Παναγιώτης Μπαμπούσκας: Ο μοναδικός επιζών των Λιγκιάδων κρατά ζωντανή την ιστορία του Ολοκαυτώματος
Ο Παναγιώτης Μπαμπούσκας, μοναδικός εν ζωή επιζών της σφαγής των Λιγκιάδων, κουβαλά οκτώ δεκαετίες μετά τη μνήμη της ναζιστικής θηριωδίας της 3ης Οκτωβρίου 1943.
Κάθε χρόνο, η επέτειος της ναζιστικής θηριωδίας στους Λιγκιάδες Ιωαννίνων ξυπνά μνήμες που παραμένουν ανεξίτηλες παρά το πέρασμα των δεκαετιών. Η στιγμή που ο Παναγιώτης Μπαμπούσκας, ο μοναδικός πλέον εν ζωή επιζών της σφαγής, πλησιάζει για να καταθέσει στεφάνι μνήμης, προκαλεί ρίγη συγκίνησης. Αν και ο ίδιος ήταν μόλις ένα βρέφος, οι μεταγενέστερες διηγήσεις για τη γερμανική φάλαγγα που ισοπέδωσε το χωριό ως αντίποινα, σφράγισαν ανεξίτηλα τη ζωή του.
3 Οκτωβρίου 1943. Οι Γερμανοί κατέκαψαν τα λιγοστά σπίτια, τα υποστατικά και τις αποθήκες, άλλους έστησαν στο πλάτωμα, άλλους τους εκτέλεσαν μπροστά στα ανώφλια των σπιτιών ή μέσα στις κάμαρες και στα κατώγια.
Από τους 96 που μέτρησαν με σπουδή οι κατακτητές γλίτωσαν τον θάνατο μόνο τέσσερις. Το βρέφος, μια νεαρή γυναίκα, που τα κορμιά των συγχωριανών της την κάλυψαν πέφτοντας την ώρα του πολυβολισμού και δύο 24χρονοι άνδρες, που οι σφαίρες τούς τραυμάτισαν επιπόλαια.
Οκτώ και πλέον δεκαετίες μετά ο κ. Μπαμπούσκας είναι ο μόνος εν ζωή.
Το μακελειό το γνωρίζει μόνο από τις διηγήσεις των μεγαλύτερων, που «ευτυχώς για εκείνους και εμένα, που με έβγαλαν από τα αίματα και το φονικό, είχαν φύγει μερικές μέρες νωρίτερα για τη συγκομιδή των καρυδιών στις Καρυές».
Αλλά και αυτοί δεν ήταν πολλοί. Μερικές ντουζίνες άνθρωποι, κυρίως μεσήλικοι και νεαροί άνδρες, που βρήκαν επιστρέφοντας τις γυναίκες, τα παιδιά, τους γεροντότερους σε λίμνες αίματος.
Ο πατέρας του κ. Μπαμπούσκα δεν συνήλθε ποτέ από το σοκ. «Πέθανε από τη στενοχώρια του δύο χρόνια μετά».
Το ορφανό παιδί ακολούθησε τη μοίρα των άλλων, ξεκληρισμένων οικογενειών. Πρώτα, εσωτερική μετανάστευση, στα Ιωάννινα, στο Νησί, στις Καρυές, δουλεύοντας τσοπανάκος στα κοπάδια των αιγοπροβάτων και των αγελάδων.
Αργότερα, μετά το στρατιωτικό, στην Αθήνα, εργάτης κοντά τριάντα χρόνια στη Χαλυβουργική. Παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια, γύρισε στο χωριό, που ακόμη επούλωνε τις πληγές του.
«Μέχρι πρόσφατα υπήρχαν καλύβες και πέτρινα εγκαταλειμμένα, με τα σημάδια από τη φωτιά και τη λεηλασία ακόμη ορατά. Γύρισαν πολλοί σιγά σιγά στον τόπο μας, το χωριό ξαναζωντάνεψε, άνοιξαν νέα νοικοκυριά, φτιάχτηκαν και τα κατεστραμμένα».
Το 2007 ο κ. Μπαμπούσκας ταξίδεψε μαζί με άλλους επιζήσαντες στη Γερμανία, προσκεκλημένος του Πανεπιστημίου του Μονάχου σε ένα συνέδριο για τα εγκλήματα της Βέρμαχτ στην Ελλάδα. «Ερχονταν νέοι άνθρωποι, φοιτητές, μας αγκάλιαζαν, κάποιοι έκλαιγαν. Όταν πήραμε τον λόγο και μιλήσαμε για τους Λιγκιάδες, εγώ και ένας ακόμη συντοπίτης, μας χειροκροτούσαν για ώρα πολλή».
Περήφανες υψώνονται νοερά οι πυραμίδες, που σχηματίζουν οι ηρωικές καρδιές των εκτελεσθέντων στις Λιγκιάδες. Και εκεί ηχεί μια σάλπιγγα της μάνας Ελλάδας για να θυμίζει πάντοτε το τρανό ψυχικό ύψος των Ελλήνων.
Κάθε σπιθαμή της ελληνικής γης και μια θυσία. Κάθε σπιθαμή της Ελληνικής πατρίδας και ένας ηρωισμός. Κάθε σπιθαμή του ελληνικού χώρου και αποτύπωμα του συνθήματος «θαρσείτε».
Μέσα στον κατακλυσμό της πρωτοφανούς βαρβαρότητας, που δύσκολα μπορούσαν οι ψυχές να πάρουν ανάσα, μέσα στο πνιχτό και απαίσιο και πισσάτο σκοτάδι της Κατοχής, οι κάτοικοι των Λιγκιάδων, αν και τα σπίτια τους κάηκαν και εξολοθρεύθηκαν οι ίδιοι, εντούτοις άφησαν στο σήμερα και στο αύριο ένα μεγαλούργημα ψυχής, που προέρχεται από το χθες.
Ακολούθησε το Epirusgate.gr στο Google News για όλες τις τελευταίες ειδήσεις
πηγή στη Google


Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ. 252033