Η πορεία του Μητροπολίτη Πενταπόλεως,
Αγίου Νεκταρίου, είναι ευρέως γνωστή, καθώς η καθημερινή του θαυματουργή παρουσία προσφέρει σωτηρία και παρηγοριά σε αμέτρητους ανθρώπους. Αν και βρέθηκε στο στόχαστρο του φθόνου, της συκοφαντίας και των διωγμών από άτομα που αργότερα μετάνιωσαν για τις πράξεις τους, η θεία χάρη δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Ακόμη και όταν απέρριψε την πρόταση να αναλάβει τον Πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας μετά την κοίμηση του Σωφρονίου, ή όταν περιπλανήθηκε και άφησε την τελευταία του πνοή μέσα στην απόλυτη φτώχεια ενός νοσοκομείου, ο Θεός ήταν πάντα μαζί του. Η αγιοποίησή του ήρθε ως επιστέγασμα μιας ζωής γεμάτης θαύματα, μέσω των οποίων δηλώνει διαρκώς το «παρών» στους πιστούς, επιδεικνύοντας μια μοναδική ανθεκτικότητα απέναντι στις αντιξοότητες.
Η διαδρομή του υπήρξε γεμάτη σταθμούς δοκιμασίας: από εκδιωγμένος Ιεράρχης στην Αλεξάνδρεια έγινε περιοδευών κήρυκας, μέχρι τη στιγμή που ανέλαβε το τιμόνι της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής. Υπό την καθοδήγησή του και χάρη στην ακατάπαυστη πνευματική του εργασία, το ίδρυμα αυτό γνώρισε περιόδους τεράστιας ακμής. Παρά το μεγάλο σωματικό και ψυχικό βάρος που σήκωνε, δεν σταμάτησε ποτέ να μελετά και να συγγράφει έργα με βαθύ ψυχοφελή χαρακτήρα. Μια ματιά στα θεολογικά του συγγράμματα και τις μονογραφίες του αρκεί για να αντιληφθεί κανείς έναν κληρικό με βαθιά μόρφωση, ζήλο και θρησκευτική θέρμη.
Κατά το τέλος της επίγειας ζωής του, επέλεξε ως καταφύγιο την Αίγινα. Οι κάτοικοι του νησιού έγιναν μάρτυρες των θαυμάτων του, ενώ εκεί οικοδόμησε και την ιερά μονή που φιλοξενεί το μνήμα του, στο οποίο κατά καιρούς παρατηρείται κινητικότητα. Ωστόσο, το στοιχείο που τον έκανε να ξεχωρίσει και να λάβει τη θεϊκή ανταμοιβή ήταν η ακλόνητη πραότητα και η βαθιά του ταπεινοφροσύνη. Αντιμετώπισε με απόλυτη ψυχραιμία και συγχώρεση όσους τον κατηγόρησαν άδικα, τον λιθοβόλησαν και μεθόδευσαν την αποπομπή του.
Είχε μάλιστα την αξιοσημείωτη συνήθεια να μεταθέτει πάντα τον θυμό του για αργότερα. Το υψηλό αρχιερατικό του αξίωμα και η μεγάλη του φήμη, σε συνδυασμό με τα χαρίσματά του, δεν του προκάλεσαν ποτέ αλαζονεία ούτε τον έκαναν να υποτιμά τους γύρω του. Παρέμεινε μέχρι τέλους ολιγαρκής, σκληραγωγημένος και ταπεινός, όπως ακριβώς στα δύσκολα χρόνια της νιότης του, αποδεχόμενος ακόμα και την περιφρόνηση που επέτρεπε ο Κύριος να δεχτεί.
Οι προσβολές των άλλων δεν τον επηρέαζαν. Υπέμενε τις κακόβουλες συμπεριφορές όχι από σκοπιμότητα, αλλά επειδή η πνευματική του ανύψωση του επέτρεπε να δικαιολογεί τα πάντα λόγω της απεριόριστης αγάπης του. Αυτή η γεμάτη ταπείνωση αγάπη του έδινε τη δύναμη να μακροθυμεί και να δείχνει υπομονή απέναντι στις αδικίες και τις ζημιές που του προξενούσαν. Την εσωτερική του ταπείνωση συμπλήρωναν η γνήσια ευγένεια, η σεμνότητα, η ασκητική πειθαρχία, το αψεγάδιαστο ήθος και μια πρωτόγνωρη καταδεκτικότητα προς όλους.
Παράλληλα, η ζωή του χαρακτηριζόταν από διαρκή προσευχή και εξομολόγηση, στοιχεία που φανέρωναν τη βαθιά μυστηριακή του σχέση με το θείο. Αν και ο ίδιος στερούνταν τα πάντα, κατάφερνε με τη βοήθεια των πιστών να στηρίζει όσους είχαν ανάγκη. Επειδή έζησε για μεγάλα διαστήματα χωρίς επίσημη εκκλησιαστική στέγη ή Μητρόπολη, θεωρείται σήμερα ο κατεξοχήν προστάτης των ανέργων αλλά και των απόρων, καθώς ό,τι πόρο αποκτούσε τον μοίραζε αμέσως.
Είναι σαφές ότι η πορεία του ήταν απόλυτα ταυτισμένη με τον Χριστό, τόσο στη ζωή όσο και στο θάνατο. Στις μέρες μας, πλήθος ανθρώπων, και ιδιαίτερα η νέα γενιά, αναζητούν τη μεσιτεία του. Οι θυσίες και οι κόποι του για το κοινό καλό δεν πήγαν χαμένες· παρά την έχθρα και την παγωνιά που βίωσε από τον κόσμο, τα δάκρυά του απέδωσαν πνευματικούς καρπούς. Από ένας βασανισμένος άνθρωπος της επίγειας πραγματικότητας, εξυψώθηκε σε έναν δοξασμένο Άγιο του Θεού.