Σε μια περίοδο όπου η στεγαστική κρίση εντείνεται και η αγορά ακινήτων λειτουργεί υπό έντονες πιέσεις, το ελληνικό Δημόσιο αναδεικνύεται σε έναν ιδιοκτήτη με τεράστιο αποτύπωμα, αλλά περιορισμένη γνώση της ίδιας του της περιουσίας. Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη ακινήτων, αλλά η έλλειψη καθαρής, ενιαίας και λειτουργικής καταγραφής, μια συνθήκη που κρατά εκτός αγοράς ένα σημαντικό μέρος του διαθέσιμου αποθέματος.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) ήδη επιχειρεί να καλύψει ένα διαχρονικό κενό μέσα από το έργο «Landmark 360°». Στόχος της ΕΤΑΔ είναι η δημιουργία, για πρώτη φορά, μιας πλήρους και «καθαρής» βάσης δεδομένων για περίπου 36.000 ακίνητα. Ήδη έχει ολοκληρωθεί η πιλοτική καταγραφή 1.000 ακινήτων εντός του 2025, ενώ στο επόμενο στάδιο έχουν ενταχθεί επιπλέον 9.000 ακίνητα. Στην περίοδο 2027–2028, ο αριθμός των καταγεγραμμένων ακινήτων εκτιμάται ότι θα φτάσει έως και τις 20.000 εγγραφές. Τα ακίνητα ταξινομούνται σε θεματικά clusters, όπως τουριστικά, εμπορικά και αστικά, ώστε να αξιολογούνται με συγκεκριμένα κριτήρια, ενώ την υλοποίηση έχουν αναλάβει εννέα εξειδικευμένα σχήματα με τον συντονισμό της McKinsey & Company.
Το ίδιο το έργο, ωστόσο, αναδεικνύει και το βάθος του προβλήματος. Ένα σημαντικό μέρος της δημόσιας ακίνητης περιουσίας παραμένει ουσιαστικά «αχαρτογράφητο». Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι τα ακίνητα δεν είναι ενταγμένα σε ένα ενιαίο, διασταυρωμένο και επικαιροποιημένο σύστημα. Μπορεί να εμφανίζονται αποσπασματικά σε διαφορετικές βάσεις, όπως το Ε9, το Κτηματολόγιο ή επιμέρους αρχεία υπηρεσιών, χωρίς αντιστοίχιση και χωρίς πλήρη στοιχεία για την πραγματική τους κατάσταση. Συχνά λείπουν κρίσιμες πληροφορίες, όπως το ιδιοκτησιακό καθεστώς, τα πολεοδομικά δεδομένα ή η τεχνική τους κατάσταση. Έτσι, ένα ακίνητο μπορεί να υπάρχει διοικητικά, αλλά να μην είναι αξιοποιήσιμο στην πράξη.
Μάλιστα ο Υφυπουργός στον Πρωθυπουργό, Θανάσης Κοντογεώργης, σε πρόσφατο συνέδριο, επισήμανε ότι η καταγραφή και η ενεργοποίηση των δημόσιων ακινήτων μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός για την περιφερειακή ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή. Όπως υπογράμμισε, η αξιοποίηση των ακινήτων του Δημοσίου αποτελεί βασική προτεραιότητα της κυβερνητικής πολιτικής για την ισόρροπη ανάπτυξη της χώρας, ενταγμένη στην Εθνική Στρατηγική για την Περιφερειακή και Τοπική Ανάπτυξη. Η προσέγγιση αυτή επιχειρεί να μετατρέψει ανενεργά ή κατακερματισμένα περιουσιακά στοιχεία σε «ενεργό παραγωγικό κεφάλαιο», ικανό να κινητοποιήσει επενδύσεις, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και να ενισχύσει τη βιώσιμη οικονομική δραστηριότητα. Παράλληλα, αναδεικνύεται και η κοινωνική διάσταση της αξιοποίησης, καθώς ακίνητα που σήμερα παραμένουν ανενεργά μπορούν να καλύψουν κρίσιμες ανάγκες, από δομές υγείας και πρόνοιας μέχρι λύσεις στέγασης, πολιτιστικές υποδομές και δημόσιους χώρους.
Ωστόσο, η ίδια η φιλοδοξία αυτών των παρεμβάσεων αναδεικνύει και την κεντρική πρόκληση που περιγράφεται σε όλη την προηγούμενη ανάλυση, χωρίς πλήρη, αξιόπιστη και διαλειτουργική καταγραφή της δημόσιας περιουσίας, ακόμη και τα πιο φιλόδοξα σχέδια αξιοποίησης κινδυνεύουν να προσκρούσουν στα ίδια διαρθρωτικά εμπόδια.
Το πρόβλημα αποτυπώνεται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση στη δημοτική ακίνητη περιουσία. Όταν δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το ποια ακίνητα υπάρχουν και ποια είναι διαθέσιμα, αρκετά ακίνητα που θα μπορούσαν να διατεθούν προς πώληση ή ενοικίαση δεν εμφανίζονται ποτέ οργανωμένα στην αγορά. Έτσι, πολλές μισθώσεις πραγματοποιούνται άτυπα, «από στόμα σε στόμα», περιορίζοντας τη διαφάνεια και τη σωστή λειτουργία της αγοράς. Σε πολλές περιπτώσεις, οι δήμοι δεν διαθέτουν πλήρη εικόνα για τα ακίνητα που κατέχουν, καθώς δεν υπάρχει ενιαίο σύστημα καταγραφής.
Διαβάστε περισσότερα στο powergame.gr
