Άσθμα: Η υπερβολική χρήση εισπνεόμενων συνδέεται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο
Νέα μελέτη συνδέει την αυξημένη χρήση βρογχοδιασταλτικών βραχείας δράσης με υψηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων και θανάτου σε ασθενείς με άσθμα και ΧΑΠ.
Η υπερβολική χρήση εισπνευστικών φαρμάκων ενδέχεται να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων και θανάτου σε άτομα με άσθμα και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύεται στο ERJ Open Research. Τα ευρήματα δείχνουν, ειδικότερα, ότι η αυξημένη χρήση βρογχοδιασταλτικών βραχείας δράσης συσχετίστηκε με μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας, καρδιακής προσβολής και ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου, καθώς και με υψηλότερο κίνδυνο θανάτου.
Τα εισπνεόμενα φάρμακα έχουν σχεδιαστεί ώστε να ανοίγουν γρήγορα τις αναπνευστικές οδούς και να διευκολύνουν την αναπνοή όταν επιδεινώνονται τα συμπτώματα του άσθματος ή της ΧΑΠ. Ωστόσο, η συχνή εξάρτηση από αυτά μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι η υποκείμενη αναπνευστική πάθηση δεν ελέγχεται επαρκώς μέσω προληπτικών ή θεραπειών συντήρησης.
Η καθηγήτρια Lies Lahousse, κύρια συγγραφέας της μελέτης από το Πανεπιστήμιο της Γάνδης και το Erasmus MC του Ρότερνταμ, δήλωσε ότι η υπερβολική χρήση βρογχοδιασταλτικών βραχείας δράσης είναι αρκετά συχνή: σχεδόν 1 στους 5 ασθενείς με άσθμα και 1 στους 3 με ΧΑΠ κάνουν υπερβολική χρήση εισπνεόμενων.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η αυξημένη χρήση συνδεόταν με μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων και θανάτου και στις δύο παθήσεις, με τον κίνδυνο να αυξάνεται όσο αυξανόταν η ετήσια χρήση εισπνεόμενων. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η υπερβολική εξάρτηση από αυτές τις συσκευές αποτελεί συχνά ένδειξη ανεπαρκούς ελέγχου της νόσου. Τόσο η ΧΑΠ όσο και το ανεξέλεγκτο άσθμα συνδέονται από μόνα τους με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων και θανάτου.
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια περίθαλψη περισσότερων από 280.000 ασθενών με άσθμα ή ΧΑΠ στο Βέλγιο. Οι ασθενείς χρησιμοποιούσαν είτε β-αγωνιστές βραχείας δράσης (SABA), είτε μουσκαρινικούς ανταγωνιστές βραχείας δράσης (SAMA), είτε και τους δύο τύπους φαρμάκων, ενώ κάποιοι δεν χρησιμοποιούσαν καθόλου βρογχοδιασταλτικά βραχείας δράσης για τη διαχείριση της αναπνευστικής τους πάθησης. Και οι δύο ουσίες χρησιμοποιούνται συνήθως ως θεραπείες ανακούφισης για την άμεση αντιμετώπιση των αναπνευστικών δυσκολιών.
Οι ερευνητές έλαβαν υπόψη διάφορους παράγοντες κινδύνου, όπως η ηλικία, το φύλο, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, το ιστορικό καπνίσματος, η σοβαρότητα της νόσου, η διαμονή σε οίκο ευγηρίας, άλλες παθήσεις και η χρήση άλλων φαρμάκων. Η ανάλυσή τους έδειξε συσχέτιση μεταξύ της χρήσης και των δύο τύπων βρογχοδιασταλτικών βραχείας δράσης και υψηλότερου κινδύνου θνησιμότητας.
Σε σύγκριση με τη μη χρήση, η χρήση των SABA συσχετίστηκε με 12% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου σε άτομα με άσθμα και 14% υψηλότερο κίνδυνο σε ασθενείς με ΧΑΠ. Η συσχέτιση ήταν ακόμη ισχυρότερη για τη χρήση των SAMA. Ο κίνδυνος θανάτου ήταν 73% υψηλότερος στους ασθενείς με άσθμα και 36% υψηλότερος σε εκείνους με ΧΑΠ, σε σύγκριση με τη μη χρήση.
Αναλογική με τη χρήση η αύξηση του κινδύνου
Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης κατά πόσο ο αριθμός των εισπνεόμενων που χρησιμοποιούνταν κάθε χρόνο σχετιζόταν με καρδιαγγειακές επιπλοκές. Η χρήση τριών ή περισσότερων ετησίως, ανεξαρτήτως τύπου, συσχετίστηκε με υψηλότερο κίνδυνο θανάτου. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι ασθενείς χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου φάνηκαν να είναι πιο ευάλωτοι σε καρδιαγγειακά προβλήματα που σχετίζονται με την υπερβολική χρήση εισπνεόμενων.
Η υπερβολική χρήση μπορεί να υποδηλώνει κακό έλεγχο της νόσου
Σύμφωνα με τη δρ. Lahousse, η υπερβολική χρήση βρογχοδιαλτικών βραχείας δράσης θα πρέπει να οδηγεί σε ιατρική επανεξέταση, καθώς μπορεί να αποτελεί ένδειξη ανεξέλεγκτης φλεγμονής των αεραγωγών.
Οι ασθενείς που χρειάζονται συχνά εισπνεόμενα ενδέχεται να χρειάζονται αξιολόγηση της πνευμονικής τους λειτουργίας. Οι γιατροί θα πρέπει να ελέγχουν εάν ακολουθούν τη συνταγογραφημένη θεραπεία συντήρησης και εάν χρησιμοποιούν σωστά τα εισπνεόμενα.
Τα βρογχοδιασταλτικά βραχείας δράσης προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, χαλαρώνοντας τους μύες που περιβάλλουν τους αεραγωγούς, όμως δεν αντιμετωπίζουν απαραίτητα την υποκείμενη δραστηριότητα της νόσου. Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς το ανεξέλεγκτο άσθμα και η ΧΑΠ συνδέονται ήδη με καρδιαγγειακές επιπλοκές.
Τα βρογχοδιασταλτικά SABA και SAMA μπορούν επίσης να προκαλέσουν καρδιαγγειακές παρενέργειες, όπως ταχυκαρδία ή αρρυθμία. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η υπερβολική εξάρτηση από αυτά θα μπορούσε επομένως να επιδεινώσει τους υπάρχοντες καρδιαγγειακούς κινδύνους, ενώ παράλληλα επιτρέπει την εξέλιξη της αναπνευστικής νόσου που δεν ελέγχεται επαρκώς.
Οι ερευνητές τόνισαν ότι τα ευρήματα θα πρέπει να ευαισθητοποιήσουν τους γιατρούς, ιδιαίτερα επειδή η υπερβολική χρήση φαίνεται να είναι συχνή και μπορεί να σχετίζεται με ανεπιθύμητες εκβάσεις ακόμη και σε ασθενείς χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιακής νόσου.
Οι ερευνητές ζητούν στενότερη παρακολούθηση
Στόχος των ερευνητών είναι να διαπιστώσουν εάν η καλύτερη τήρηση των θεραπειών συντήρησης θα μπορούσε να περιορίσει την εξάρτηση από βρογχοδιασταλτικά βραχείας δράσης και, στη συνέχεια, τους σχετικούς κινδύνους για την υγεία. Παράλληλα, θέλουν να εξετάσουν εάν οι αξιολογήσεις καρδιαγγειακού κινδύνου ή συγκεκριμένες καρδιαγγειακές θεραπείες θα μπορούσαν να ωφελήσουν τους ασθενείς που χρησιμοποιούν συχνά εισπνεόμενα.
Ένα ακόμη πεδίο ενδιαφέροντος είναι εάν ο εντοπισμός της υπερβολικής χρήσης βρογχοδιασταλτικών στην πρωτοβάθμια περίθαλψη θα μπορούσε να αποτελέσει έγκαιρη προειδοποίηση για επανεκτίμηση της πνευμονικής υγείας ενός ασθενούς και της συνολικής διαχείρισης της νόσου.
Ο δρ. Pavol Pobeha, μέλος της ομάδας εμπειρογνωμόνων της Ευρωπαϊκής Αναπνευστικής Εταιρείας για την παρακολούθηση των παθήσεων των αεραγωγών στο Πανεπιστήμιο Pavol Jozef Šafárik, δήλωσε ότι «η αποτελεσματική διαχείριση των συμπτωμάτων παραμένει κεντρικής σημασίας για τη θεραπεία τόσο του άσθματος, όσο και της ΧΑΠ. Αν και οι βρογχοδιασταλτικοί ανακουφιστικοί παράγοντες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη βοήθεια των ασθενών να ελέγχουν τα οξέα συμπτώματα και να διατηρούν την ποιότητα ζωής τους, οι ασθενείς δεν πρέπει να εξαρτώνται υπερβολικά από αυτούς».
Καλύτερα συστήματα παρακολούθησης θα μπορούσαν να συμβάλουν στον εντοπισμό ασθενών που κάνουν υπερβολική χρήση εισπνεόμενων και να ενημερώνουν τους γιατρούς για την ανάγκη επανεξέτασης της θεραπείας. Μια τέτοια προσέγγιση, σύμφωνα με τους ειδικούς, θα μπορούσε να βοηθήσει τους ασθενείς να αποκομίσουν τα πλήρη οφέλη της φαρμακευτικής τους αγωγής, περιορίζοντας παράλληλα τους πιθανούς κινδύνους και διασφαλίζοντας ότι η διαχείριση του άσθματος ή της ΧΑΠ παραμένει αποτελεσματική.
Οι ερευνητές δεν υποστηρίζουν ότι οι ασθενείς πρέπει να διακόψουν τη χρήση εισπνεόμενων. Ωστόσο, η συχνή ή αυξανόμενη εξάρτηση από αυτά θα πρέπει να θεωρείται λόγος για να συζητήσουν τον έλεγχο των συμπτωμάτων και τη θεραπεία με έναν ειδικό.
Πηγή: ygeiamou.gr
Ακολούθησε το Epirusgate.gr στο Google News για όλες τις τελευταίες ειδήσεις
πηγή στη Google
Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ. 252033