Τον αποκλεισμό του Ιατρικού Συλλόγου Ιωαννίνων από τις επαναληπτικές εκλογές του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου (ΠΙΣ), που θα διεξαχθούν στις 26 Απριλίου 2026, καταγγέλλει το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου, Μαργαρίτα Κιτσανού αποδίδοντας την εξέλιξη σε διοικητικές παραλείψεις και επιλογές της προηγούμενης περιόδου.
Στην καταγγελία επισημαίνεται ότι η μη πλήρης οικονομική τακτοποίηση του Συλλόγου κατά τις εκλογές του 2022 είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση της διαδικασίας από το Συμβούλιο της Επικρατείας και, τελικά, τον αποκλεισμό από τις επαναληπτικές εκλογές.
Ακολουθεί αυτούσια η καταγγελία:
«Η θεσμική λειτουργία ενός συλλογικού οργάνου δεν αποτελεί απλώς διοικητική υποχρέωση, αλλά πρωτίστως ζήτημα αξιοπιστίας, συνέπειας και σεβασμού προς τα μέλη του. Δυστυχώς, στην περίπτωση του Ιατρικού Συλλόγου Ιωαννίνων, τα αυτονόητα αυτά στοιχεία δεν διασφαλίστηκαν.
Κατά τις εκλογές του 2022 για την ανάδειξη διοίκησης στον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο, ο Ιατρικός Σύλλογος Ιωαννίνων, με ευθύνη του προέδρου του, δεν είχε εκπληρώσει πλήρως τις οικονομικές του υποχρεώσεις, καταβάλλοντας μόνο μέρος του προβλεπόμενου ποσού. Παρά το γεγονός ότι η οικονομική τακτοποίηση αποτελεί βασική προϋπόθεση συμμετοχής, η διαδικασία προχώρησε με τη συμμετοχή του.
Η εξέλιξη αυτή δεν έμεινε χωρίς συνέπειες. Μετά από προσφυγή, η υπόθεση οδηγήθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο ακύρωσε το εκλογικό αποτέλεσμα, οδηγώντας στη διενέργεια επαναληπτικών εκλογών στις 26 Απριλίου 2026, με ρητό όρο τη συμμετοχή αποκλειστικά οικονομικά τακτοποιημένων συλλόγων, προϋπόθεση που ο Ιατρικός Σύλλογος Ιωαννίνων δεν πληροί.
Στο νέο αυτό πλαίσιο, ο Ιατρικός Σύλλογος Ιωαννίνων τίθεται εκτός διαδικασίας, καθώς δεν διαθέτει την απαιτούμενη οικονομική τακτοποίηση. Ένας ιστορικός και ενεργός σύλλογος, με σημαντική παρουσία στον ιατρικό κόσμο, στερείται τη δυνατότητα εκπροσώπησης όχι λόγω συγκυρίας, αλλά ως άμεση συνέπεια συγκεκριμένων επιλογών και παραλείψεων της διοίκησής του.
Η ευθύνη είναι σαφής και δεν επιδέχεται ερμηνειών. Όταν οι θεσμοί δοκιμάζονται, η διοίκηση οφείλει να προνοεί, να διασφαλίζει και να προστατεύει τη συμμετοχή του φορέα που εκπροσωπεί. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, οι συνέπειες δεν είναι μόνο τυπικές, αλλά βαθιά ουσιαστικές και πλήττουν το κύρος και τη φωνή ολόκληρης της ιατρικής κοινότητας της περιοχής.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αναδεικνύεται η ανάγκη για υπεύθυνη διοίκηση, διαφάνεια και θεσμική επάρκεια. Γιατί η εκπροσώπηση δεν είναι προνόμιο είναι ευθύνη. Και η ευθύνη αυτή οφείλει να αναληφθεί πλήρως.»
