Καθώς πλησιάζουμε στην 1η Μαΐου 2026, η επιχειρηματική κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με την καθολική εφαρμογή της Β’ Φάσης του Ψηφιακού Δελτίου Αποστολής. Ενώ η Α’ Φάση περιοριζόταν στην έκδοση και διαβίβαση των δελτίων, η Β’ Φάση μετατρέπει την καθημερινότητα κάθε επιχείρησης σε μια δαιδαλώδη διαδικασία ψηφιακής καταγραφής κάθε κίνησης, από το πιο μεγάλο μηχάνημα ή εμπόρευμα μέχρι το πιο μικρό αναλώσιμο. Η καθολική εφαρμογή του Ψηφιακού Δελτίου Αποστολής επεκτείνει το πλαίσιο και στις διαδικασίες που ακολουθούν μετά την έκδοση: φόρτωση, μεταφόρτωση, παραλαβή, ποιοτικό και ποσοτικό έλεγχο. Εδώ η επιχείρηση δεν χρειάζεται μόνο να “εκδίδει σωστά”, αλλά να έχει οργανώσει ολόκληρη τη λειτουργική ροή διακίνησης των αγαθών που αποκτά.
Όλα τα παραστατικά διακίνησης ανεξάρτητα από το τι περιέχουν (εμπορεύματα, πάγια, αναλώσιμα) θα πρέπει να σκανάρονται:
- Από τον αρχικό οδηγό στην έναρξη.
- Από κάθε ενδιάμεσο οδηγό (σε μεταφορτώσεις).
- Από τον οδηγό του οχήματος της παράδοσης.
- Από τον Λήπτη κατά την παραλαβή.
Ακόμη και αν η επιχείρηση παραλάβει η ίδια από τον προμηθευτή της (χωρίς μεταφορικό μέσο), είναι υποχρεωμένη να σκανάρει το παραστατικό. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ακόμη και αν αγοράζει μελάνι για τον εκτυπωτή ή εμφιαλωμένο νερό για τους πελάτες και το προσωπικό της, η διαδικασία σκαναρίσματος είναι υποχρεωτική.
Σε ότι αφορά τις εισαγωγές από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή Τρίτες Χώρες η επιχείρηση οφείλει πλέον να διαβιβάζει αναλυτικό δελτίο παραλαβής ή αντίστροφο δελτίο αποστολής για κάθε είδος αγαθού.
Επιπλέον για τις επιστροφές αγαθών από την 1η Μαΐου καμία επιστροφή παγίου ή αναλώσιμου δεν νοείται χωρίς την έκδοση ψηφιακού δελτίου αποστολής.
Παρότι βρισκόμαστε στην τελική ευθεία για την εφαρμογή αυτής της διαδικασίας, η «περιβόητη» εφαρμογή της ΑΑΔΕ για το σκανάρισμα δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμη. Έτσι οι επιχειρήσεις καλούνται να συμμορφωθούν σε κάτι που τεχνικά δεν έχει καν παρουσιαστεί επίσημα και πολύ περισσότερο δεν έχουν δοκιμάσει.
Με την υιοθέτηση αυτής της διαδικασίας η χώρα μας μετατρέπεται σε ένα «πειραματικό εργαστήριο» ψηφιακής παρακολούθησης αφού αυτή η μέθοδος παρακολούθησης της διακίνησης αγαθών αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία. Πρόκειται για μια διαδικασία που δεν εφαρμόζεται πουθενά στον κόσμο με τέτοιο επίπεδο λεπτομέρειας και γραφειοκρατικού βάρους.
Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία τριβής στην υλοποίηση του ψηφιακού δελτίου αποστολής είναι η απουσία ουσιαστικού σχεδιασμού όσον αφορά τις επιπτώσεις του στην πραγματική οικονομία. Η ΑΑΔΕ δεν έχει εκπονήσει καμία μελέτη κόστους-οφέλους, αφήνοντας το ερώτημα της αποτελεσματικότητας μετέωρο.
Η πραγματικότητα όμως για τους επιχειρηματίες είναι αμείλικτη: η επιβάρυνση στην καθημερινή λειτουργία, οι ατελείωτες εργατοώρες που θα χαθούν σε γραφειοκρατικές διαδικασίες όπως τα σκαναρίσματα και η επιτακτική ανάγκη για επενδύσεις σε νέο εξοπλισμό, μετακυλίονται εξ ολοκλήρου στις πλάτες των επιχειρήσεων.
Το παράδοξο εδώ είναι ότι, ενώ ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας καλείται να χρηματοδοτήσει και να υλοποιήσει τη μετάβαση, δεν γίνεται σαφές το πραγματικό φορολογικό όφελος που θα προκύψει για το κράτος. Έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί ένα δυσκίνητο σύστημα που «πνίγει» την παραγωγικότητα, χωρίς απαραίτητα να χτυπά τη φοροδιαφυγή στον πυρήνα της.
Πέρα από το οικονομικό βάρος, αναδεικνύεται ένα εξίσου σοβαρό δομικό πρόβλημα: η ελλιπής ενημέρωση της αγοράς. Η πολιτεία έχει αποτύχει να προετοιμάσει τον επιχειρηματικό κόσμο με έγκαιρο και ουσιαστικό τρόπο, επιλέγοντας μια προσέγγιση «βλέποντας και κάνοντας».
Αντί για ένα οργανωμένο κεντρικό πλάνο ενημέρωσης και επιμόρφωσης, το κράτος αφήνει το βάρος της εκπαίδευσης και της συμμόρφωσης αποκλειστικά στους λογιστές και τις εταιρείες λογισμικού. Αυτοί οι επαγγελματικοί κλάδοι, αντί να περιορίζονται στον συμβουλευτικό τους ρόλο, έχουν μετατραπεί σε άτυπους «ενδιάμεσους του κράτους», αναλαμβάνοντας να εξηγήσουν δυσνόητες εγκυκλίους και να λύσουν τεχνικά προβλήματα. Αυτή η μετακύλιση ευθύνης δημιουργεί ένα κλίμα αβεβαιότητας, όπου ο επιχειρηματίας αισθάνεται απροστάτευτος και αβοήθητος μέσα σε έναν ψηφιακό λαβύρινθο.
Η μη συμμόρφωση, ακόμη και για τυπικούς λόγους, επιφέρει εξοντωτικά πρόστιμα. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί διακίνηση αγαθών χωρίς την έκδοση ψηφιακού παραστατικού, ή χωρίς αυτό να έχει διαβιβαστεί στην πλατφόρμα myDATA επιβάλλεται αυτοτελές πρόστιμο:
- 5.000 ευρώ, για επιχειρήσεις με απλογραφικό λογιστικό σύστημα.
- 10.000 ευρώ, για επιχειρήσεις με διπλογραφικό λογιστικό σύστημα.
Σε περίπτωση επανάληψης της παράβασης, τα παραπάνω ποσά διπλασιάζονται ή και τετραπλασιάζονται.
Γίνεται κατανοητό πως η μετάβαση στη Β’ Φάση της εφαρμογής του δελτίου αποστολής δεν είναι απλώς μια τεχνική αναβάθμιση, αλλά μια βίαιη αλλαγή στον τρόπο που λειτουργεί η αγορά στην χώρα μας.
Κλείνοντας, είναι σαφές ότι το Ψηφιακό Δελτίο Αποστολής και η επερχόμενη Β’ Φάση εφαρμογής του, αποτελούν ένα «άλμα στο κενό» για την ελληνική επιχειρηματικότητα. Όταν μια μεταρρύθμιση τέτοιας κλίμακας εφαρμόζεται χωρίς πρότερη διαβούλευση, χωρίς την παροχή των απαραίτητων τεχνικών εργαλείων από πλευράς της πολιτείας, χωρίς τον απαραίτητο χρόνο εκπαίδευσης και προσαρμογής και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες της αγοράς, παύει να είναι εκσυγχρονισμός και γίνεται τροχοπέδη για ολόκληρη την οικονομία.
Η ορθή διακίνηση και τιμολόγηση των αγαθών είναι καθολική και αδιαπραγμάτευτη ευθύνη των επιχειρήσεων. Και όσο οι επιχειρήσεις λογοδοτούν για κάθε γραμμάριο εμπορεύματος που διακινούν, άλλο τόσο και η διοίκηση οφείλει να λογοδοτεί για το αν οι πόροι που δαπανώνται επιστρέφουν ανταποδοτικά στην κοινωνία μας. Και το ότι στην χώρα μας έχουμε μείνει με δύο (2) ουσιαστικά εταιρείες πληροφορικής για επιχειρήσεις, αποδεικνύει ότι κάτι πάει στραβά.
Ακόμη, η Πολιτεία οφείλει να αντιληφθεί ότι η ψηφιοποίηση δεν μπορεί να επιβάλλεται με όρους «αστυνόμευσης» και εξοντωτικών προστίμων, αλλά με όρους λειτουργικότητας και υποστήριξης. Αυτοί που έγραψαν διατάξεις και όρισαν προθεσμίες με ανύπαρκτα ακόμη τα συστήματα εφαρμογής τους, δεν θα πρέπει να είναι στο απυρόβλητο. Στις ευνομούμενες κοινωνίες η λογοδοσία δεν είναι απλώς μια τυπική υποχρέωση, αλλά ο θεμέλιος λίθος της εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και πολιτών.
Ο χρόνος μετρά αντίστροφα έως την 1η Μαΐου 2026. Η έγκαιρη ενημέρωση και η σωστή οργάνωση είναι πλέον τα μόνα «όπλα» που έχουν οι επιχειρήσεις για να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον που μοιάζει να εχθρεύεται την απλότητα και την παραγωγικότητα.
*Ο Γιώργος Χουσμεκερίδης είναι Οικονομολόγος ΜΒΑ, Λογιστής Α΄ Τάξης
ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – www.oreco.gr
