Το πορτοκαλί φανάρι αποτελεί συχνά σημείο αβεβαιότητας για τους οδηγούς, καθώς καλούνται σε ελάχιστο χρόνο να αποφασίσουν αν θα σταματήσουν ή θα συνεχίσουν την πορεία τους. Ωστόσο, ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας ξεκαθαρίζει τις υποχρεώσεις τους.

Παρότι πολλοί το θεωρούν «γκρίζα ζώνη», το πορτοκαλί στρογγυλό φανάρι δεν λειτουργεί απλώς ως προειδοποίηση χωρίς συνέπειες. Ο βασικός του ρόλος είναι να ειδοποιήσει τον οδηγό ότι επίκειται διακοπή της κυκλοφορίας, ώστε να μπορέσει να σταματήσει με ασφάλεια, εφόσον αυτό είναι εφικτό.

Τι προβλέπει ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας

Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, όταν ανάψει σταθερό κίτρινο φως, ο οδηγός οφείλει να σταματήσει πριν από τη γραμμή διακοπής ή, αν δεν υπάρχει, σε τέτοια απόσταση ώστε να έχει καλή ορατότητα του σηματοδότη.

Επιπλέον, δεν επιτρέπεται να εισέλθει στον κόμβο ούτε να κινηθεί πάνω σε διαβάσεις πεζών, εφόσον ο σηματοδότης βρίσκεται στο μέσο ή στην απέναντι πλευρά.

Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική εξαίρεση: ο οδηγός μπορεί να συνεχίσει την πορεία του εάν βρίσκεται τόσο κοντά στο φανάρι, ώστε να μην μπορεί να σταματήσει με ασφάλεια.

Πότε ισχύει διαφορετικός κανόνας

Διαφορετική είναι η περίπτωση όταν το πορτοκαλί φως αναβοσβήνει. Αυτό συμβαίνει συνήθως σε φανάρια εκτός λειτουργίας ή σε περιοχές με μειωμένη κυκλοφορία, κυρίως κατά τις νυχτερινές ώρες.

Σε αυτή την περίπτωση, ο οδηγός πρέπει να μειώσει ταχύτητα και να κινηθεί με αυξημένη προσοχή, δίνοντας προτεραιότητα τόσο στους πεζούς όσο και στα διερχόμενα οχήματα.

Ποιο είναι το πρόστιμο για την παράβαση

Η παραβίαση του πορτοκαλί σηματοδότη επισύρει ηπιότερες κυρώσεις σε σχέση με το κόκκινο φανάρι.

Συγκεκριμένα, κατατάσσεται στην κατηγορία «Ε1-Α» και τιμωρείται με πρόστιμο 30 ευρώ, χωρίς αφαίρεση διπλώματος.

Αντίθετα, η παραβίαση ερυθρού σηματοδότη επιφέρει σημαντικά αυστηρότερες ποινές, με πρόστιμο που ξεκινά από 700 ευρώ και αφαίρεση άδειας οδήγησης για 60 ημέρες, ενώ σε περίπτωση υποτροπής οι κυρώσεις αυξάνονται.