Πώς μπορείς να βρεθείς στην ψυχιατρική κλινική από καταγγελία τρίτου – Τι προβλέπει ο νόμος και η περίπτωση Μαζωνάκη (βίντεο)
«Όλα είναι μια χαρά», δήλωσε ο Γιώργος Μαζωνάκης στους δημοσιογράφους αμέσως μετά το εξιτήριό του από το Ψυχιατρικό νοσοκομείο «Δρομοκαΐτειο».
Ο Γιώργος Μαζωνάκης εισήχθη στο ψυχιατρικό νοσοκομείο στις 14 Αυγούστου με εισαγγελική εντολή, όπου παρέμενε μέχρι το πρωί της Δευτέρας. Ο δικηγόρος του, Γιώργος Μερκουλίδης, είχε δηλώσει νωρίτερα στο Newsbomb.gr ότι «ο Γιώργος Μαζωνάκης θα κοιμηθεί το βράδυ σπίτι του» ενώ τις προηγούμενες ημέρες είχε στραφεί κατά της οικογένειας του τραγουδιστή.
Την ίδια ημέρα (14/8), αργά το βράδυ, ήρθε στη δημοσιότητα η πρώτη αντίδραση από την πλευρά του τραγουδιστή μέσω του δικηγόρου του. Σε ανακοίνωση που εξέδωσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, ο Γιώργος Μαζωνάκης υποστηρίζει ότι ο εγκλεισμός του έγινε «εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεσή του». Περιέγραψε ότι, επιστρέφοντας στο σπίτι του από μια πρωινή έξοδο, βρήκε αστυνομικούς με εισαγγελική εντολή να τον περιμένουν και να του ζητούν να τους ακολουθήσει για ψυχιατρικές εξετάσεις. Ο ίδιος χαρακτήρισε την εξέλιξη αυτή ως «άθλια, κακόβουλη και μεθοδευμένη προσπάθεια φυσικής του εξόντωσης», καταγγέλλοντας ότι πρόσωπα του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος τον «τύλιξαν σε μία κόλλα χαρτί» – υπονοώντας ότι χρησιμοποίησαν τη νομική διαδικασία εναντίον του με δόλο. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, το κίνητρο πίσω από αυτή την ενέργεια συνδέεται με τις σοβαρές δικαστικές διαμάχες που έχει ο τραγουδιστής με μέλη της οικογένειάς του. Συγκεκριμένα, από τον Οκτώβριο του 2024 βρισκόταν σε ανοιχτή κόντρα με την αδελφή του, πρώην μάνατζέρ του, έχοντας καταθέσει αγωγές εναντίον της για οικονομικές διαφορές και διαχείριση της περιουσίας του. Ο ίδιος μάλιστα ετοιμαζόταν – όπως αναφέρει – στις αρχές Σεπτεμβρίου 2025 να καταθέσει και μηνύσεις για σοβαρά αδικήματα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η αιφνίδια εισαγωγή του στο ψυχιατρείο στόχευε στο να τον παρεμποδίσει ή να τον αποδυναμώσει ενόψει αυτών των νομικών ενεργειών. Αξίζει να σημειωθεί πως η ημέρα της εισαγωγής (14 Αυγούστου) ήταν παραμονή μεγάλης αργίας (Δεκαπενταύγουστος) και ακολουθούσε Σαββατοκύριακο, κάτι που πρακτικά παρέτεινε τον εγκλεισμό του για αρκετές ημέρες πριν μπορέσει να εξεταστεί η υπόθεση από δικαστικές αρχές.
Στην ανακοίνωση του δικηγόρου, ο Μαζωνάκης διαβεβαιώνει ότι είναι υγιής και δεν πάσχει από κανένα ψυχικό νόσημα που να τον καθιστά επικίνδυνο για τον εαυτό του ή τρίτους. Ευχαρίστησε τους θαυμαστές, τους φίλους και συνεργάτες του για τη συμπαράστασή τους και δήλωσε ότι «σύντομα θα είμαι κοντά σας», εκφράζοντας την πεποίθηση ότι θα λήξει άμεσα αυτή η περιπέτεια. Πράγματι, μετά το τριήμερο αργιών, ο δικηγόρος του ανέφερε ότι ο τραγουδιστής αναμένεται να λάβει εξιτήριο τη Δευτέρα 18 Αυγούστου 2025, καθώς θεωρούσε βέβαιο ότι μόλις εξεταστεί η υπόθεση από τις αρμόδιες αρχές θα αρθεί ο εγκλεισμός. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης, μέσα από το νοσοκομείο, φέρεται να χαρακτήρισε το Δρομοκαΐτειο «κολαστήριο» για εκείνον και δήλωσε αγανακτισμένος, ανυπομονώντας να αποχωρήσει. Σύμφωνα με τον δικηγόρο του, ο Μαζωνάκης ποτέ δεν συναίνεσε σε νοσηλεία και ουδέποτε είχε ζητήσει ο ίδιος ψυχιατρική φροντίδα. Μάλιστα, αποκάλυψε ένα περιστατικό περίπου ένα μήνα πριν την ακούσια εισαγωγή: οι γονείς και η αδελφή του τον είχαν επισκεφθεί στο σπίτι του, αλλά εκείνος διέκοψε κάθε επαφή μαζί τους, τους ζήτησε να φύγουν από την οικία του και τους δήλωσε ότι «θα τα πουν στα δικαστήρια». Αυτό το επεισόδιο φανερώνει ότι οι σχέσεις με την οικογένεια ήταν τεταμένες και δεν υπήρχε καθημερινή επικοινωνία, κάτι που ο δικηγόρος του επικαλείται για να αμφισβητήσει την αξιοπιστία των οικογενειακών ισχυρισμών περί ψυχικής διαταραχής.
Στις 17 Αυγούστου 2025, λίγες ημέρες μετά τον εγκλεισμό και τις καταγγελίες του τραγουδιστή, η οικογένεια του Γιώργου Μαζωνάκη τοποθετήθηκε επίσημα μέσω δικού της δικηγόρου. Στην ανακοίνωση της οικογένειας, τονίζεται ότι για τους οικείους του καλλιτέχνη προέχει πάνω από όλα η υγεία, η ασφάλεια και η ζωή του. Αναφέρουν ότι αυτή την στιγμή δεν επιθυμούν καμία δημόσια αντιπαράθεση ούτε να απαντήσουν στις βαριές κατηγορίες, διότι το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η προστασία και η στήριξη του Γιώργου. Χαρακτηριστικά δήλωσαν: «Όταν εκλείψει ο κίνδυνος για τη ζωή του, μπορεί ο οποιοσδήποτε τρίτος να κάνει δηλώσεις και να υποστηρίξει ό,τι νομίζει…». Με αυτή τη φράση υποδηλώνουν ότι, κατά την άποψή τους, η κίνηση της ακούσιας νοσηλείας έγινε για το καλό του, επειδή ενδεχομένως διέτρεχε κίνδυνο ο ίδιος, και ότι δεν θα εμπλακούν σε αντεγκλήσεις όσο προέχει η σωτηρία του. Η οικογένεια ουσιαστικά δεν διαψεύδει την ανάμειξή της στην υπόθεση, αλλά την αιτιολογεί ως πράξη φροντίδας. Μάλιστα, έγινε γνωστό ότι η αδελφή του είχε ήδη ζητήσει (και από τον εισαγγελέα) να μεταφερθεί ο τραγουδιστής σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική, που είχε φροντίσει να εξασφαλίσει, ώστε να συνεχιστεί η περίθαλψή του σε καταλληλότερο περιβάλλον.
Η υπόθεση αυτή προκάλεσε αίσθηση στην κοινή γνώμη και άνοιξε μια δημόσια συζήτηση για τις ακούσιες νοσηλείες και το πώς αυτές εφαρμόζονται. Από τη μία πλευρά, ο Μαζωνάκης και το περιβάλλον του μιλούν για κατάχρηση της διαδικασίας ακούσιας νοσηλείας ως μέσο επίλυσης προσωπικών διαφορών, ενώ από την άλλη η οικογένεια αφήνει να εννοηθεί πως ενέργησε βάσει ανησυχίας για την ψυχική υγεία και την ασφάλειά του. Σε κάθε περίπτωση, το περιστατικό ανέδειξε τόσο το νομικό πλαίσιο που διέπει την ακούσια ψυχιατρική νοσηλεία στην Ελλάδα όσο και τις δικλείδες ασφαλείας (ή τα κενά) του συστήματος, μέσα από ένα παράδειγμα με μεγάλη δημοσιότητα.
Το ελληνικό νομικό πλαίσιο για ακούσια ψυχιατρική νοσηλεία
Η διαδικασία της ακούσιας ψυχιατρικής νοσηλείας στην Ελλάδα ρυθμίζεται κυρίως από τον Νόμο 2071/1992 (άρθρα 95-97), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα (π.χ. με τον Ν.2716/1999). Πρόκειται για τη διαδικασία όπου ένα άτομο εισάγεται και παραμένει για νοσηλεία σε ψυχιατρικό κατάστημα χωρίς τη συναίνεσή του, όταν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος. Παρακάτω παρουσιάζονται συνοπτικά: (α) οι βασικές προϋποθέσεις και το σκεπτικό του νόμου, (β) το ποιος και πώς μπορεί να κινήσει τη διαδικασία (καταγγελία/αίτηση), (γ) τα εμπλεκόμενα στάδια και αρχές από την καταγγελία μέχρι την εισαγωγή, και (δ) τα δικαιώματα του προσώπου που οδηγείται σε ακούσια νοσηλεία.
Προϋποθέσεις για ακούσια νοσηλεία (πότε επιτρέπεται)
Ο νόμος προβλέπει ότι η ακούσια νοσηλεία διατάσσεται μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις, δεδομένου ότι περιορίζει θεμελιώδη δικαιώματα (όπως την προσωπική ελευθερία και την αυτοδιάθεση του ατόμου) για χάρη της υγείας και της δημόσιας ασφάλειας. Σύμφωνα με το άρθρο 95 του Ν.2071/1992, για να νοσηλευτεί κάποιος χωρίς τη θέλησή του πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά τα εξής:
-
Ψυχική διαταραχή: Το άτομο πρέπει να πάσχει από ψυχική νόσο ή διαταραχή που επηρεάζει σοβαρά την αντίληψη, την κρίση ή τη συμπεριφορά του.
-
Ανικανότητα αντίληψης του συμφέροντός του: Πρέπει να μην είναι σε θέση να αντιληφθεί ή να εκτιμήσει το συμφέρον της υγείας του λόγω της ψυχικής κατάστασης. Δηλαδή, να μην έχει επίγνωση ότι χρειάζεται θεραπεία ή να αρνείται παράλογα τη βοήθεια.
-
Κίνδυνος από την έλλειψη νοσηλείας: Εάν δεν νοσηλευτεί, θα υπάρξουν σοβαρές συνέπειες. Ειδικότερα, η μη θεραπεία είτε (α) θα οδηγήσει σε επιδείνωση της υγείας του ασθενούς (χειροτέρευση της ψυχικής του κατάστασης), είτε (β) ενδέχεται να προκαλέσει πράξεις βίας από τον ασθενή εναντίον του εαυτού του ή τρίτων. Με άλλα λόγια, η νοσηλεία κρίνεται απαραίτητη είτε για να προστατευθεί η υγεία/ζωή του ίδιου (π.χ. από αυτοκτονικό ιδεασμό ή σοβαρή παραμέληση) είτε για να αποτραπεί κίνδυνος βίαιων ενεργειών προς άλλους ή τον ίδιο.
Εφόσον ισχύουν όλα τα παραπάνω (ψυχική νόσος, ανικανότητα αυτοκριτικής και σοβαρός κίνδυνος χωρίς θεραπεία), το κράτος μπορεί να επέμβει περιορίζοντας προσωρινά την ελευθερία του ατόμου για να του παράσχει αναγκαία ψυχιατρική φροντίδα. Ο σκοπός είναι προληπτικός: να προστατευτεί ο ασθενής και η κοινωνία από τις συνέπειες της ανεξέλεγκτης ψυχικής ασθένειας. Ο νόμος πάντως επιτάσσει ότι η ακούσια νοσηλεία πρέπει να εφαρμόζεται με φειδώ και μόνο ως ύστατο μέτρο, αφού έχουν αποτύχει η πειθώ ή οι εκούσιες προσπάθειες θεραπείας. Σε περίπτωση αμφιβολίας, πρέπει να υπερισχύει η αρχή “in dubio pro libertate” (εν αμφιβολία, προτιμάται η ελευθερία του ατόμου) – δηλαδή αν δεν είναι σαφές ότι χρειάζεται καταναγκαστική νοσηλεία, να μην γίνεται.
Ποιος μπορεί να υποβάλει καταγγελία/αίτηση για ακούσια νοσηλεία
Η διαδικασία ξεκινά πάντα μετά από πρωτοβουλία τρίτου προσώπου (όχι του ίδιου του ασθενή, αφού μιλάμε για μη συναινετική εισαγωγή). Σύμφωνα με τον νόμο, τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την ακούσια νοσηλεία κάποιου (του φερόμενου ως ασθενή) είναι συγκεκριμένα και κατά προτεραιότητα τα εξής:
-
Ο σύζυγος του ασθενή.
-
Συγγενείς σε ευθεία γραμμή χωρίς περιορισμό βαθμού (δηλαδή γονείς, παιδιά, αλλά και παππούδες/εγγόνια κ.ο.κ.).
-
Συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε πλάγια γραμμή μέχρι δευτέρου βαθμού, δηλαδή αδέλφια, γιαγιάδες/παππούδες προς εγγόνια εξ αγχιστείας, ή ενδεχομένως ενήλικα ανίψια/θείοι (μέχρι 2ου βαθμού συγγένειας).
-
Ο νόμιμος κηδεμόνας ή επιμελητής του προσώπου, εάν το άτομο έχει τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση (λόγω προηγούμενης δικαστικής απόφασης ανικανότητας). Επίσης, όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου (όπως γονέας αν πρόκειται για ανήλικο, ή επίτροπος δικαστικά απαγορευμένου ενηλίκου).
-
Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, αυτεπάγγελτα (με πρωτοβουλία του ίδιου), αλλά μόνο σε περίπτωση που δεν υπάρχει κανένα από τα προαναφερθέντα πρόσωπα και συντρέχει επείγουσα ανάγκη. Δηλαδή ο εισαγγελέας λειτουργεί ως ύστατη λύση όταν π.χ. ένας άνθρωπος χωρίς οικογένεια εμφανίζει επικίνδυνη ψυχική διαταραχή και πρέπει να κινηθεί η διαδικασία άμεσα για το δημόσιο συμφέρον.
Η παραπάνω λίστα δείχνει ότι πρωτίστως το οικογενειακό και οικείο περιβάλλον φέρει την ευθύνη να αναφέρει την κατάσταση στις αρχές. Δεν μπορεί οποιοσδήποτε τρίτος, μη συγγενής, να ζητήσει ακούσια νοσηλεία, εκτός αν τυχαίνει να έχει την επιμέλεια ή πληροί ειδική περίπτωση (π.χ. ίσως ο θεσμικός “Συνήγορος του Πολίτη” ή κάποια αρχή να εισηγηθεί στον εισαγγελέα, αλλά τυπικά πρέπει να το κάνει ο εισαγγελέας αυτεπάγγελτα). Στην πράξη, αν κάποιος πολίτης (γειτονάς, φίλος) ανησυχεί για ένα άτομο, συνήθως ενημερώνει κάποιον από τους ανωτέρω (π.χ. την οικογένεια) ή απευθύνεται στην αστυνομία/εισαγγελία ώστε να επιληφθούν μέσω εισαγγελέα.
Πώς υποβάλλεται η αίτηση/καταγγελία: Το αίτημα συνήθως λαμβάνει τη μορφή έγγραφης αίτησης/αναφοράς προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του φερόμενου ασθενή. Συχνά η διαδικασία ξεκινά μέσω του οικείου Αστυνομικού Τμήματος: ο αιτών (π.χ. συγγενής) μπορεί να μεταβεί στην αστυνομία και να αναφέρει το περιστατικό, υποβάλλοντας εκεί μια αίτηση που διαβιβάζεται στον εισαγγελέα. Η αίτηση οφείλει να είναι πλήρως αιτιολογημένη: δηλαδή πρέπει να περιγράφει συγκεκριμένα την ψυχική νόσο ή τα συμπτώματα που εμφανίζει ο ασθενής, παραδείγματα επικίνδυνης ή προβληματικής συμπεριφοράς, τυχόν ενέργειες που έγιναν πριν (π.χ. προσπάθειες να πειστεί να εξεταστεί εθελοντικά και αρνήθηκε), καθώς και γιατί κρίνεται αδύνατο να αντιμετωπιστεί η κατάσταση χωρίς καταναγκασμό. Καλό είναι να προσκομίζονται και αποδεικτικά στοιχεία μαζί με την αίτηση, όπως προηγούμενες ιατρικές γνωματεύσεις, πιστοποιητικά νοσηλείας, φαρμακευτικές συνταγές, ή οτιδήποτε δείχνει το ιστορικό του ασθενή. Αυτά βοηθούν τον εισαγγελέα να κρίνει αν πληρούνται πράγματι οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Σημειώνεται επίσης ότι, σύμφωνα με το νόμο, την αίτηση πρέπει να συνοδεύουν (εάν είναι δυνατόν) έγγραφες γνωματεύσεις από δύο ιατρούς – κατά προτίμηση δύο ψυχιάτρους ή εναλλακτικά έναν ψυχίατρο και έναν γιατρό άλλης συναφούς ειδικότητας – οι οποίοι να έχουν εξετάσει (ή επιχειρήσει να εξετάσουν) τον ασθενή και να πιστοποιούν ότι συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις (να αναφέρονται δηλαδή στην ύπαρξη ψυχικής διαταραχής, έλλειψη κρίσης και κίνδυνο κ.λπ.). Στην πράξη αυτή η πρόβλεψη είναι δύσκολο να τηρηθεί όταν ο ασθενής αρνείται κάθε εξέταση εκ των προτέρων. Γι’ αυτό και ο νόμος δίνει τη δυνατότητα στον εισαγγελέα, σε επείγουσες περιπτώσεις ή αν δεν κατέστη εφικτό να εξεταστεί ο ασθενής, να διατάξει ο ίδιος την εξέταση από δύο ψυχιάτρους σε δημόσια δομή (βλ. παρακάτω διαδικασία).
Διαδικασία από την καταγγελία έως την εισαγωγή – εμπλεκόμενες αρχές
1. Εισαγγελική παραγγελία για εξέταση: Μόλις παραληφθεί η αίτηση, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών την αξιολογεί άμεσα. Αν κρίνει ότι έχει βάση (δηλαδή ότι παρουσιάζονται επαρκείς ενδείξεις πως το άτομο ίσως πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις), δεν διατάσσει αμέσως εγκλεισμό, αλλά αρχικά διατάσσει να γίνει ψυχιατρική εξέταση του προσώπου. Συγκεκριμένα, εκδίδει εισαγγελική παραγγελία (διάταξη) να μεταφερθεί το πρόσωπο σε κατάλληλη δημόσια ψυχιατρική μονάδα για να εξεταστεί από γιατρούς. Αυτή η εισαγγελική εντολή ουσιαστικά ενεργοποιεί την αστυνομία και τις υγειονομικές αρχές.
-
Ρόλος της αστυνομίας: Η εισαγγελική παραγγελία αποστέλλεται στην Ελληνική Αστυνομία, η οποία είναι υπεύθυνη να εντοπίσει και να μεταφέρει με ασφάλεια τον φερόμενο ασθενή στο νοσοκομείο. Ο νόμος ορίζει ότι η μεταφορά πρέπει να γίνεται κατά προτίμηση με ασθενοφόρο και υπό συνθήκες σεβασμού της αξιοπρέπειας του ασθενή (χωρίς αχρείαστη δημοσιότητα ή στιγματισμό). Η αστυνομία δύναται να συνδράμει εφόσον είναι απολύτως αναγκαίο για την ασφαλή μεταφορά – π.χ. αν το άτομο είναι βίαιο ή δεν συνεργάζεται. Σε πρόσφατες εγκυκλίους έχει δοθεί έμφαση ότι η παρουσία της αστυνομίας πρέπει να είναι διακριτική και μόνο κατ’ εξαίρεση, ώστε να μη δίνεται εικόνα εγκληματία στον ασθενή. Παρ’ όλα αυτά, στην πράξη συχνά η αστυνομία αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου τη μεταφορά, ιδίως σε επείγουσες περιπτώσεις, όπως έγινε και στην περίπτωση Μαζωνάκη. Οι αστυνομικοί οφείλουν να επιδεικνύουν ψυχραιμία και να μη χρησιμοποιούν βία παρά μόνο εάν ο ασθενής αντιστέκεται επικίνδυνα.
-
Μεταφορά σε ψυχιατρική κλινική: Ο εισαγγελέας ορίζει σε ποιο δημόσιο ψυχιατρικό κατάστημα θα οδηγηθεί ο ασθενής (συνήθως στο εφημερεύον ψυχιατρικό νοσοκομείο της περιοχής, εντός του αντίστοιχου Τομέα Ψυχικής Υγείας). Σημαντικό: Με βάση τον νόμο, η ακούσια νοσηλεία προβλέπεται μόνο σε δημόσιες ψυχιατρικές δομές. Η δυνατότητα ακούσιας νοσηλείας σε ιδιωτική κλινική θεωρητικά έχει προβλεφθεί, αλλά στην πράξη δεν έχει ενεργοποιηθεί, διότι δεν έχει εκδοθεί η απαραίτητη υπουργική απόφαση που θα καθορίζει τις λεπτομέρειες. Συνεπώς, μέχρι σήμερα, ο ακούσια νοσηλευόμενος εισάγεται πάντα σε δημόσιο νοσοκομείο (όπως π.χ. το Δρομοκαΐτειο, το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο στο Δαφνί, ή την ψυχιατρική κλινική κάποιου γενικού νοσοκομείου). Αργότερα βέβαια, εφόσον σταθεροποιηθεί η κατάσταση ή κατόπιν συνεννόησης, μπορεί να μεταφερθεί και σε ιδιωτική κλινική αλλά μόνο ως εκούσιος/συναινετικός ασθενής.
2. Ψυχιατρική εξέταση εντός 48 ωρών: Με την άφιξη του ασθενή στη μονάδα ψυχικής υγείας, ξεκινά η ιατρική αξιολόγηση. Ο νόμος επιβάλλει η παραμονή για εξετάσεις να μην υπερβαίνει τις 48 ώρες χωρίς παραπέρα εντολή. Δύο ψυχίατροι (συνήθως του δημοσίου, από ειδικό κατάλογο) θα πρέπει να εξετάσουν τον ασθενή ανεξάρτητα. Εάν είναι αδύνατο να βρεθούν δύο ψυχίατροι (σε απομακρυσμένη περιοχή, π.χ.), αρκεί ένας ψυχίατρος και ένας γιατρός άλλης ειδικότητας με εμπειρία σε συναφή πεδία. Οι γιατροί συντάσσουν γραπτές γνωματεύσεις όπου αναφέρουν το ιστορικό, τη συμπεριφορά κατά την εξέταση, διάγνωση, και τη γνώμη τους αν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για ακούσια νοσηλεία.
Κατά τη διάρκεια της εξέτασης, ο ασθενής θεωρητικά θα πρέπει να συνεργαστεί με τους γιατρούς. Αν αρνείται, οι γιατροί θα κρίνουν με βάση την συμπεριφορά του και το υπάρχον ιστορικό. Ο εισαγγελέας δύναται να είχε διατάξει την μεταφορά ακριβώς επειδή ο ασθενής αρνιόταν να εξεταστεί εκτός νοσοκομείου, οπότε η παρουσία του σε περιβάλλον νοσηλευτικό εξασφαλίζει καλύτερη παρατήρηση. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η φάση είναι ιατρική και όχι φυλακτική: θεωρητικά ο ασθενής δεν είναι “κρατούμενος”, αλλά ασθενής υπό αξιολόγηση.
3. Εισαγγελική απόφαση προσωρινής νοσηλείας: Εφόσον οι ψυχιατρικές γνωματεύσεις επιβεβαιώνουν ότι χρειάζεται ακούσια νοσηλεία, ο Εισαγγελέας προχωρά στο επόμενο βήμα. Με βάση το άρθρο 96 του νόμου, ο εισαγγελέας διατάσσει την προσωρινή εισαγωγή και παραμονή του ασθενή στο ψυχιατρικό ίδρυμα. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι ο ασθενής νοσηλεύεται πλέον επίσημα χωρίς τη συναίνεσή του, και αρχίζει να δέχεται την αναγκαία φροντίδα/αγωγή. Από τη στιγμή αυτή ξεκινά ένας αγώνας δρόμου με τον χρόνο, καθώς η κράτηση κάποιου για ιατρικούς λόγους χωρίς δικαστική απόφαση επιτρέπεται μόνο για σύντομο διάστημα. Ο νόμος απαιτεί εντός 3 ημερών από την εισαγγελική παραγγελία (της μεταφοράς) να κινηθεί η δικαστική διαδικασία: δηλαδή ο εισαγγελέας υποβάλλει αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο) για να εξεταστεί το θέμα.
-
Οι συγγενείς/αιτούντες, που δίνουν το έναυσμα με την καταγγελία.
-
Ο εισαγγελέας, που λειτουργεί ως εγγυητής της νομιμότητας: εξετάζει το αίτημα, διατάσσει (εφόσον πειστεί) την προσωρινή εξέταση/κράτηση και κινεί τη δικαστική διαδικασία.
-
Η αστυνομία, που έχει ρόλο εκτελεστικό (στη μεταφορά και στην εξασφάλιση ότι ο ασθενής θα προσαχθεί για εξέταση χωρίς να βλάψει ή να βλαφθεί).
-
Οι ψυχίατροι, που έχουν το κρίσιμο επιστημονικό ρόλο: με τις γνωματεύσεις τους ουσιαστικά “ανάβουν το πράσινο φως” ή όχι για τη νοσηλεία. Χωρίς ιατρική πιστοποίηση, δεν μπορεί να σταθεί νομικά ο εγκλεισμός.
-
Το δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο), που έχει τον τελικό λόγο, ώστε να υπάρχει δικαστικός έλεγχος στο μέτρο. Ο δικαστής αξιολογεί τα στοιχεία και αποφασίζει με γνώμονα τόσο την προστασία του ασθενή/δημόσιου συμφέροντος όσο και τα δικαιώματα του ατόμου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αν καθυστερήσει η σύγκληση του δικαστηρίου πέραν του δεκαημέρου, δεν νομιμοποιείται η περαιτέρω κράτηση του ασθενή μόνο με την εισαγγελική εντολή. Δηλαδή, τυπικά μετά τις 10 ημέρες, εάν δεν υπάρχει δικαστική απόφαση, ο ασθενής δεν μπορεί να παραμένει έγκλειστος νόμιμα – κάτι που έχει απασχολήσει και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε υποθέσεις κατά της Ελλάδας. Στην πράξη, δυστυχώς παρατηρούνται καθυστερήσεις λόγω φόρτου των δικαστηρίων, με αποτέλεσμα ασθενείς να μένουν και παραπάνω χωρίς απόφαση. Ο νόμος πάντως δίνει λύση για έκτακτα εμπόδια (π.χ. αν λόγω αργιών δεν είναι εφικτό να δικαστεί εντός 10 ημερών): ο εισαγγελέας οφείλει τότε να ζητήσει προσωρινή διαταγή από δικαστή, ώστε να καλύψει νομότυπα την παράταση μέχρι την κανονική δικάσιμο.
Δικαιώματα του προσώπου που οδηγείται σε ακούσια νοσηλεία
Παρόλο που το άτομο υπό ακούσια νοσηλεία βρίσκεται σε μια κατάσταση περιορισμού, ο νόμος και οι διεθνείς συμβάσεις του αναγνωρίζουν σημαντικά δικαιώματα προκειμένου να προστατεύεται η αξιοπρέπειά του και να διασφαλίζεται ο δίκαιος χειρισμός της υπόθεσής του. Μερικά από τα βασικά δικαιώματα είναι:
-
Δικαίωμα ενημέρωσης: Ο ασθενής πρέπει αμέσως μόλις μεταφερθεί στη ψυχιατρική μονάδα να ενημερωθεί, με κατανοητό τρόπο, για το τι συμβαίνει και για τα δικαιώματά του. Συγκεκριμένα, πρέπει να του εξηγηθεί ότι έχει τεθεί σε διαδικασία ακούσιας νοσηλείας, για ποιους λόγους έγινε αυτό (με βάση τον νόμο), και τι επιλογές έχει να αντιδράσει. Η ενημέρωση αυτή καταγράφεται εγγράφως (συντάσσεται πρακτικό ενημέρωσης) και ζητείται να το υπογράψει ο ασθενής, ώστε να υπάρχει αποδεικτικό ότι του γνωστοποιήθηκαν τα δικαιώματα του. Αν ο ασθενής είναι σε τόσο κακή κατάσταση που δεν μπορεί εκείνη τη στιγμή να υπογράψει, το έγγραφο διαβιβάζεται στην κλινική του ώστε να το υπογράψει όταν θα είναι σε θέση.
-
Δικαίωμα νομικής προστασίας και εκπροσώπησης: Το πρόσωπο έχει δικαίωμα να επικοινωνήσει με δικηγόρο της επιλογής του και να έχει νομική υποστήριξη σε όλα τα στάδια. Μάλιστα, στη δικαστική διαδικασία, εφόσον δεν ορίσει ο ίδιος δικηγόρο, μπορεί να του διοριστεί συνήγορος (π.χ. από το δικαστήριο ή το οικείο δικηγορικό σύλλογο) προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η πλευρά του εκπροσωπείται επαρκώς. Έχει επίσης το δικαίωμα ο δικηγόρος του να λάβει γνώση του φακέλου της υπόθεσης (αιτήσεις, γνωματεύσεις) ώστε να μπορέσει να αντικρούσει τυχόν στοιχεία.
-
Δικαίωμα συμμετοχής στη διαδικασία: Όπως προαναφέρθηκε, ο ασθενής καλείται να παραστεί στο δικαστήριο που θα αποφασίσει για τη νοσηλεία του. Έχει δικαίωμα να είναι παρών στην κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση, εκτός αν η κατάσταση της υγείας του το καθιστά αδύνατο ή αν δεν το επιθυμεί. Επίσης δικαιούται να ακουστεί από τον δικαστή: μπορεί να εξηγήσει τη δική του εκδοχή, να αντικρούσει τις αιτιάσεις ότι είναι επικίνδυνος κ.λπ. Το ίδιο ισχύει και για τον δικηγόρο του, που μπορεί να υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες ή στους γιατρούς και να επιχειρηματολογήσει υπέρ της απελευθέρωσής του.
-
Δικαίωμα σε δικό του τεχνικό σύμβουλο (ψυχίατρο): Ο νόμος ρητά αναφέρει ότι ο ασθενής μπορεί να ορίσει και δικό του ψυχίατρο ως τεχνικό σύμβουλο στην διαδικασία. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί ένας ιδιώτης ψυχίατρος (της εμπιστοσύνης του ασθενούς ή της οικογένειάς του) να εξετάσει τον ασθενή και να παραστεί στο δικαστήριο καταθέτοντας τη δική του γνώμη. Έτσι διασφαλίζεται μια δεύτερη άποψη, πέρα από τους δύο διορισμένους γιατρούς, ειδικά αν ο ασθενής αμφισβητεί τα πορίσματα των αρχικών γνωματεύσεων. Ο τεχνικός σύμβουλος μπορεί να επισημάνει στο δικαστή αν θεωρεί ότι δεν συντρέχει λόγος εγκλεισμού ή να παράσχει εναλλακτική αξιολόγηση.
-
Δικαίωμα άσκησης ένδικων μέσων: Σε περίπτωση που εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ της ακούσιας νοσηλείας, ο ασθενής έχει το δικαίωμα να την προσβάλει περαιτέρω. Συγκεκριμένα, προβλέπεται δυνατότητα έφεσης κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ώστε η υπόθεση να επανεξεταστεί από ανώτερο δικαστήριο (Εφετείο). Επίσης, αν υπάρξουν παρατάσεις ή νέες αποφάσεις, κάθε φορά μπορεί να ασκήσει τα νόμιμα ένδικα μέσα. Αυτό παρέχει μια επιπλέον δικλείδα ότι η υπόθεση μπορεί να αναθεωρηθεί, ιδίως αν ο ασθενής θεωρεί ότι αδικήθηκε ή ότι με νέα στοιχεία μπορεί να αποδείξει πως δεν χρειάζεται νοσηλεία.
-
Δικαίωμα αξιοπρεπούς μεταχείρισης και σεβασμού: Καθ’ όλη τη διαδικασία, ο ασθενής έχει δικαίωμα να αντιμετωπίζεται με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπειά του. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εγκληματίας, αλλά ως ασθενής. Για παράδειγμα, η μεταφορά του θα πρέπει να γίνεται χωρίς δεσμά (εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο για να μη βλάψει εαυτόν/άλλους), σε συνθήκες που να μην τον διαπομπεύουν δημόσια. Στο νοσοκομείο, έχει τα ίδια δικαιώματα με κάθε νοσηλευόμενο: δικαίωμα σε καλή φροντίδα, σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής, επικοινωνία με δικούς του ανθρώπους (στο βαθμό που δεν αντιβαίνει στο θεραπευτικό του συμφέρον), θρησκευτική ελευθερία, κ.ά. Οφείλει να ενημερώνεται για την πορεία της θεραπείας του και να μπορεί, όσο το δυνατόν, να συμμετέχει στις αποφάσεις που τον αφορούν (π.χ. συναίνεση σε φαρμακευτική αγωγή – αν και εδώ υπάρχει το λεπτό σημείο ότι ενδέχεται να δοθεί αγωγή χωρίς τη συναίνεσή του, αλλά πάντα με γνώμονα το καλό του).
-
Δικαίωμα προσφυγής σε ανεξάρτητες αρχές: Σε περίπτωση που ο ασθενής θεωρεί ότι παραβιάζονται δικαιώματά του κατά τη νοσηλεία (π.χ. κακή μεταχείριση, υπέρμετρη καθυστέρηση, κακές συνθήκες), μπορεί ο ίδιος ή ο εκπρόσωπός του να απευθυνθεί σε αρχές όπως ο Συνήγορος του Πολίτη ή να κάνει αναφορά για δικαστική διερεύνηση. Επίσης, υπάρχει πρόβλεψη για τακτικό εισαγγελικό έλεγχο: οι εισαγγελείς έχουν καθήκον να εποπτεύουν τις ακούσιες νοσηλείες στην περιοχή τους, διασφαλίζοντας ότι τηρούνται οι διαδικασίες και τα χρονοδιαγράμματα.
Συμπερασματικά, το ελληνικό νομικό πλαίσιο (Ν.2071/1992 και συναφείς διατάξεις) επιχειρεί να βρει μια ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη να νοσηλεύονται πρόσωπα με σοβαρή ψυχική ασθένεια χωρίς συναίνεση (όταν αυτό είναι απαραίτητο για το καλό τους ή την ασφάλεια όλων) και στην ανάγκη να προστατευτούν τα δικαιώματά τους από αυθαίρετες ή καταχρηστικές εισαγωγές. Η υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη έφερε στο προσκήνιο ακριβώς αυτή την λεπτή ισορροπία: η οικογένεια επικαλέστηκε τον νόμο για να τον προστατεύσει, ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται ότι καταστρατηγήθηκαν τα δικαιώματά του και ότι έγινε κακή χρήση της διαδικασίας. Η εξέλιξη της υπόθεσης θα δείξει πώς θα κρίνουν τα δικαστικά όργανα το συγκεκριμένο περιστατικό. Το βέβαιο είναι ότι ο νόμος προβλέπει σαφείς διαδικασίες και εγγυήσεις, ώστε κανείς να μην στερείται την ελευθερία του χωρίς σοβαρό λόγο και χωρίς έλεγχο. Η κοινωνία οφείλει να είναι σε εγρήγορση ώστε το μέτρο της ακούσιας νοσηλείας να εφαρμόζεται μόνο εκεί που πραγματικά χρειάζεται και πάντα με σεβασμό στον άνθρωπο.
Ακολούθησε το Epirusgate.gr στο Google News για όλες τις τελευταίες ειδήσεις
πηγή στη Google
Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ. 252033