Η συζήτηση για το μέλλον των διατηρητέων κτιρίων στην Ελλάδα επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, καθώς οι ιδιοκτήτες τους εκπέμπουν προειδοποιητικό σήμα για ένα κτιριακό απόθεμα που, όπως τονίζουν, κινδυνεύει να χαθεί οριστικά. Με αφορμή την ημερίδα της 29ης Απριλίου, που διοργανώνει ο Πανελλήνιος Σύλλογος Ιδιοκτητών Διατηρητέων Κτηρίων και Μνημείων με θέμα «Διατηρητέα Κτήρια και Μνημεία: Το παρόν και το μέλλον τους στην Ελλάδα», αναδεικνύεται ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους ιδιοκτήτες, αλλά συνδέεται άμεσα με το δημόσιο συμφέρον, την ιστορική ταυτότητα των πόλεων και την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας.
Όπως επισημαίνει στο ertnews.gr η πρόεδρος του Συλλόγου, Γιώτα Βρεττάκου – Μιχαλοπούλου, οι ιδιοκτήτες ζητούν ένα σταθερό και μόνιμο πλαίσιο στήριξης, που θα περιλαμβάνει οικονομικά κίνητρα, φορολογικές ελαφρύνσεις και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης, σε συνδυασμό με την υποχρέωση διατήρησης και αποκατάστασης των κτιρίων. Τονίζει δε ότι η ευθύνη για τη διατήρηση των διατηρητέων ανήκει πρωτίστως στο κράτος.
Η εικόνα που περιγράφεται είναι αυτή μιας έντονης ανισορροπίας: ενώ η Πολιτεία αναγνωρίζει τη σημασία των διατηρητέων, μετακυλίει σχεδόν εξ ολοκλήρου το κόστος συντήρησης στους ιδιοκτήτες, χωρίς ουσιαστικά αντισταθμιστικά μέτρα. Το κόστος αποκατάστασης είναι πολλαπλάσιο σε σχέση με ένα συμβατικό ακίνητο, ενώ οι διαδικασίες εγκρίσεων παραμένουν ιδιαίτερα χρονοβόρες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η πρόεδρος του Συλλόγου, η συντήρηση μπορεί να είναι από δύο έως και τέσσερις φορές ακριβότερη, με το κόστος να ξεκινά από περίπου 1.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και να ξεπερνά τα 4.000 ευρώ, ανάλογα με την κατάσταση του κτιρίου. Η οικονομική αυτή επιβάρυνση, σε συνδυασμό με τη γραφειοκρατία και την έλλειψη εξειδικευμένων συνεργείων, οδηγεί πολλούς ιδιοκτήτες στην εγκατάλειψη των ακινήτων, εν αναμονή κρατικής ή ευρωπαϊκής στήριξης.
Κεντρικό αίτημα των ιδιοκτητών αποτελεί και η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ για τα διατηρητέα, με το επιχείρημα ότι τα συγκεκριμένα ακίνητα φέρουν αυξημένες υποχρεώσεις και περιορισμούς, που δεν τα καθιστούν συγκρίσιμα με τα υπόλοιπα ακίνητα. Παράλληλα, ζητούν τη δημιουργία ενός μόνιμου προγράμματος χρηματοδότησης για αποκαταστάσεις, με σαφείς κανόνες και σταθερούς πόρους.
Η ανησυχία για το μέλλον των διατηρητέων είναι έντονη, καθώς χιλιάδες κτίρια οδηγούνται σταδιακά σε εγκατάλειψη, όχι λόγω αδιαφορίας, αλλά λόγω αδυναμίας των ιδιοκτητών να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις. Όπως τονίζεται, εάν δεν υπάρξει άμεση παρέμβαση, ένα σημαντικό κομμάτι της αρχιτεκτονικής και ιστορικής μνήμης της χώρας κινδυνεύει να χαθεί.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στον ρόλο του τεχνικού κόσμου, με τους ιδιοκτήτες να ζητούν ενεργή συμμετοχή μηχανικών και επιστημονικών φορέων, τόσο στη διαμόρφωση προτύπων αποκατάστασης όσο και στην καταγραφή εξειδικευμένων επαγγελματιών. Παράλληλα, τίθεται και η πρόταση για τη δημιουργία ενός μόνιμου παρατηρητηρίου διατηρητέων, το οποίο θα λειτουργεί ως εργαλείο καταγραφής και σχεδιασμού, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα εξελιχθεί σε ακόμη μία γραφειοκρατική διαδικασία.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με τους εκπροσώπους των ιδιοκτητών, είναι η άμεση διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης πολιτικής, που θα διασφαλίζει τη διάσωση και αξιοποίηση των διατηρητέων, διατηρώντας ζωντανή τη σύνδεση του παρελθόντος με το μέλλον.
