SOS των μικρομεσαίων μετά τη ΔΕΘ: Οι αριθμοί της κυβέρνησης απέναντι στην πραγματικότητα της αγοράς

Επιφυλάξεις για τα μέτρα που εξαγγέλθηκαν στη ΔΕΘ διατύπωσαν ΓΣΕΒΕΕ και ΠΟΕΣΕ, επισημαίνοντας ότι οι μικρές επιχειρήσεις εξακολουθούν να πιέζονται από τη φορολογία, την ενέργεια, τη μισθοδοσία.

SOS των μικρομεσαίων μετά τη ΔΕΘ: Οι αριθμοί της κυβέρνησης απέναντι στην πραγματικότητα της αγοράς

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του epirusgate.gr στην Google

Οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ και η εξειδίκευση των μέτρων από το οικονομικό επιτελείο δεν φαίνεται να έπεισαν τους ανθρώπους της αγοράς. Αντίθετα, οι αντιδράσεις των θεσμικών φορέων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων δείχνουν ότι το χάσμα ανάμεσα στην κυβερνητική εικόνα και την καθημερινότητα της μικρής επιχείρησης παραμένει μεγάλο.

Η ΓΣΕΒΕΕ μιλά ευθέως για μέτρα που δεν ανταποκρίνονται στα δεδομένα των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων, ενώ η ΠΟΕΣΕ χαρακτηρίζει ουσιαστικά «αόρατη» την εστίαση στις κυβερνητικές εξαγγελίες.

Και όλα αυτά σε μια στιγμή κατά την οποία η νέα γεωπολιτική κρίση στον Κόλπο έρχεται να προσθέσει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας. Το Brent έχει ξεπεράσει τα 108 δολάρια το βαρέλι, το φυσικό αέριο στον κόμβο TTF τα 82 ευρώ/MWh και η χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας κινείται πάνω από τα 189 ευρώ/MWh.

Για μια μικρή επιχείρηση, η κρίση δεν αποτυπώνεται σε μακροοικονομικούς δείκτες. Αποτυπώνεται στον λογαριασμό του ρεύματος, στο τιμολόγιο του προμηθευτή και στο κόστος μισθοδοσίας.

ΓΣΕΒΕΕ: «Δεν έχουν κατανοήσει τα δεδομένα των μικρών επιχειρήσεων»

Ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ Γιώργος Καββαθάς θέτει στο επίκεντρο ακριβώς αυτή την απόσταση μεταξύ εξαγγελιών και πραγματικότητας. Η ΓΣΕΒΕΕ αναγνωρίζει ότι υπάρχουν θετικές παρεμβάσεις, επισημαίνει όμως ότι η συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων εξακολουθεί να μην βλέπει ουσιαστική ελάφρυνση στα προβλήματα που καθορίζουν την καθημερινή λειτουργία της.

Το βασικό παράπονο δεν είναι μόνο φορολογικό.Είναι ότι το κόστος για να παραμείνει μια επιχείρηση ανοικτή έχει εκτοξευθεί, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχης έντασης κυβερνητική παρέμβαση.

Ενέργεια, καύσιμα, πρώτες ύλες, ενοίκια, μη μισθολογικό κόστος και τραπεζικές προμήθειες συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου η αύξηση του κύκλου εργασιών δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και αύξηση του πραγματικού κέρδους.Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.

Το τεκμαρτό εισόδημα και η «εικονική» εικόνα κερδοφορίας

Για τους μικρομεσαίους, η μεγαλύτερη πληγή παραμένει το τεκμαρτό φορολογητέο εισόδημα.

Η κυβερνητική παρέμβαση στις προσαυξήσεις αφορά δυνητικά περίπου 156.000 επιχειρήσεις από ένα σύνολο περίπου 755.000, ενώ ο αριθμός των πραγματικά ωφελούμενων περιορίζεται περαιτέρω λόγω των προϋποθέσεων που τίθενται.

MyDATA, διασύνδεση POS και ταμειακών μηχανών, απουσία προστίμων και υποβολή δηλώσεων προηγούμενων ετών αποτελούν μεταξύ άλλων τις προϋποθέσεις.

Η ΓΣΕΒΕΕ θεωρεί ότι αυτές οι προϋποθέσεις δεν μπορούν να λειτουργούν ως «κόφτης» σε ένα φορολογικό και εργασιακό περιβάλλον εξαιρετικά σύνθετο και διαρκώς μεταβαλλόμενο.

Αλλά ακόμη και αν αυτό το ζήτημα ξεπεραστεί, παραμένει η ουσία:

Το κράτος εξακολουθεί να θεωρεί ότι μια ατομική επιχείρηση μπορεί να λειτουργεί σαν να έχει σταθερά κέρδη, χωρίς τις πραγματικές διακυμάνσεις της αγοράς, χωρίς επενδύσεις και χωρίς τις δαπάνες που απαιτούνται για να παραμείνει ζωντανή.

Και το πρόβλημα γίνεται εντονότερο όταν οι πωλήσεις υποχωρούν και τα κόστη ανεβαίνουν.

Ένα καφέ, δύο αριθμοί – και η μεγάλη διαφορά

Το παράδειγμα της εστίασης, όπως το καταγράφει η ΠΟΕΣΕ, είναι χαρακτηριστικό. Καφέ με 15 χρόνια λειτουργίας, πέντε εργαζομένους και ετήσια μισθοδοσία 105.000 ευρώ βλέπει, σύμφωνα με την κυβερνητική εξειδίκευση, τον φόρο του να μειώνεται από 4.783 σε 2.249 ευρώ.Όφελος: 2.534 ευρώ τον χρόνο. Ακούγεται θετικό.

Αλλά η εικόνα, με βάση την ΠΟΕΣΕ, αλλάζει όταν μπει στο κάδρο ο πραγματικός κύκλος εργασιών.

Για τζίρο 350.000 ευρώ, η μετάβαση του ΦΠΑ από 24% σε 13%, με ίδιες τελικές τιμές για τον καταναλωτή, αντιστοιχεί σε θεωρητική διαφορά περίπου 27.477 ευρώ. Στα 375.000 ευρώ η διαφορά φθάνει περίπου στις 29.439 ευρώ και στα 400.000 ευρώ περίπου στις 31.401 ευρώ.

Ακόμη και μετά τον συνυπολογισμό του εκπιπτόμενου ΦΠΑ των δαπανών, η διαφορά παραμένει πολλαπλάσια των 2.534 ευρώ.

Και εδώ βρίσκεται το ερώτημα που θέτει η εστίαση:

Τι σημαίνει πραγματικά φορολογική ελάφρυνση 2.534 ευρώ όταν η ίδια επιχείρηση καλείται να πληρώσει 105.000 ευρώ μισθοδοσία, υψηλότερη ενέργεια, ακριβότερες πρώτες ύλες, καύσιμα, ενοίκιο, τραπεζικές προμήθειες και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις;

Κυρίως, πόσο πραγματικό εισόδημα απομένει τελικά στον επαγγελματία;

Η εστίαση: «Αόρατη» στις εξαγγελίες

Η ΠΟΕΣΕ, μάλιστα, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών.

Ο κλάδος είχε καταθέσει τέσσερα συγκεκριμένα αιτήματα:

  • επαναφορά του ΦΠΑ στο 13% για το σύνολο της εστίασης, με εξαίρεση τα αλκοολούχα,
  • κατάργηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στον καφέ,
  • εξαίρεση του delivery και των τηλεφωνικών και ηλεκτρονικών παραγγελιών από τον φόρο παρεπιδημούντων,
  • κατάργηση των προσαυξήσεων στις ασφαλιστικές εισφορές για εργασία σε Κυριακές, αργίες και νυχτερινές ώρες.

Κανένα από αυτά δεν έγινε πράξη, όπως αναφέρεται. Αντίθετα, όπως τονίζεται, η αύξηση του κατώτατου μισθού αυξάνει το εργασιακό κόστος, ενώ η μείωση κατά 0,5% των ασφαλιστικών εισφορών παρουσιάζεται ως αντιστάθμισμα.

Για την εστίαση, όμως, το ισοζύγιο δεν βγαίνει. Ο κλάδος, πάντως, υποστηρίζει ότι δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση. Ζητά μέτρα που θα επιτρέψουν στις επιχειρήσεις να παραμείνουν βιώσιμες και να συνεχίσουν να απασχολούν εργαζομένους.

Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι πιο πολιτικό:

Αν η κυβέρνηση γνωρίζει τα προβλήματα της εστίασης –όπως γνωρίζει ότι τα έχουν καταθέσει επανειλημμένα οι θεσμικοί εκπρόσωποί της– γιατί δεν παρεμβαίνει στα σημεία που ο ίδιος ο κλάδος θεωρεί κρίσιμα;

Από τη μία το πλεόνασμα, από την άλλη το κόστος

Η κριτική των μικρομεσαίων αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ένταση επειδή, όπως επισημαίνουν, τα δημοσιονομικά πλεονάσματα δημιουργούν περιθώρια για επιστροφή πόρων στην πραγματική οικονομία. Το ερώτημα είναι πού κατευθύνονται αυτοί οι πόροι και ποιοι τελικά ωφελούνται.

Η ΓΣΕΒΕΕ εκτιμά ότι το συνολικό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων που αφορούν τους ελεύθερους επαγγελματίες ανέρχεται σε 576 εκατ. ευρώ, αλλά αφορά μόνο ένα μέρος του επιχειρηματικού κόσμου και εκτείνεται σε βάθος τετραετίας.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ζητά κάτι πολύ πιο άμεσο: να μειωθεί το κόστος λειτουργίας σήμερα.

Τα 1,5 δισ. ευρώ για δάνεια και το ερώτημα της πρόσβασης

Θετική χαρακτηρίζεται η κατεύθυνση 1,5 δισ. ευρώ από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης προς δάνεια για μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.Όμως και εδώ υπάρχει ένας αστερίσκος.

Εάν η πρόσβαση στα κεφάλαια εξακολουθήσει να περνά από τα αυστηρά πιστοληπτικά κριτήρια του τραπεζικού συστήματος, τότε υπάρχει ο κίνδυνος τα χρήματα να μην φτάσουν στις επιχειρήσεις που τα έχουν περισσότερο ανάγκη.

Με απλά λόγια αυτό που τονίζεται είναι ότι χρηματοδότηση για όλους στα χαρτιά δεν σημαίνει χρηματοδότηση για όλους στην πράξη.

Η νέα ενεργειακή κρίση χτυπά την πόρτα

Και ενώ η συζήτηση για τα φορολογικά μέτρα συνεχίζεται, οι διεθνείς εξελίξεις δημιουργούν έναν νέο πονοκέφαλο. Η νέα άνοδος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου επαναφέρει τον εφιάλτη της ενεργειακής ακρίβειας.Για την εστίαση, αλλά και για χιλιάδες άλλες μικρές επιχειρήσεις, αυτό μεταφράζεται άμεσα σε κόστος.

Και το κόστος αυτό δεν μπορεί να απορροφάται επ’ άπειρον. Κάποια στιγμή μετακυλίεται στις τιμές, περιορίζει την κατανάλωση και δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: ακριβότερη λειτουργία – υψηλότερες τιμές – χαμηλότερη κατανάλωση – μικρότερος τζίρος – ακόμη μεγαλύτερη πίεση. Αυτό ακριβώς φοβάται η αγορά. ‘Ετσι, ΓΣΕΒΕΕ και ΠΟΕΣΕ, από διαφορετικές αφετηρίες αλλά με κοινή αγωνία, ζητούν πλέον παρεμβάσεις που να ακουμπούν την πραγματική οικονομία.

Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στη Google