Μια εικόνα πλήρους διάλυσης στο χώρο της απεξάρτησης στη χώρα μας που επικράτησε μετά την κατάργηση των δομών του ΚΕΘΕΑ και του ΟΚΑΝΑ και την απορρόφησή τους από τον λεγόμενο ΕΟΠΑΕ, καταγγέλλουν οι εργαζόμενοι στον Εθνικό Οργανισμό Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων (ΕΟΠΑΕ).
Η επόμενη μέρα της λεγόμενης ολοκλήρωσης της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης που έγινε επί ημερών της σημερινής κυβέρνησης και με την ευθύνη του Υφυπουργού Δημήτρη Βαρτζόπουλου, δεν συνοδεύτηκε από ένα εθνικό σχέδιο για την πολιτική κατά των εξαρτήσεων και πλέον οι εξαρτημένοι από νόμιμες και παράνομες ουσίες δίνονται βορά σε ιδιωτικά συμφέροντα αν θέλουν να απεξαρτηθούν, αφού τα πετυχημένα θεραπευτικά μοντέλα που ίσχυσαν για δεκαετίες στη χώρα μας κατεδαφίστηκαν εν μια νυκτί από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Στον νέο οργανισμό παράλληλα, κυριαρχεί ο φόβος και η εκδικητικότητα, όπως καταγγέλλουν οι εργαζόμενοι του φορέα.
Πλήρης διάλυση
Στα Γιάννενα βρέθηκε, στο πλαίσιο ενημέρωσης προς τους τοπικούς φορείς και διαβούλευσης με τους εργαζομένους του ΕΟΠΑΕ, αντιπροσωπεία υπό τον Γιώργο Παπαϊωάννου, Πρόεδρο του Συλλόγου Εργαζομένων του ΕΟΠΑΕ. Σε δηλώσεις του, ο κ. Παπαϊωάννου περιέγραψε με τα μελανότερα χρώματα την κατάσταση στον οργανισμό.

«Υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα, πανελλαδικά, που είναι ότι οι υπηρεσίες απεξάρτησης απαξιώνονται και σταδιακά οδηγούνται σε μαρασμό και σε διάλυση», ανέφερε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι «με το νόμο για τη συγχώνευση όλων των φορέων ΚΕΘΕΑ, 18 Άνω, ΟΚΑΝΑ, δημιουργήθηκε μια πολύ δύσκολη κατάσταση χωρίς καμία προετοιμασία» και «το δημόσιο σύστημα απεξάρτησης στη χώρα, που ήταν από τα λίγα πράγματα για τα οποία θα μπορούσε να υπερηφανεύεται αυτή η χώρα, έχει μπει στο στόχαστρο πολιτικών που το οδηγούν στην απαξίωση και στη διάλυση».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις θεραπευτικές κοινότητες, επισημαίνοντας ότι «ο χαρακτήρας τους αλλάζει», ενώ «οι άνθρωποι που βοηθιόντουσαν για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της εξάρτησης είναι σε μια δύσκολη κατάσταση, γιατί χωρίς να έχει κατατεθεί σαφές σχέδιο αλλάζει όλο το μοντέλο». Περιέγραψε ότι οι θεραπευόμενοι συμμετείχαν ενεργά στην κοινωνία και μέσα από «την αυτοβοήθεια, την ψυχοθεραπεία και την κοινωνική προσέγγιση προσπαθούσαν να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους», κάτι που πλέον, όπως είπε, ανατρέπεται.
«Όλο αυτό το μοντέλο αλλάζει και μάλιστα χωρίς να κατατίθεται συγκεκριμένα μία πρόταση και χωρίς κανένα διάλογο», ανέφερε χαρακτηριστικά, καταγγέλλοντας ότι «δεν υπάρχει επιστημονική συζήτηση, δεν υπάρχει διάλογος» και ότι η διοίκηση «αρνείται ακόμη και τη συνάντηση με τον Σύλλογο των Εργαζομένων».
Ο κ. Παπαϊωάννου υποστήριξε ότι «αποκλείονται οι οικογένειες από τη θεραπευτική διαδικασία» και ότι οι αλλαγές έχουν «άμεσες συνέπειες στη θεραπευτική πορεία των εξαρτημένων», ενώ έκανε λόγο για εκτεταμένες μετακινήσεις προσωπικού. «Δεν υπάρχει ένας άνθρωπος που να ήταν υπεύθυνος θεραπευτικού προγράμματος και να διατηρήθηκε στη θέση του», σημείωσε, προσθέτοντας ότι «στο επιστημονικό συμβούλιο δεν υπάρχει κανένας από τις θεραπευτικές κοινότητες».
Σε ερώτηση για το ποιο μοντέλο εφαρμόζεται πλέον, απάντησε ότι «αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα: ότι όχι μόνο καταργείται ένα μοντέλο, αλλά δεν αντιπροτείνεται κάτι άλλο στη θέση του». Όπως είπε, «κόβονται δραστηριότητες από τα μέλη», «καμία θεραπευτική κοινότητα φέτος δεν πήγε διακοπές» και «έχουν καταργηθεί ομάδες όπου οι άνθρωποι είχαν ευθύνη και ρόλο μέσα στην κοινότητα».
Τόνισε ότι τα προβλήματα δεν περιορίζονται στις θεραπευτικές κοινότητες, αλλά επεκτείνονται σε όλες τις υπηρεσίες. «Στα προγράμματα μείωσης βλάβης υπάρχει πολύ μεγάλο πρόβλημα. Δεν υπάρχει πλαίσιο. Δεν υπάρχουν πρωτόκολλα αντιμετώπισης επικίνδυνων καταστάσεων, περιστατικών βίας ή άλλων περιστατικών που συμβαίνουν. Στην υποκατάσταση, σε όλα τα επίπεδα, δεν είναι μόνο οι κοινότητες του πρώην ΚΕΘΕΑ, σε όλες τις δομές υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα. Δεν υπάρχει κανονισμός λειτουργίας του οργανισμού. Βγήκε μια προσωρινή διοίκηση, η οποία όφειλε μέσα σε ένα εύλογο διάστημα να παρουσιάσει ένα σχέδιο, να παρουσιάσει ένα κανονισμό λειτουργίας, να παρουσιάσει πλαίσια στις θεραπευτικές δομές. Οι θεραπευτικές δομές αυτή τη στιγμή, δεν έχουν πλαίσιο. Όλα είναι στον αυτόματο πιλότο, δεν έχει κατατεθεί τίποτα και υπάρχει ένας προσωρινός πρόεδρος, ουδέν μονιμότερον του προσωρινού από ό,τι φαίνεται, που δεν επιλύει τίποτα και χωρίς κανένα διάλογο και με καμία συζήτηση».
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν για τις εργασιακές συνθήκες, περιγράφοντας ένα καθεστώς συνεχών μετακινήσεων. «Ένας εργαζόμενος μπορεί να δει Παρασκευή ότι από Δευτέρα μετακινείται αλλού», ανέφερε, σημειώνοντας ότι αυτό συμβαίνει «είτε γιατί εξέφρασε γνώμη είτε για άγνωστους λόγους». Μάλιστα, έκανε λόγο για περιπτώσεις όπου «ολόκληρες μονάδες άδειασαν από το παλιό προσωπικό».
Αναφέρθηκε και στην εφαρμογή 24ωρων βαρδιών, λέγοντας ότι «διαλύεται η ομάδα προσωπικού» και «οι εργαζόμενοι δεν επικοινωνούν μεταξύ τους», με αποτέλεσμα «να αφήνει η μία βάρδια σημειώματα στην άλλη για το πώς θα χειριστεί περιστατικά». Όπως υποστήριξε, «βάζουν ανθρώπους ανεξαρτήτως ειδικότητας να κάνουν τους φύλακες», μετατρέποντας τις δομές «σε δομές φύλαξης, σε άσυλο».
Ο πρόεδρος του Συλλόγου Εργαζομένων ανέφερε ότι έχει αποσταλεί εξώδικο προς τη διοίκηση, χωρίς να υπάρξει απάντηση. «Έχουμε ζητήσει συνάντηση από το καλοκαίρι και δεν μας έχει απαντήσει ούτε καν αρνητικά», είπε, κάνοντας λόγο για «απαξίωση» των εργαζομένων.
«Επικρατεί στον οργανισμό ο φόβος και ο αυταρχισμός», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι «με τον φόβο δεν μπορεί να υπάρξει απεξάρτηση». Όπως τόνισε, «ένας φοβισμένος εργαζόμενος δεν μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να αλλάξουν και να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους».
Τέλος, ανέφερε ότι πραγματοποιήθηκε συνάντηση με την Επιθεώρηση Εργασίας στα Ιωάννινα για τις καταγγελλόμενες παραβιάσεις, ενώ ο Σύλλογος δηλώνει ότι θα προχωρήσει σε περαιτέρω ενέργειες.
Παναγιώτης Μπούρχας
