Ο Γιούργκεν Χάμπερμας, του οποίου το έργο σχετικά με την επικοινωνία, τη λογική και την κοινωνιολογία, τον ανέδειξε σε έναν από τους πιο σημαντικούς φιλοσόφους παγκοσμίως και σε βασική πνευματική προσωπικότητα στη γενέτειρά του, τη Γερμανία, πέθανε σε ηλικία 96 ετών.

Την είδηση του θανάτου έκανε γνωστή ο εκδοτικός οίκος, Suhrkamp, ο οποίος ανακοίνωσε πως ο Χάμπερμας απεβίωσε, σήμερα, Σάββατο (14/3) στο Στάνμπεργκ, κοντά στο Μόναχο.

Το εκτενές συγγραφικό έργο του Χάμπερμας ξεπέρασε τα όρια των ακαδημαϊκών και φιλοσοφικών επιστημονικών κλάδων, προσφέροντας μια οπτική για τη σύγχρονη κοινωνία και την κοινωνική αλληλεπίδραση. Στα πιο γνωστά έργα του συγκαταλέγεται η δίτομη «Θεωρία της επικοινωνιακής δράσης».

Κατά τη διάρκεια επτά δεκαετιών, οι δημόσιες παρεμβάσεις του – από τις καυστικές κριτικές του στη φασιστική σκέψη τη δεκαετία του 1950 έως τις πιο πρόσφατες προειδοποιήσεις του ενάντια στην αναζωπύρωση του μιλιταρισμού και του εθνικισμού στη Γερμανία – καθοδήγησαν τη χώρα του σε κρίσιμες καμπές.

Θεωρείται πως επηρέασε τον δημόσιο διάλογο της μεταπολεμικής Γερμανίας περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο δημοφιλή διανοούμενο.

Ποιος ήταν ο Γιούργκεν Χάμπερμας

Ο Χάμπερμας γεννήθηκε στις 18 Ιουνίου 1929 σε μια αστική οικογένεια του Ντίσελντορφ και μεγάλωσε στο γειτονικό Γκούμερσμπαχ κοντά στην Κολωνία. Γεννήθηκε με σχιστία υπερώας που απαιτούσε επαναλαμβανόμενες επεμβάσεις κατά την παιδική του ηλικία, μία εμπειρία που συνέβαλε στη διαμόρφωση της μετέπειτα σκέψης του σχετικά με τη γλώσσα και την επικοινωνία.

Είπε ότι είχε βιώσει τη σημασία της προφορικής γλώσσας ως «ένα επίπεδο κοινών στοιχείων χωρίς το οποίο εμείς ως άτομα δεν μπορούμε να υπάρξουμε» και θυμήθηκε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε για να γίνει κατανοητός. Μίλησε επίσης για την «ανωτερότητα του γραπτού λόγου» και είπε ότι «η γραπτή μορφή κρύβει τα ελαττώματα του προφορικού λόγου».

Μεγάλωσε σε ένα αυστηρά προτεσταντικό νοικοκυριό. Ο πατέρας του, οικονομολόγος, προσχώρησε στο ναζιστικό κόμμα το 1933, αλλά δεν ήταν παρά ένας «παθητικός συμπαθών», όπως είπε ο Χάμπερμας. Ο ίδιος εντάχθηκε στη Νεολαία του Χίτλερ, όπως και η συντριπτική πλειοψηφία των Γερμανών αγοριών. Στα 15 του, καθώς ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, κατάφερε να αποφύγει την επιστράτευση στη Βέρμαχτ κρύβοντας τον εαυτό του από τη στρατιωτική αστυνομία.

Ο Χάμπερμας, ο οποίος ήταν 15 ετών όταν η ναζιστική Γερμανία ηττήθηκε, αναπολούσε αργότερα την αυγή μιας νέας εποχής το 1945 και την αποδοχή της πραγματικότητας των ναζιστικών εγκλημάτων ως κάτι χωρίς το οποίο δεν θα είχε βρει το δρόμο του προς τη φιλοσοφία και την κοινωνική θεωρία. Θυμήθηκε ότι «ξαφνικά συνειδητοποιούσες πως ζούσες σε ένα πολιτικά εγκληματικό σύστημα».

Σπούδασε στα Πανεπιστήμια του Γκέτιγκεν (1949-50), της Ζυρίχης (1950-51), και της Βόννης (1951–54) και απέκτησε διδακτορικό στη φιλοσοφία. Στη Βόννη το 1954 με διατριβή υπό τον τίτλο «Το απόλυτο και η ιστορία: περί της αντίφασης στη σκέψη του Σέλλινγκ». Στην επιτροπή που εξέτασε τη διατριβή του περιλαμβάνονταν ο Έριχ Ροτχάκερ και ο Όσκαρ Μπέκερ.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο της Βόννης, ο Χάμπερμας, γνώρισε την Ούτε Βέσελχοφτ, με την οποία μοιράζονταν το πάθος για τη σύγχρονη τέχνη, τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία. Το ζευγάρι παντρεύτηκε το 1955, με τη Βέσελχοφτ να πεθάνει πέρυσι. Απέκτησαν τρία παιδιά τον Τίλμαν, τη Γιούντιθ και τη Ρεμπέκα, ιστορικό της σύγχρονης εποχής, η οποία απεβίωσε το 2023.

Ο Χάμπερμας έγινε γνωστός για πρώτη φορά ως δημοσιογράφος και ακαδημαϊκός τη δεκαετία του 1950, επηρεασμένος από τη Σχολή της Φρανκφούρτης και μαρξιστές στοχαστές όπως ο Τέοντορ Αντόρνο και ο Μαξ Χορκχάιμερ.

Από το 1956 και μετά, μελέτησε φιλοσοφία και κοινωνιολογία στο «Ινστιτούτο για την Κοινωνική Έρευνα» του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης. Στη διατριβή του για την απόκτηση του τίτλου του καθηγητή, ο Χάμπερμας περιέγραψε την εξέλιξη της δημόσιας σφαίρας από τα αστικά σαλόνια της Ευρώπης του 18ου αιώνα έως τη μεταμόρφωσή της τον 20ό αιώνα σε μία δημόσια αρένα που διέπεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Το μήνυμα βρήκε απήχηση στους μεταπολεμικούς Δυτικογερμανούς, οι οποίοι μάθαιναν να συζητούν ελεύθερα για πολιτικ’η μετά την απελευθέρωση από τη ναζιστική δικτατορία και με φόντο μια συντηρητική κυβέρνηση που επίσης δεν έδειχνε ιδιαίτερη ανοχή στη διαφωνία.

Ο Φίλιπ Φελς, ο οποίος έγραψε τη βιογραφία «Ο Φιλόσοφος», είπε ότι ο Χάμπερμας έγινε ένα είδος «δημόσιου εκπαιδευτή» των μεταπολεμικών Γερμανών, εξίσου αισιόδοξος και σκεπτικός σχετικά με την ικανότητά τους να διατηρήσουν μια φιλελεύθερη δημοκρατία.

Το 1961 έγινε υφηγητής στο Μάρμπουργκ, και—σε μια κίνηση που ήταν άκρως ασυνήθιστη για τη γερμανική ακαδημαϊκή σκηνή της εποχής— του προσφέρθηκε η θέση του «καθηγητή άνευ έδρας» της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης (με την προτροπή του Χανς Γκέοργκ Γκάνταμερ και του Καρλ Λέβιτ) το 1962, την οποία και αποδέχθηκε. Το 1964, υποστηριζόμενος σθεναρά από τον Αντόρνο, ο Χάμπερμας επέστρεψε στη Φρανκφούρτη για να καταλάβει την έδρα φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας του Χορκχάιμερ.

Το 1971 αποδέχτηκε τη θέση του Διευθυντή στο «Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ» στο Στάνμπεργκ και εργάστηκε εκεί μέχρι το 1983, δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση του magnum opus του, «Η θεωρία της επικοινωνιακής δράσης». Ο Χάμπερμας ύστερα από αυτό επέστρεψε στην έδρα του στη Φρανκφούρτη και στη διεύθυνση του Ινστιτούτου Κοινωνικής Έρευνας. Μετά τη συνταξιοδότησή του το 1993, ο Χάμπερμας συνέχισε να δημοσιεύει εκτενώς. Το 1986 κέρδισε το βραβείο Λάιμπνιτς της Deutsche Forschungsgemeinschaft (Γερμανικό Ίδρυμα Έρευνας), που είναι η υψηλότερη διάκριση που απονέμεται για την έρευνα στη Γερμανία. Κατείχε επίσης την ασυνήθιστα μεταμοντέρνα θέση του Μόνιμου Επισκέπτη Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Νορθγουέστερν στο Έβανστον του Ιλινόις και την έδρα «Theodor Heuss» στο Πανεπιστήμιο New School της Νέας Υόρκης.

Ο Χάμπερμας τιμήθηκε με το Βραβείο Πρίγκιπας των Αστουριών στις Κοινωνικές Επιστήμες το 2003. Έλαβε επίσης το 2004 το Βραβείο του Κυότο στους τομείς των Τεχνών και της Φιλοσοφίας.