Στις αρχές Νοεμβρίου αναμένεται να ολοκληρωθεί το πόρισμα της Εθνικής Επιτροπής Διαλόγου για το νέο μοντέλο του Λυκείου και των Πανελλαδικών Εξετάσεων, όπως γνωστοποίησε η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη σε τηλεοπτική της συνέντευξη στον ΣΚΑΪ, ανοίγοντας τη συζήτηση για μια συνολική αναμόρφωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Η υπουργός ξεκαθάρισε ότι ο διάλογος δεν περιορίζεται στο σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, αλλά επεκτείνεται στον συνολικό ρόλο και τη φυσιογνωμία του Λυκείου, με στόχο –όπως ανέφερε– να αποκτήσει ουσιαστική αξία το απολυτήριο.

Στο επίκεντρο της Επιτροπής βρίσκονται κρίσιμα ζητήματα, όπως ο επαναπροσδιορισμός του ρόλου του Λυκείου, τα γνωστικά αντικείμενα που θα διδάσκονται, ο αριθμός των εξετάσεων, αλλά και τα κριτήρια που θα συνυπολογίζονται για το τελικό απολυτήριο. Η ίδια υπογράμμισε ότι δεν πρόκειται να υπάρξουν άμεσες αλλαγές στις Πανελλαδικές, διευκρινίζοντας πως οποιαδήποτε μεταρρύθμιση τοποθετείται σε βάθος 4-5 ετών και δεν θα επηρεάσει τους μαθητές που βρίσκονται σήμερα στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου.

Από το 2027 αναμένεται να εισαχθούν νέα σχολικά βιβλία, στο πλαίσιο της συνολικής ανανέωσης του εκπαιδευτικού υλικού και των προγραμμάτων σπουδών. Παράλληλα, προβλέπεται εμπλουτισμός της Τράπεζας Θεμάτων, ενώ οι εκπαιδευτικοί θα έχουν τη δυνατότητα επιλογής μέσα από 230 νέα εγκεκριμένα βιβλία σε συγκεκριμένα μαθήματα.


Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η παραδοχή της υπουργού ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ελλείψεις εκπαιδευτικών, παρά το γεγονός ότι η σχολική χρονιά έχει ήδη προχωρήσει. Τα σημαντικότερα κενά εντοπίζονται στις ειδικότητες Θεολόγων και Ξένων Γλωσσών, με την κ. Ζαχαράκη να αποδίδει την κατάσταση, μεταξύ άλλων, στη μείωση των χρηματοδοτικών πιστώσεων μέσω ΕΣΠΑ. Όπως ανέφερε, βρίσκεται σε εξέλιξη προσπάθεια ανακατανομής πόρων, ώστε να καλυφθούν τα υφιστάμενα κενά.

Την ίδια στιγμή, το υπουργείο έχει ήδη ξεκινήσει την προετοιμασία για τη σχολική χρονιά 2026-2027, νωρίτερα από κάθε άλλη χρονιά, με στόχο την ταχύτερη κάλυψη των αναγκών.

Παράλληλα, προχωρά η δημιουργία νέας ψηφιακής πλατφόρμας για τον σχεδιασμό του εκπαιδευτικού χάρτη, μέσω της οποίας θα συγκεντρώνονται δημογραφικά στοιχεία, δεδομένα μαθητικού πληθυσμού, ανάγκες σχολικών μονάδων, καθώς και πληροφορίες για συγχωνεύσεις ή μεταβολές σχολείων, με στόχο τον καλύτερο προγραμματισμό του συστήματος.

Αναφερόμενη, τέλος, στις επενδύσεις στον χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης, η υπουργός χαρακτήρισε θετική την είσοδο επενδυτικών σχημάτων, επισημαίνοντας ότι οι βασικοί κανόνες λειτουργίας καθορίζονται από το υπουργείο, ενώ κάθε πρόσθετη δραστηριότητα απαιτεί σχετική έγκριση. Όπως σημείωσε, οι νέοι επενδυτές εισάγουν καινοτόμες μεθόδους διδασκαλίας, συμβάλλοντας στην αναβάθμιση του εκπαιδευτικού αποτυπώματος της χώρας.