Πόση πολιτική αλλαγή χωρά στο πλαίσιο Μητσοτάκη;

Η πολιτική αλλαγή χάνει το περιεχόμενό της όταν η αντιπολίτευση αποδέχεται ως δεδομένο το οικονομικό, κοινωνικό και θεσμικό πλαίσιο που διαμόρφωσε η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Πόση πολιτική αλλαγή χωρά στο πλαίσιο Μητσοτάκη;

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του epirusgate.gr στην Google

Η μεγαλύτερη πολιτική νίκη μιας κυβέρνησης δεν είναι να κερδίζει εκλογές. Είναι να καταφέρνει, ακόμη και όταν φύγει από την εξουσία, να εξακολουθεί να καθορίζει τους όρους της δημόσιας συζήτησης.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πολιτικό επίτευγμα της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Όχι μόνο όσα έκανε, αλλά το γεγονός ότι η πραγματικότητα που δημιούργησε αντιμετωπίζεται πλέον ως το αυτονόητο πλαίσιο και της επόμενης ημέρας.

Οι αντίπαλοί της μπορεί να αμφισβητούν τη διαχείριση, το ύφος, την αλαζονεία ή επιμέρους επιλογές της. Πολύ δυσκολότερα, όμως, αμφισβητούν συνολικά τα όρια του εφικτού που εκείνη καθόρισε.

Και εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό ερώτημα: αν η επόμενη κυβέρνηση αποδέχεται ως δεδομένο το ίδιο οικονομικό μοντέλο, την ίδια αντίληψη για το κράτος, τις ίδιες ιεραρχήσεις στην εργασία, στην υγεία, στην παιδεία, στη φορολογία και στην κοινωνική πολιτική, τότε τι ακριβώς θα σημαίνει η πολιτική αλλαγή;

Η διαφορά ύφους έχει σημασία. Η θεσμική σοβαρότητα έχει σημασία. Η λιγότερη αλαζονεία, η μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία και η αποτελεσματικότερη διοίκηση έχουν επίσης σημασία. Δεν αρκούν, όμως, για να συγκροτήσουν μια διαφορετική πολιτική κατεύθυνση.

Μια κυβέρνηση μπορεί να είναι πιο προσεκτική, πιο συναινετική και δικαιότερη στη διαχείριση, παραμένοντας ταυτόχρονα μέσα στις βασικές παραδοχές της προηγούμενης. Μπορεί να αλλάξει τον τρόπο άσκησης της εξουσίας, χωρίς να αλλάξει τον προσανατολισμό της.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν άσκησε απλώς μια συγκεκριμένη πολιτική. Κατάφερε να παρουσιάσει τις επιλογές της ως αυτονόητες. Ιδεολογικές αποφάσεις εμφανίστηκαν ως τεχνικές λύσεις. Κοινωνικές υποχωρήσεις βαφτίστηκαν αναγκαίες προσαρμογές. Η συρρίκνωση των δημόσιων δυνατοτήτων παρουσιάστηκε ως εκσυγχρονισμός. Και κάθε ουσιαστική αμφισβήτηση απομακρύνθηκε σταδιακά από τη σφαίρα του ρεαλισμού.

Κάθε φορά, μάλιστα, που τίθεται το ερώτημα αν υπάρχει άλλος δρόμος, εμφανίζεται σχεδόν μηχανικά η ίδια απάντηση. «Δεν γίνονται αυτά στην Ευρώπη». «Οι δημοσιονομικοί κανόνες δεν το επιτρέπουν». «Οι αγορές δεν θα το δεχθούν». «Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συγκεκριμένα όρια».

Προφανώς και υπάρχουν δεσμεύσεις και περιορισμοί. Η πολιτική, όμως, δεν υπάρχει για να τους επαναλαμβάνει. Υπάρχει για να αποφασίζει μέσα σε αυτούς, να τους διαπραγματεύεται, να τους μετακινεί και, όταν χρειάζεται, να συγκρούεται μαζί τους. Διαφορετικά, η δημοκρατία περιορίζεται σε μια διαδικασία επιλογής του ικανότερου διαχειριστή αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί αλλού.

Η πραγματικότητα αυτή, βέβαια, δεν είναι μόνο προϊόν της πολιτικής κυριαρχίας της Νέας Δημοκρατίας. Είναι και αποτέλεσμα της αδυναμίας των πολιτικών της αντιπάλων να διατυπώσουν ένα διαφορετικό και συνεκτικό σχέδιο.

Όταν η αντιπαράθεση εξαντλείται στο ποιος θα εφαρμόσει καλύτερα το ίδιο μοντέλο, το πεδίο της σύγκρουσης έχει ήδη επιλεγεί από τον αντίπαλο. Όταν η κριτική περιορίζεται στις υπερβολές, στις αστοχίες ή στον τρόπο εφαρμογής μιας πολιτικής, τότε οι βασικές της παραδοχές έχουν ουσιαστικά γίνει αποδεκτές.

Η πρόσφατη συζήτηση για τα μη κρατικά πανεπιστήμια είναι χαρακτηριστική. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν επέβαλε μόνο μια συγκεκριμένη νομοθετική επιλογή. Κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να μεταφέρει το κέντρο της συζήτησης από το αν πρέπει να αλλάξει συνολικά ο χαρακτήρας της ανώτατης εκπαίδευσης στο πώς θα εφαρμοστεί η αλλαγή αυτή.

Σημαντικό μέρος της αντιπολίτευσης δεν αμφισβήτησε τελικά το ίδιο το νέο θεσμικό πεδίο, αλλά επικέντρωσε την κριτική του στους όρους λειτουργίας, στην ποιότητα, στην εποπτεία και στις προϋποθέσεις αδειοδότησης. Η αντιπαράθεση μετατοπίστηκε έτσι από την πολιτική ουσία της επιλογής στη διαχείρισή της. Από το αν πρέπει να υπάρχει αυτό το πλαίσιο, στο πώς μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα.

Αυτό ακριβώς είναι το σημάδι μιας βαθύτερης πολιτικής επικράτησης. Όχι να συμφωνούν όλοι με την κυβέρνηση, αλλά να συζητούν μέσα στα όρια που εκείνη έχει ήδη χαράξει.

Δεν πρόκειται, επομένως, για μία μόνο πολιτική επιλογή. Πρόκειται για τη μετατόπιση ολόκληρου του κέντρου βάρους της πολιτικής συζήτησης.

Ο Αντόνιο Γκράμσι περιέγραψε την ηγεμονία όχι μόνο ως άσκηση εξουσίας, αλλά ως τη δυνατότητα μιας πολιτικής δύναμης να επιβάλλει τη δική της αντίληψη ως κοινή λογική. Να κάνει τις επιλογές της να μοιάζουν φυσικές, αναπόφευκτες και τελικά αποδεκτές ακόμη και από εκείνους που δηλώνουν αντίπαλοί της.

Κάθε πολιτική ηγεμονία ολοκληρώνεται όταν οι αντίπαλοί της αρχίζουν να σκέφτονται μέσα στις δικές της κατηγορίες.

Αν δούμε έτσι τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα, τότε το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα ηττηθεί εκλογικά. Είναι αν θα ηττηθεί και πολιτικά.

Γιατί μπορεί να χάσει την κυβέρνηση και να συνεχίσει να καθορίζει το πεδίο μέσα στο οποίο θα κινηθεί ο επόμενος. Μπορεί να παραδώσει την εξουσία, έχοντας ήδη επιβάλει τους όρους της συζήτησης, τα όρια του εφικτού και το μέτρο του πολιτικά αποδεκτού.

Και τότε η αλλαγή δεν θα αφορά την πραγματικότητα. Θα αφορά μόνο τον τρόπο διαχείρισής της.

Η πολιτική αλλαγή έχει νόημα μόνο όταν διεκδικεί να αλλάξει και το πλαίσιο, όχι απλώς τα πρόσωπα που κινούνται μέσα σε αυτό. Όταν προτείνει άλλες προτεραιότητες, άλλες συγκρούσεις, άλλες κοινωνικές συμμαχίες και μια διαφορετική αντίληψη για το τι μπορεί να γίνει.

Δεν αρκεί, επομένως, μια αντιπολίτευση να υπόσχεται ότι θα κυβερνήσει καλύτερα, δικαιότερα ή σοβαρότερα. Οφείλει να εξηγήσει και προς ποια κατεύθυνση θα κυβερνήσει. Τι θα αλλάξει στις κοινωνικές ισορροπίες. Ποια συμφέροντα θα συγκρουστούν. Ποιοι θα ωφεληθούν και ποιοι θα χάσουν προνόμια.

Διαφορετικά, το αίτημα της αλλαγής μένει μετέωρο.

Γιατί η πολιτική αλλαγή δεν είναι απλώς η εναλλαγή διαχειριστών. Είναι η δυνατότητα μιας κοινωνίας να επαναπροσδιορίζει τις προτεραιότητές της.

Αν η επόμενη κυβέρνηση κινηθεί μέσα στα ίδια όρια, τότε ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να χάσει την εξουσία. Δεν θα έχει χάσει, όμως, την πολιτική του κυριαρχία.

epirusgate.gr

Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στη Google