Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα για τα Δικαιώματα των Γυναικών, το Συμβουλευτικό Κέντρο Ιωαννίνων του ΚΕΘΙ εξέδωσε ανακοίνωση, επισημαίνοντας ότι η 8η Μαρτίου αποτελεί όχι μόνο ημέρα μνήμης για τους αγώνες των γυναικών, αλλά και ευκαιρία προβληματισμού για τις ανισότητες που εξακολουθούν να υφίστανται. Στην ανακοίνωση γίνεται αναφορά σε διεθνή και ευρωπαϊκά δεδομένα για την ισότητα των φύλων, στις προκλήσεις που παραμένουν ανοιχτές, αλλά και στον ρόλο των υποστηρικτικών δομών που στηρίζουν γυναίκες που βιώνουν βία ή διακρίσεις.

Ακολουθεί ολόκληρη η ανακοίνωση:

8 Μαρτίου 2026 – Παγκόσμια Ημέρα για τα Δικαιώματα των Γυναικών

Η 8η Μαρτίου, Παγκόσμια Ημέρα για τα Δικαιώματα των Γυναικών, αποτελεί κάθε χρόνο μια στιγμή συλλογικής μνήμης για τους αγώνες που έχουν δώσει οι γυναίκες παγκοσμίως, αλλά και μια ευκαιρία αναστοχασμού για τις δομικές ανισότητες που εξακολουθούν να περιορίζουν την πλήρη απόλαυση των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων.

Η μονάδα του ΟΗΕ για την Ισότητα των Φύλων και την Ενδυνάμωση των Γυναικών (UN Women, 2026) επισημαίνει ότι, καθώς μπαίνουμε στο δεύτερο τέταρτο του 21ου αιώνα, καμία χώρα δεν έχει κατορθώσει να κλείσει πλήρως τα νομικά κενά ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών. Το 2026, οι γυναίκες παγκοσμίως διαθέτουν μόλις το 64% των νομικών δικαιωμάτων που απολαμβάνουν οι άνδρες. Σε καθοριστικούς τομείς της ζωής – εργασία, οικονομική αυτονομία, ασφάλεια, οικογένεια, ιδιοκτησία, μετακίνηση, επιχειρηματικότητα και συνταξιοδότηση – το νομικό πλαίσιο εξακολουθεί συστηματικά να τις θέτει σε μειονεκτική θέση. Από επιβλαβείς κοινωνικές νόρμες έως διακριτικούς νόμους, γυναίκες και κορίτσια συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν βαθιά ριζωμένα εμπόδια, ακόμη και οπισθοδρομήσεις, στην πορεία προς την ισότιμη δικαιοσύνη. Αν ο ρυθμός προόδου παραμείνει ο σημερινός, θα απαιτηθούν 286 χρόνια για να κλείσουν τα κενά της νομικής προστασίας των γυναικών.

Σε συνέχεια αυτών των επισημάνσεων, η πρόσφατη (12/02/2026) Σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς το Συμβούλιο αναφορικά με τις προτεραιότητες της Ένωσης ενόψει της 70ής Συνόδου της Επιτροπής του ΟΗΕ για τη Θέση των Γυναικών επιβεβαιώνει ότι, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί σε διεθνές επίπεδο, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες παραμένουν πολυδιάστατες και συστημικές. Η Σύσταση αναδεικνύει με σαφήνεια ότι:

• Οι έμφυλες ανισότητες και διακρίσεις επιδεινώνονται από διασταυρούμενους παράγοντες, όπως ο ρατσισμός, η αναπηρία, το μεταναστευτικό καθεστώς, ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η ταυτότητα φύλου.
• Μεροληπτικοί νόμοι, έμφυλα στερεότυπα, οικονομικά και θεσμικά εμπόδια, ψηφιακοί αποκλεισμοί και συστημικές διακρίσεις εξακολουθούν να περιορίζουν την ουσιαστική πρόσβαση των γυναικών και των κοριτσιών στη δικαιοσύνη, ιδίως για όσες βρίσκονται σε ευάλωτη θέση.
• Το φαινόμενο της έμφυλης βίας – συμπεριλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής, σεξουαλικής, ψυχολογικής και οικονομικής βίας – εμμένει, επισημαίνοντας παράλληλα την ανάγκη για αποτελεσματική προστασία των θυμάτων, εξειδικευμένους θεσμούς, κατάλληλη κατάρτιση των αρμόδιων αρχών και αποτροπή της δευτερογενούς θυματοποίησης.
• Παραμένει η υποεκπροσώπηση των γυναικών στα δικαστικά και θεσμικά όργανα, ενώ η ύπαρξη δικαστικών έμφυλων στερεοτύπων υπονομεύει την εμπιστοσύνη στο σύστημα δικαιοσύνης.
• Οι παγκόσμιες κρίσεις, οι ένοπλες συγκρούσεις, οι ανθρωπιστικές καταστάσεις και οι κοινωνικές αναταράξεις επηρεάζουν δυσανάλογα τις γυναίκες και τα κορίτσια, αυξάνοντας την έκθεσή τους στη βία και τις διακρίσεις.
• Η παραβίαση σεξουαλικών και αναπαραγωγικών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε ασφαλή και νόμιμη άμβλωση, συνιστά παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Όσον αφορά ειδικά στην προστασία των σεξουαλικών και αναπαραγωγικών δικαιωμάτων των γυναικών, όπως επισημαίνει η Διεθνής Αμνηστία (2025), τα δικαιώματα αυτά – συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας, της σωματικής αυτονομίας και της ελεύθερης λήψης αποφάσεων – αποτελούν θεμελιώδη προϋπόθεση για την ισότητα, την αξιοπρέπεια και την ελευθερία των γυναικών. Ως εκ τούτου, σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα όπως η Ελλάδα, τα θεμελιώδη δικαιώματα των γυναικών και η σωματική τους αυτονομία δεν μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση. Η προστασία των σεξουαλικών και αναπαραγωγικών δικαιωμάτων συνιστά βασικό πυλώνα της ισότητας των φύλων, της δημόσιας υγείας και της δημοκρατικής έννομης τάξης.

Τα πλέον πρόσφατα δεδομένα του Gender Equality Index 2025 του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων (EIGE) για την Ελλάδα καταδεικνύουν ότι η χώρα μας παρουσιάζει σταθερή πρόοδο στην ισότητα των φύλων διαχρονικά. Η συνολική βαθμολογία της χώρας έχει αυξηθεί σημαντικά, με βελτίωση κατά 7,3 μονάδες από το 2015 και κατά 5,7 μονάδες από το 2020, γεγονός που υποδηλώνει θετική δυναμική εξέλιξης. Ιδιαίτερα θετική είναι η εικόνα στον τομέα της εξουσίας (power), όπου η Ελλάδα καταγράφει τη μεγαλύτερη πρόοδο μεταξύ των επιμέρους τομέων, με αύξηση 12 μονάδων από το 2020. Η βελτίωση αυτή συνδέεται με σημαντικές ενισχύσεις τόσο στην πολιτική όσο και στην οικονομική εκπροσώπηση των γυναικών, αντανακλώντας την αυξημένη παρουσία τους σε θέσεις λήψης αποφάσεων.

Στον τομέα της γνώσης (knowledge), η Ελλάδα καταγράφει την καλύτερη επίδοση μεταξύ των επιμέρους δεικτών, καταλαμβάνοντας την 7η θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η επίδοση αυτή αποδίδεται κυρίως στα υψηλά ποσοστά εκπαιδευτικής επίτευξης και συμμετοχής, με τις γυναίκες να εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά ολοκλήρωσης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε σχέση με τους άνδρες.

Ενθαρρυντικά είναι και τα στοιχεία που αφορούν τη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας. Παρότι τα ποσοστά απασχόλησης παραμένουν χαμηλά σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η απασχόληση των γυναικών έχει αυξηθεί την τελευταία δεκαετία.

Σημαντική πρόοδος καταγράφεται επίσης στη συμμετοχή των γυναικών σε διοικητικές και διευθυντικές θέσεις, καθώς οι γυναίκες κατέχουν πλέον το 35% των θέσεων διοίκησης. Στον τομέα της εκπαίδευσης, οι γυναίκες συνεχίζουν να εμφανίζουν υψηλά ποσοστά ακαδημαϊκής επίτευξης, ενώ ιδιαίτερα θετική είναι η αυξημένη συμμετοχή τους σε επιστημονικούς και τεχνολογικούς κλάδους (STEM). Οι γυναίκες αντιπροσωπεύουν το 41% των αποφοίτων STEM, ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παρά τα παραπάνω σημεία προόδου, τα στοιχεία του Gender Equality Index υπενθυμίζουν ότι η ισότητα των φύλων παραμένει ένα σύνθετο εγχείρημα. Η έμφυλη βία εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή πρόκληση, ενώ σημαντικό ποσοστό γυναικών στην Ελλάδα έχει βιώσει μορφές σωματικής ή σεξουαλικής βίας. Η βία κατά των γυναικών συνδέεται με βαθύτερες κοινωνικές ανισότητες και σχέσεις εξουσίας.

Παράλληλα, εξακολουθούν να επιμένουν έμφυλα στερεότυπα που επηρεάζουν ρόλους και κοινωνικές προσδοκίες. Οι ανισότητες στην κατανομή της μη αμειβόμενης εργασίας – ιδίως στη φροντίδα και τις οικιακές ευθύνες – περιορίζουν την πλήρη συμμετοχή των γυναικών στην οικονομική και δημόσια ζωή.

Το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ) επαναβεβαιώνει τη δέσμευσή του για την προώθηση πολιτικών ισότητας και την αντιμετώπιση των εμποδίων που εξακολουθούν να υφίστανται. Μέσα από ερευνητικά έργα, συνεργασίες με πανεπιστήμια και φορείς της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και μέσω της επιστημονικής εποπτείας των δομών του Πανελλαδικού Δικτύου της Γενικής Γραμματείας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την πρόληψη και αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, το ΚΕΘΙ λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ κοινωνικής πραγματικότητας και σχεδιασμού πολιτικών.

Τα Συμβουλευτικά Κέντρα του ΚΕΘΙ αποτελούν κρίσιμο πυλώνα κοινωνικής προστασίας, παρέχοντας ολοκληρωμένες υπηρεσίες στήριξης σε γυναίκες που βιώνουν βία, πολλαπλές διακρίσεις ή κοινωνικό αποκλεισμό.

Στο Συμβουλευτικό Κέντρο Ιωαννίνων του ΚΕΘΙ, του οποίου η λειτουργία συγχρηματοδοτείται από την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο του Προγράμματος «Ήπειρος 2021–2027», κάθε γυναίκα που έχει υποστεί έμφυλη βία ή πολλαπλές διακρίσεις μπορεί να λάβει δωρεάν κοινωνική, ψυχολογική, νομική και εργασιακή στήριξη με την οπτική του φύλου.

Οι υπηρεσίες περιλαμβάνουν επίσης δωρεάν νομική εκπροσώπηση σε συνεργασία με τον τοπικό Δικηγορικό Σύλλογο, χορήγηση της εφαρμογής «κομβίον πανικού», εκπόνηση πλάνου ασφαλείας και εκτίμηση κινδύνου, καθώς και παραπομπή ή συνοδεία σε αρμόδιες αρχές και φορείς. Οι υπηρεσίες παρέχονται με πλήρη σεβασμό στο απόρρητο της συμβουλευτικής και με στόχο την ενδυνάμωση και την προστασία των γυναικών.

Η 8η Μαρτίου υπενθυμίζει ότι η πρόοδος στην ισότητα των φύλων είναι μετρήσιμη, αλλά όχι δεδομένη. Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών αποτελεί συλλογική, θεσμική και κοινωνική ευθύνη και συνδέεται άμεσα με τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή και τη δίκαιη ανάπτυξη.