακαλύπτοντας ότι ένας δάσκαλος είναι υπεύθυνος, απαιτεί από το σχολείο να μάθει τι συμβαίνει. Καθώς όμως η ιστορία ξετυλίγεται μέσα από τα μάτια της μητέρας, της δασκάλας και του παιδιού, η αλήθεια αναδεικνύεται σταδιακά.

Ο Πατέρας του Στρατιώτη

(“Father & Soldier”) Πολεμικό δράμα, γαλλικής και σενεγαλέζικης παραγωγής του 2023, σε σκηνοθεσία Ματιέ Βαντεπιέ, με τους Ομάρ Σι, Αλασάν Σάι, Φρανσουά Σατό, Λέα Καρνέ κα.

Συγκινητικό αντιπολεμικό δράμα, για τη σφαγή αμέτρητων νέων στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ανάμεσά τους αυτών από τη Σενεγάλη, που βρέθηκαν ριγμένοι σα σφάγια στην πρώτη θανατηφόρα γραμμή από τους Γάλλους στρατοκράτες. Και μαζί, ένας ύμνος για τη θυσία ενός πατέρα.

Η σχετικώς άγνωστη ιστορία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ο Ματιέ Βαντεπιέ, βλέπεται με ενδιαφέρον, αν και ορισμένες φορές δεν αποφεύγει τους σχηματικούς χαρακτήρες, τις ευκολίες μιας αντιπολεμικής ρητορικής.

Ένας νεαρός από τη Σενεγάλη επιστρατεύεται υποχρεωτικά το 1917 από τον γαλλικό στρατό και στέλνεται στο μέτωπο. Ο πατέρας του θα καταταγεί κι αυτός προκειμένου να βρίσκεται δίπλα του και να προσπαθήσει να τον φέρει πίσω σώο και ζωντανό.

Η ταινία, που απευθύνεται στο ευρύ κοινό και έκανε παραδόξως πρεμιέρα στο φεστιβάλ των Καννών, στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα, πατάει σταθερά στο είδος της αντιπολεμικής δραματικής περιπέτειας, έχει ψυχή, έχει ρυθμό και καλογυρισμένες σκηνές μαχών, αλλά ορισμένες φορές γίνεται ιδιαιτέρως απλοϊκή, καταγγελτική και στο στόμα των ηρώων μπαίνουν κουβέντες βγαλμένες από αντιπολεμικά μανιφέστα, ενώ δεν αποφεύγεται και μία γραφικότητα, για τους αποικιοκράτες Γάλλους.

Πάντως, η σκηνοθεσία αναδεικνύει την αποτρόπαια βαρβαρότητα ενός ακόμη παράλογου πολέμου και η φωτογραφία, παίζοντας με την ώχρα του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά και το κοντράστ με τις μπλε γαλλικές στολές, συμβάλλει σημαντικά στην αποτελεσματικότητα της ταινίας, που κατακεραυνώνει την αποικιοκρατική κατάρα.

Ο Ομάρ Σι, που γνωρίσαμε στο συμπαθέστατο «Οι Άθικτοι», παραμένει γοητευτικός, πειστικός και ψυχολογικά έτοιμος για τον ρόλο του πατέρα, ενώ ικανοποιητικό – πέρα από κάποιες εξαιρέσεις γραφικότητας – είναι και το υπόλοιπο καστ.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… 1917. Γαλλική αποικία Σενεγάλης. Ο Μπακαρί κατατάσσεται στον στρατό μετά την υποχρεωτική στράτευση του 17χρονου γιου του, Τιερνό, για να μείνει δίπλα του. Μαζί, πατέρας και γιος πρέπει να πολεμήσουν στο μέτωπο της Γαλλίας, μιας χώρας που δεν γνωρίζουν καν, αλλά ο Τιερνό είναι έτοιμος να δώσει τη ζωή του για αυτή. Έτσι ο Μπακαρί ξεκινά έναν αγώνα ως την κόλαση για να σώσει τον γιο του.

May December

(“May December”) Αισθηματικό δράμα, αμερικάνικης παραγωγής του 2023, σε σκηνοθεσία Τοντ Χέινς, με τους Τζούλιαν Μουρ, Νάταλι Πόρτμαν, Τσαρλς Μέλτον, Τζόσελιν Σέλφο κα.

Ένας καλός μάστορας, ο Τοντ Χέινς, που ξέρει να χτίζει χαρακτήρες και να αφηγείται ανθρώπινες ιστορίες, με αρκετή δόση ρομαντισμού ή κοινωνικά αντισυμβατικά μπλεξίματα («Carol», «Ο Παράδεισος είναι Μακριά»), συναντά δυο σταρ του αμερικάνικου σινεμά, την Τζούλιαν Μουρ και την Νάταλι Πόρτμαν, σε μια ταινία, βασισμένη σε ένα αληθινό σκανδαλιστικό γεγονός.

Οι προσδοκίες μεγάλες και ειδικά από τα πρώτα πλάνα. Όμως, η γνώριμη μελοδραματική αισθητική του Χέινς και η απόπειρά του να παίξει με τη σαπουνόπερα και την τηλεοπτική φαιδρότητα, εξαντλείται γρήγορα, για να παραδώσει τη θέση της στο σασπένς και το απρόοπτο, με την αντιπαράθεση των δυο ηρωίδων της ταινίας του και με αναγνωρίσιμες σκηνοθετικές μανιέρες, που μοιάζουν σαν αφιέρωμα στην επαγγελματική ικανότητα του σκηνοθέτη.

Το στόρι ομολογουμένως ενδιαφέρον: Η Γκρέισι, ζει μια σχετικώς ήσυχη ζωή σε μια κωμόπολη της Καλιφόρνιας, με τα παιδιά και τον ασιατικής καταγωγής και κατά πολύ μικρότερό, σύζυγό της, σε μια ήρεμη περιοχή με φιλικούς γείτονες, παρότι υπήρξε ηρωίδα ενός σκανδάλου, που απασχόλησε την κοινή γνώμη. Ήταν πριν από 24 χρόνια, όταν ερωτεύθηκε τον άντρα της, τον τότε 13χρονο Τζο, έμεινε έγκυος μαζί του, έκανε φυλακή και μετά έκανε οικογένεια μαζί του, αφού εγκατέλειψε παιδιά και σύζυγο. Απ’ την άλλη, έχουμε την Ελίζαμπεθ, μία ηθοποιό σε καλλιτεχνικό τέλμα, που θέλει να ξεκολλήσει απ’ αυτό υποδυόμενη την Γκρέισι. Έτσι, θα την επισκεφθεί, για να μελετήσει τον χαρακτήρα της, αλλά γρήγορα θα έρθει και ο ανταγωνισμός μεταξύ τους, που δεν περιορίζεται στην ομορφιά, τη διαφορά ηλικίας, τη φιλαρέσκεια, αλλά επεκτείνεται σε κάτι βαθύτερο, στην έμφυτη γυναικεία ανταγωνιστικότητα, την επιθυμία για κατάκτηση, αλλά και τη διατήρηση των κεκτημένων.

Η ταινία μπορεί να φέρνει στο μυαλό κάτι από την «Περσόνα» και το «Όλα για την Εύα», αλλά τελικά όλα τα συμπαρασύρει η τηλεοπτική αισθητική που μεταδίδει συνειδητά ο Χέινς, μια έξυπνη ιδέα, που όμως δεν λειτουργεί πάντα διεισδυτικά, αφήνοντας το επιφανειακό του τηλεοπτικού ρεαλισμού να επικρατεί. Οι δυο γυναίκες, εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, ενσωματώνουν η μία την άλλη, σε ένα παιχνίδι κυριαρχίας, αλλά παραμένουν απόμακρες, χωρίς πάθος και ένταση, να ψυχορραγούν συναισθηματικά και να περιορίζονται στους ρόλους δυο εξαρτημάτων χρήσιμων για την αφηγηματική επιλογή του σκηνοθέτη.

Γιατί το πρωτεύον δεν είναι η συνύπαρξη των δυο ηρωίδων, αλλά η ανάδειξη της υποκρισίας, της επιφανειακής ευημερίας της αμερικάνικης οικογένειας, η συζυγική σχέση, μέσα και έξω από τις κοινωνικές απαιτήσεις και στερεότυπα, που έχουν τον χώρο τους στην ταινία, αλλά όχι και την προφανή θέση τους, καθώς το κέντρο βάρους της ταινίας έχει μετατοπιστεί σε μια άγονη αντιπαράθεση.

Πάντως, το φιλμ έχει το ενδιαφέρον του, παρακολουθείται ευχάριστα – ειδικά όταν αναδεικνύεται το μαύρο χιούμορ της, διαθέτοντας και δυο επαρκείς ερμηνείες από την Μουρ και την Πόρτμαν, που θέλουν, όμως, ακόμη πολλά καρβέλια για να πάρουν δυο ενδιαφέροντες ρόλους και να τους απογειώσουν, ακόμη και πέρα από τις αστοχίες του Χέινς.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Χρόνια μετά το σκάνδαλο που προκάλεσε το ρομάντζο τής τότε 36χρονης Γκρέισι και του 13χρονου Τζος, το ζευγάρι ζει μια φαινομενικά ειδυλλιακή προαστιακή ζωή. Η οικογενειακή τους γαλήνη θα διαταραχθεί απότομα από την έλευση της Ελίζαμπεθ, μιας δημοφιλούς ηθοποιού που θέλει να κάνει έρευνα για τον επερχόμενο ρόλο της ως Γκρέισι. Όσο η Ελίζαμπεθ βυθίζεται στην καθημερινότητα του ζευγαριού, η άβολη πραγματικότητα του σκανδάλου αποκαλύπτεται, φέρνοντας στην επιφάνεια καταπιεσμένα συναισθήματα.

Τέσσερις Κόρες

(“Four Daughters”) Δραματικό ντοκιμαντέρ, τυνησιακής και γαλλικής παραγωγής του 2023, σε σκηνοθεσία Καουτέρ Μπεν Χανιά, με τις Χιντ Σάμπρι, Νουρ Καρούι, Όλφα Χαμρούνι κα.

Ταινία με ενδιαφέρον, λόγω της ιστορίας της, αλλά που κυρίως απευθύνεται στο φεστιβαλικό κοινό, κάτι που επιβραβεύτηκε, αφού βρέθηκε διαγωνιζόμενη για τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες. Πρόκειται για ένα υβριδικό φιλμ, κάτι ανάμεσα σε δράμα και ντοκιμαντέρ, αλλά και ταινία μέσα σε ταινία. Η σκηνοθέτιδα από την Τυνησία Καουτέρ Μπεν Χανιά («The Man Who Sold His Skin»), με αξιόλογη πορεία στα φεστιβάλ και τέσσερις φορές προτεινόμενη από τη χώρα της για το ξενόγλωσσο Όσκαρ, θα επιχειρήσει ένα τολμηρό σχέδιο, μία κινηματογραφική άσκηση, που θέλει περίτεχνους χειρισμούς.

Θα μας αφηγηθεί μία στενάχωρη ιστορία, που αφορά την Όλφα και τις τέσσερις κόρες της. Δύο απ’ αυτές εξαφανίστηκαν το 2015, σε ηλικία 14 και 15 χρόνων, επειδή εγκατέλειψαν την οικογένεια, για να προσφέρουν τον εαυτό τους στο Ισλαμικό Κράτος. Η Όλφα θα γίνει διάσημη, όταν βγήκε δημόσια στην Τυνησία και κατήγγειλε τους τζιχαντιστές και την ισλαμική προπαγάνδα, για τον χαμό των δυο κοριτσιών της.

Η σκηνοθέτιδα θα επιλέξει τρεις ηθοποιούς να παίξουν τα δυο χαμένα κορίτσια και την Όλφα, όταν εκείνη δεν μπορεί να αντέξει να αναπαραστήσει τις οδυνηρές στιγμές που πέρασε, ενώ παρακολουθούμε και το κινηματογραφικό συνεργείο που γυρίζει την ταινία. Το κοινό γίνεται μάρτυρας των γεγονότων, αλλά και ενός παιχνιδιού μεταξύ της αλήθειας και του κινηματογράφου, με το οποίο δοκιμάζονται τα όρια των ηθοποιών και ορισμένες φορές των θεατών.

Όπως επισημαίνεται στην αρχή, «η ταινία θα είναι επώδυνη, θα ανοίξουν ξανά πληγές». Πράγματι, οι γυναίκες θα εξομολογηθούν τα ανείπωτα. Τη μητέρα που την πρώτη μέρα του γάμου της έπεσε θύμα βιασμού από τον άντρα της, αλλά τελικά το δικό του αίμα λέκιασε το νυφικό σεντόνι ή τη μικρή κόρη που βιάστηκε από τον πατριό της. Υπάρχουν και άλλες δυνατές σκηνές, καθώς η κάμερα πρεσάρει ασφυκτικά τις ηρωίδες, δημιουργώντας ένα σπαρακτικό δράμα δωματίου, για την πατριαρχία και την τοξική της διάσταση.

Στα υπέρ της ταινίας και το χτίσιμο των χαρακτήρων, καθώς η Μπεν Χανιά εκμεταλλεύεται την πληθωρικότητα της Όλφα και την ικανότητα των ηθοποιών να μπουν στο πετσί της τραγωδίας, που σπάει καίρια από χιουμοριστικές πινελιές, τις γλαφυρές αφηγήσεις της μητέρας και ο κελαριστό γέλιο.

Όμως, το αποτέλεσμα, τελικώς δεν μπορεί να αγγίξει την ψυχή μας, καθώς η ταινία διακρίνεται από μία αυταρέσκεια δίχως προηγούμενο, δεν αναδεικνύει τα προβλήματα, αλλά εκμεταλλεύεται μια οδυνηρή ιστορία κι έναν ασυνήθιστο τρόπο αφήγησης, θέλοντας να γοητέψει το φεστιβαλικό κοινό, που αναζητά απεγνωσμένα κάτι διαφορετικό. Μια ταινία που δεν επουλώνει τις πληγές, αλλά χαίρεται να τις επιδεικνύει.

Όλη η Ομορφιά και η Αιματοχυσία

(“All the Beauty and the Bloodshed”) Ντοκιμαντέρ, αμερικάνικης παραγωγής του 2022, σε σκηνοθεσία Λόρα Πόιτρας.

Τεράστιου ενδιαφέροντος ντοκιμαντέρ, που παρότι αφορά τη φουρτουνιασμένη ζωή της σημαντικής φωτογράφου και ακτιβίστριας Ναν Γκόλντιν, δεν περιορίζεται στη βιογραφία ή το έργο της καλλιτέχνιδας, αλλά προχωρά πολύ περισσότερο και διεισδύει σε γεγονότα, που αφορούν όλους μας.

Η βραβευμένη με Όσκαρ για το «Citizenfour», μαχητική δημιουργός ντοκιμαντέρ, Λόρα Πόιτρας, εκτός από το πορτρέτο της Γκόλντιν, καταγράφει και τον αγώνα της ενάντια στην πανίσχυρη οικογένεια Σάκλερ, που μέσω της φαρμακοβιομηχανίας της, προκάλεσε το τεράστιο σκάνδαλο με τα οπιοειδή αναλγητικά φάρμακα στις ΗΠΑ.

Η Γκόλντιν, έπειτα από την απεξάρτησή της από την οξυκωδόνη, το οποιοειδές σκεύασμα της φαρμακοβιομηχανίας των Σάκλερ, που στοίχισε τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους στις ΗΠΑ, καθώς χορηγούταν αφειδώς για χρόνια, θα ιδρύσει μαζί με άλλους παθόντες και συγγενείς θυμάτων την οργάνωση P.A.I.N (Prescription Addiction Intervention Now). Σκοπός της οργάνωσης, ήταν η ενημέρωση της κοινής γνώμης για τους κινδύνους του φαρμάκου, αλλά και να στείλει αντιμέτωπη με τη δικαιοσύνη την οικογένεια των δισεκατομμυριούχων φαρμακοβιομηχάνων, που ενώ γνώριζε απ’ την αρχή τις παρενέργειες του φαρμάκου της, σιώπησε μπροστά στα υπερκέρδη.

Αξιοσημείωτο στην υπόθεση, η τακτική της οικογένειας των φαρμακοβιομηχάνων να ξεπλένουν τα κέρδη τους με χορηγίες σε όλα σχεδόν τα σημαντικά μουσεία και χώρους τέχνης των ΗΠΑ, αλλά και διεθνώς. Κάτι που αποκάλυψε η Γκόλντιν, η οποία έδωσε ακόμη μία μάχη για να αφυπνιστεί ο καλλιτεχνικός κόσμος. Να σταματήσει αυτό το «πάρε δώσε», καθώς όπως σαφώς υπονοεί οι ιθύνοντες πολλών μουσείων έκαναν τα στραβά μάτια στις ανήθικες ενέργειες της οικογένειας Σάκλερ, προκειμένου να αυξάνουν τα έσοδά τους. Τελικά, μετά από αγώνες και δικαστικές περιπέτειες, η φαρμακοβιομηχανία αναγκάστηκε να δηλώσει πτώχευση και να αποζημιώσει τα θύματα.

Στο ντοκιμαντέρ, όμως, υπάρχει και η ταραχώδης ζωή της Γκόλντιν, μίας γυναίκας, που έζησε στα άκρα, με καταχρήσεις και πολλές άλλες περιπέτειες, καθώς προσπαθούσε να αντιμετωπίσει το νεανικό ψυχικό τραύμα της αυτοκτονίας της αδελφής της. Ένα πολύπλευρο, αποκαλυπτικό και πολιτικό-κοινωνικό ντοκιμαντέρ, που στο περσινό Φεστιβάλ Βενετίας κέρδισε δικαίως τον Χρυσό Λέοντα.

The Hunger Games: Η Μπαλάντα των Αηδονιών και των Φιδιών

(“The Hunger Games: The Ballad of Songbirds and Snakes”) Περιπέτεια φαντασίας, αμερικάνικης παραγωγής του 2023, σε σκηνοθεσία Φράνσις Λόρενς, με τους Ρέιτσελ Ζέγκλερ, Τομ Μπλάιθ, Χάντερ Σέιφερ, Πίτερ Ντίγκλαντζ, Βαϊόλα Ντέιβις κα.

Το χορταστικό φουτουριστικό παραμύθι επιστρέφει, όπως πάντα πληθωρικό, αλλά χωρίς την Τζένιφερ Λόρενς, με ένα πρίκουελ της πρώτης ταινίας του κινηματογραφικού φραντσάιζ, προς τέρψιν του νεανικού κοινού, χωρίς, ωστόσο να δικαιώνει πλήρως την πολυδιαφημισμένη υπερπαραγωγή.

Το στόρι, τοποθετημένο 64 χρόνια πριν από τους Αγώνες Πείνας, βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο της Κόλινς, που κυκλοφόρησε το 2020 και αποτελεί πρωτότυπο στόρι του κακού Κοριολάνου Σνόου, τον οποίο ερμήνευσε ο Ντόναλντ Σάδερλαντ, στις προηγούμενες ταινίες.

Όπως είθισται, ακόμη μία συνέχεια που δεν ανακόπτει τη φθίνουσα πορεία των φραντσάιζ, ενώ για όσους μπουν για πρώτη φορά στο σύμπαν των Αγώνων Πείνας, μάλλον όλα θα μοιάζουν ακατανόητα. Αυτό, όμως, λίγο απασχολεί τους φαν και ως εκ τούτου τους παραγωγούς που έχουν προεξοφλήσει την κερδοφορία της ταινίας.

Το πρωινό του θερισμού, κατά την επιλογή των φόρων, ουσιαστικά ξεκινούν και οι δέκατοι Αγώνες Πείνας. Στην Καπιτολ, ο 18χρονος Κοριολανος Σνόου προετοιμάζεται για τη μοναδική ευκαιρία να εξασφαλίσει δόξα ως μέντορας στους Αγώνες. Ο άλλοτε πανίσχυρος οίκος των Σνόου έχει ξεπέσει και η μοίρα του κρέμεται από τη μικρή πιθανότητα να καταφέρει ο Κοριολανός να αποδειχτεί πιο πανούργος από τους συμμαθητές του ώστε να νικήσει ο δικός του φόρος. Οι πιθανότητες είναι εναντίον του, καθώς του αναθέτουν το κορίτσι φόρο από την Περιοχή 12, την πιο ασήμαντη από όλες. Οι μοίρες τους τώρα διαπλέκονται – κάθε επιλογή που θα κάνει ο Κοριολανός θα μπορούσε να οδηγήσει στον θρίαμβο ή στην καταστροφή. Μέσα στην αρένα, θα είναι ένας αγώνας μέχρι θανάτου. Έξω από την αρένα, ο Κοριολανός αρχίζει να τρέφει συναισθήματα για τον καταδικασμένο του φόρο…

Εντάξει, ό,τι καταλάβατε καταλάβατε. Όλα βασίζονται στο υπερθέαμα, τον εντυπωσιασμό, τις ευκολίες, τις γραφικές καταστάσεις, το λυσσαλέο κυνήγι, το λαχάνιασμα για την επιβίωση, που συμβαδίζει με τους αλαλαγμούς της ενθουσιώδους γαλαρίας.

Η πολιτική αλληγορία υποχωρεί σε επίπεδο λεζάντας και η αντιεξουσιαστική διάθεση των προηγούμενων ταινιών μοιάζει με κακοφορμισμένο αστείο, ενώ παραμένει η αιχμή για τους Αγώνες Πείνας, ως τηλεοπτικό γεγονός. Με τονισμένους τους σκοτεινούς χρωματισμούς, οι απλοί άνθρωποι εμφανίζονται ως μουντζούρες, οι ήρωες με κρουστή σάρκα, αλλά χωρίς ψυχή.

Πάντως, η συνταγή ακολουθείται από τον γνώριμο Φράνσις Λόρενς με συνέπεια, κάτι που εξασφαλίζει το ζητούμενο, τη διασκέδαση ενός κοινού που έχει πλέον μπει για τα καλά στο σύμπαν των κινηματογραφικών Αγώνων Πείνας.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Η Λούσι είναι ο επιλεγμένος φόρος της Περιοχής 12 που θα παλέψει για την επιβίωσή της στην αρένα, στους 10ους Αγώνες Πείνας. Όμως, ο Κοριολάνους Σνόυ, ως μέντορας της, βρίσκεται διχασμένος ανάμεσα στα καθήκοντά του στην Κάπιτολ και τα συναισθήματα που αναπτύσσει σταδιακά για εκείνη.

Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:

Εξέλιξη

Ελληνική δραματική ταινία από τον Περικλή Χούρσογλου, ο οποίος επιστρέφει, έπειτα από 14 χρόνια και τον «Διαχειριστή» του, στο προσκήνιο. Ένα δράμα, με βιογραφικά στοιχεία του σκηνοθέτη, για την καθυστερημένη ενηλικίωση ενός καθηγητή σκηνοθεσίας, που ζητά από τον πατέρα του να τον συνοδεύσει στη Θεσσαλονίκη και την τελετή ορκωμοσίας στην ανώτερη πανεπιστημιακή βαθμίδα. Να του αποδείξει ότι εξελίχθηκε, τα κατάφερε. Ένα δράμα χαρακτήρων για τη σχέση πατέρα – παιδιού αλλά και δασκάλου – σπουδαστών, με πρωταγωνιστές τους Αλέξανδρο Λογοθέτη και Βασίλη Κολοβό, που ξεχωρίζουν με την άψογη χημεία που αναπτύσσουν μεταξύ τους. Μία ανθρωποκεντρική και τρυφερή ταινία, από τον σκηνοθέτη του «Λευτέρη Δημακόπουλου», που παραμένει η πιο αξιόλογη δουλειά τού Χούρσογλου.

Ουρανός

Το αντιπολεμικό δράμα του αείμνηστου Τάκη Κανελλόπουλου, που συμπλήρωσε 60 χρόνια από την πρώτη του προβολή, όταν ξεσήκωσε το σινεφίλ κοινό της εποχής και βρέθηκε ανάμεσα στις διαγωνιζόμενες ταινίες του Φεστιβάλ Καννών. Σε αυτή την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Θεσσαλονικιού σκηνοθέτη, ακτινογραφείται ο πόλεμος της Αλβανίας, μέσα από τις ιστορίες ανώνυμων φαντάρων, που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή και δεν επέστρεψαν ποτέ, αφήνοντας πίσω τους και ανθρώπινα ερείπια. Ποιητική αφήγηση, θαυμάσια ασπρόμαυρη φωτογραφία και συμπαθητικές ερμηνείες από τους Φαίδωνα Γεωργίτση, Τάκη Εμμανουήλ, Αιμιλία Πίττα, Ελένη Ζαφειρίου.

Κοινοποίηση

Κοινοποιείστε στους φίλους σας!