Δεν γίναμε ξαφνικά κοινωνία αρίστων

Η μαζική απονομή αριστείων από το υπουργείο Παιδείας αναδεικνύει την αντίφαση ανάμεσα στους υψηλούς σχολικούς βαθμούς και τις πραγματικές μαθησιακές επιδόσεις, αλλά και τις ευθύνες των γονέων.

gate-crash

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του epirusgate.gr στην Google

Η υπουργός Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, ετοιμάζεται να απονείμει 175.247 αριστεία σε μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου. Μαζί με τα βραβεία προόδου και τους υπόλοιπους επαίνους, οι διακρίσεις πλησιάζουν τις 250.000. Ένα τέταρτο περίπου του μαθητικού πληθυσμού θα έχει έναν επίσημο λόγο να γιορτάσει, πέραν της 28ης Οκτωβρίου…

Μήπως γίναμε ξαφνικά κοινωνία αρίστων; Όχι, και δεν χρειάζεται να είμαστε ειδικοί στην εκπαιδευτική πολιτική για να το αντιληφθούμε.

Αρκεί να ακούσουμε πανεπιστημιακούς καθηγητές να περιγράφουν την απογοήτευσή τους όταν διορθώνουν γραπτά φοιτητών που δυσκολεύονται να συγκροτήσουν ένα επιχείρημα.

Αρκεί να κοιτάξουμε τα αποτελέσματα της διεθνούς αξιολόγησης PISA. Στην τελευταία δημοσιευμένη αξιολόγηση, του 2022, το 38% των δεκαπεντάχρονων στην Ελλάδα δεν έφτασε στο βασικό επίπεδο αναγνωστικής επάρκειας. Σχεδόν τέσσερις στους δέκα μαθητές δυσκολεύονται με τις απαιτήσεις κατανόησης και επεξεργασίας κειμένου που θεωρούνται στοιχειώδεις για την ηλικία τους.

Αυτά τα παιδιά δεν βρίσκονται σε κάποιο άλλο εκπαιδευτικό σύστημα. Στα δικά μας σχολεία φοιτούν. Σε αυτά που βραβεύουν ως άριστους, τον 1 στους 4…

Κι όμως, την ίδια στιγμή, η βαθμολογική εικόνα που παράγουν τα σχολεία εμφανίζεται εντυπωσιακά γενναιόδωρη.

Η ιστορικός και πανεπιστημιακός Μαρία Ευθυμίου έχει αναφερθεί επανειλημμένα σε αυτή την αντίφαση. Έχει επισημάνει ότι η υψηλή βαθμολογία έχει γίνει τόσο συνηθισμένη, ώστε πολλές φορές παύει να αποτυπώνει την πραγματική προσπάθεια και τις κατακτημένες γνώσεις. Και έχει συνδέσει αυτή την εξέλιξη με τη σταδιακή υποχώρηση των απαιτήσεων του σχολείου από τους μαθητές του.

Δεν πρόκειται για μια άποψη που πρέπει να γίνει αποδεκτή χωρίς συζήτηση. Περιγράφει, όμως, μια πραγματικότητα που αξίζει να εξετάσουμε σοβαρά.

Γιατί, τελικά, τι σημαίνει το 19 και το 20 όταν απονέμονται τόσο εύκολα; Πώς ξεχωρίζει ο μαθητής που εργάστηκε συστηματικά, μελέτησε, προσπάθησε και κατέκτησε τη γνώση από εκείνον που απλώς εξασφάλισε έναν υψηλό βαθμό; Και ποια αξία διατηρεί μια διάκριση όταν η απονομή της τείνει να γίνει σχεδόν αυτονόητη;

Δεν αμφισβητώ ότι υπάρχουν εξαιρετικοί μαθητές. Υπάρχουν παιδιά με εντυπωσιακές δυνατότητες, αφοσίωση στη μελέτη και ουσιαστικές επιδόσεις. Υπάρχουν επίσης εκπαιδευτικοί που επιμένουν να διδάσκουν με απαιτήσεις, παρά τις δυσκολίες του δημόσιου σχολείου.

Ακριβώς γι’ αυτούς θα έπρεπε να μας απασχολεί η αξιοπιστία της βαθμολογίας. Διότι όταν η αριστεία χάνει τη διακριτή σημασία της, αδικούνται πρώτα εκείνοι που πραγματικά την κατακτούν.

Πώς φτάσαμε, όμως, ως εδώ; Θεωρώ ότι ένα σημαντικό μέρος της ευθύνης ανήκει σε εμάς τους γονείς. Ας το παραδεχτούμε. Πόσο εύκολα δεχόμαστε έναν χαμηλό βαθμό για το παιδί μας; Πόσο πρόθυμοι είμαστε να ακούσουμε έναν εκπαιδευτικό που μας εξηγεί ότι το παιδί δεν μελετά αρκετά, ότι έχει κενά, ότι χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια; Πολύ συχνά η συζήτηση μετατοπίζεται από τις επιδόσεις του μαθητή στην αυστηρότητα του καθηγητή. Ο βαθμός αντιμετωπίζεται ως κάτι που το παιδί δικαιούται και ο εκπαιδευτικός οφείλει να του εξασφαλίσει.

Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι μπορεί να προκαλεί αυτή η πίεση στην καθημερινότητα ενός σχολείου. Ένας καθηγητής που γνωρίζει ότι ένας χαμηλός βαθμός ενδέχεται να οδηγήσει σε διαμαρτυρίες, αμφισβήτηση, εντάσεις ή αλλεπάλληλες συναντήσεις με γονείς, μπορεί να επιλέξει την ευκολότερη λύση. Να βαθμολογήσει λίγο πιο γενναιόδωρα. Να αποφύγει μια αντιπαράθεση. Να εξασφαλίσει μια πιο ήσυχη σχολική χρονιά.

Και ο μηχανισμός αυτός έχει δύο πλευρές: τον γονέα που πιέζει και τον εκπαιδευτικό που, ενδεχομένως, υποχωρεί. Στη μέση βρίσκεται το παιδί, που μαθαίνει ότι η αξιολόγηση μπορεί να προσαρμόζεται στις προσδοκίες του περιβάλλοντός του.

Μεγαλώνουμε έτσι μια γενιά που κινδυνεύει να συγχέει την επιβράβευση με την κατάκτηση. Να πιστεύει ότι η υψηλή βαθμολογία αποτελεί δεδομένο και ότι κάθε διαφορετικό αποτέλεσμα είναι μια αδικία που πρέπει να διορθωθεί. Και αργότερα έρχεται η πραγματικότητα. Στο πανεπιστήμιο, στην αγορά εργασίας, σε μια εξέταση που δεν επιδέχεται διαπραγμάτευση. Εκεί το απολυτήριο και οι σχολικοί έπαινοι δεν μπορούν να καλύψουν τα κενά.

Τι μήνυμα στέλνει, λοιπόν, η πολιτεία με αυτή τη μαζική βράβευση;

Στα δικά μου μάτια, η επιλογή αυτή έχει πρωτίστως μικροπολιτικό χαρακτήρα. Η εξωκοινοβουλευτική υπουργός Παιδείας μπορεί να εισπράξει το θετικό κλίμα μιας μεγάλης τελετουργίας αναγνώρισης, χωρίς να αναμετρηθεί με το δύσκολο ζήτημα που κρύβεται πίσω από τους βαθμούς. Η πολιτική επικοινωνία, άλλωστε, γνωρίζει καλά τη δύναμη μιας ευχάριστης είδησης.

Χρειάζονται εκτιμώ, σαφή κριτήρια αξιολόγησης, ουσιαστική ενίσχυση της διδασκαλίας, υποστήριξη των μαθητών που μένουν πίσω και προστασία της παιδαγωγικής κρίσης των εκπαιδευτικών από εξωγενείς πιέσεις.

Χρειάζεται, όμως, και αλλαγή στάσης από την πλευρά μας ως γονέων. Να μπορούμε να δεχτούμε ότι το παιδί μας δεν είναι άριστο σε όλα. Ότι ένας μέτριος βαθμός δεν αποτελεί προσωπική ή οικογενειακή αποτυχία. Ότι η προσπάθεια έχει αξία ακόμη και όταν δεν καταλήγει στο 20.

Κυρίως, να σταματήσουμε να ζητούμε από το σχολείο να μας επιβεβαιώνει και να αρχίσουμε να απαιτούμε να μορφώνει πραγματικά τα παιδιά μας.

Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στη Google