Η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο Ελλάδες δεν είναι απλώς πολιτική· είναι υπαρξιακή. Αποτελεί ρήγμα βαθύ, σαν εκείνο που σχίζει το βουνό και αφήνει να φανεί η φωτιά στα σπλάχνα του. Από τη μια, η Ελλάδα που χειροκροτεί τον βιομήχανο όταν εξέρχεται του δικαστηρίου με το μειδίαμα της αυτάρκειας- σαν να μην βαραίνουν στους ώμους του πέντε σκιές γυναικών, σαν να μην τρίζει το πάτωμα από τα βήματά τους τη νύχτα.
Κι από την άλλη, η Ελλάδα που στέκει βουβή μπροστά στις φωτογραφίες του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής, που αγγίζει τα πρόσωπα των εκτελεσμένων σαν να είναι ακόμα ζεστά, που δακρύζει όχι από αδυναμία, αλλά από ευγνωμοσύνη.
Υπάρχει η Ελλάδα που συγκλονίστηκε στα Τέμπη, που ένωσε τις φωνές της σε μία κραυγή για τα παιδιά που χάθηκαν στις ράγες. Υπάρχει και η άλλη. Αυτή που έσπευσε να ξεπλύνει ευθύνες με λέξεις αποστειρωμένες, που μέτρησε το κόστος σε αριθμούς και όχι σε σφυγμούς. Η Ελλάδα που ανάβει κεράκι και η Ελλάδα που σβήνει αποδείξεις.
Υπάρχει η Ελλάδα που ιδρώνει στα χωράφια της Ηπείρου, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, της Θράκης που μετρά τον ήλιο σε ρυτίδες και τον χειμώνα σε χρέη, κι η Ελλάδα που λυμαίνεται τον ιδρώτα των αγροτών, που αγοράζει φθηνά και πουλά ακριβά, που βαφτίζει «επένδυση» την αρπαγή. Η Ελλάδα που στήνει μπλόκα στους δρόμους με τρακτέρ και η Ελλάδα που τους αποκαλεί «γραφικούς» από τα γυάλινα γραφεία της πρωτεύουσας.
Η Ελλάδα που θυμάται τον Άρη Βελουχιώτη στα βουνά και τον Ρήγα Φεραίο στα τυπογραφεία της Βιέννης, και η Ελλάδα που φοβάται να ψιθυρίσειακόμα και το όνομα της ελευθερίας όταν αυτό ζητά θυσία. Η Ελλάδα που τραγουδά τον Ελύτη στις γιορτές και η Ελλάδα που λησμονεί τι σημαίνει «Άξιον Εστί» όταν έρχεται η ώρα της ευθύνης.
Είναι η Ελλάδα που ανοίγει τα σπίτια της στους ξένους, που θυμάται πως κι εκείνη κάποτε ξεριζώθηκε από τη Σμύρνη και τον Πόντο, και η Ελλάδα που σηκώνει τείχη από φόβο, που συγχέει την πατρίδα με την περιχαράκωση. Η Ελλάδα που πιστεύει στην παιδεία ως φως και η Ελλάδα που τη μετατρέπει σε εμπόρευμα, που ζυγίζει τα όνειρα με δίδακτρα και τα ταλέντα με «συστάσεις».
Υπάρχει η Ελλάδα των νοσοκόμων που ξενυχτούν σε θαλάμους και η Ελλάδα των συμβάσεων που λήγουν προτού προλάβει να στεγνώσει ο ιδρώτας στο μέτωπο. Η Ελλάδα των δασκάλων που μιλούν για αξιοπρέπεια σε παιδιά με άδεια στομάχια και η Ελλάδα των δελτίων που μιλούν για «ανάπτυξη» με γεμάτο στόμα.
Δύο Ελλάδες- ή μήπως μία, διχασμένη στον ίδιο της τον καθρέφτη; Μήπως δεν είναι παρά το ίδιο πρόσωπο, που πότε φωτίζεται κι άλλοτε σκοτεινιάζει; Ποιοι είμαστε άραγε; Οι κληρονόμοι μιας ιστορίας που στάθηκε όρθια απέναντι σε αυτοκρατορίες ή οι διαχειριστές μιας καθημερινότητας που σκύβει το κεφάλι μπροστά σε κάθε ισχυρό;
Τι επιδιώκουμε; Προσδοκούμε δικαιοσύνη χωρίς κόστος; Θέλουμε λευτεριά χωρίς ευθύνη; Αναμοχλεύουμε μνήμες μόνο στις επετείους και λήθη στις αποφάσεις; Τι είμαστε άραγε; Μπορούμε να φωνάζουμε στις πλατείες, να γράφουμε συνθήματα στους τοίχους, να γεμίζουμε δρόμους- αλλά είμαστε σε θέση να αλλάξουμε εαυτούς; Μπορούμε να αντέξουμε την αλήθεια όταν δεν μας βολεύει;
Και τι αντέχουμε; Υπομένουμε χρόνια τώρα τη φτώχεια, την αδικία, την αναμονή, μα αντέχουμε την ελευθερία; Γιατί η λευτεριά δεν είναι μόνο λάβαρο· είναι βάρος. Είναι ευθύνη που καίει σαν πυρωμένο σίδερο. Δεν χαρίζεται· απαιτεί μεταμόρφωση. Προστάζει να διαλέξεις πλευρά όχι με το θυμικό, αλλά με το ήθος.
Μας πρέπει η λευτεριά; Μας αξίζει μόνο, αν τη νοήσουμε όχι σαν σύνθημα, αλλά ως πράξη καθημερινή. Αν τη θελήσουμε όχι για να θριαμβεύσουμε επί των άλλων, αλλά για να νικήσουμε τον φόβο μέσα μας. Αν σταθούμε, επιτέλους, απέναντι στον ίδιο μας τον διχασμό και πούμε: μία είναι η Ελλάδα – εκείνη που θα διαλέξουμε να είμαστε.
Και τότε, ίσως οι δύο σκιές να γίνουν μία μορφή. Και τότε, ίσως το χειροκρότημα να σιωπήσει μπροστά στη δικαιοσύνη, και το δάκρυ να γίνει απόφαση. Και τότε, μόνο τότε, η λευτεριά δεν θα είναι ερώτημα αλλά θα αποτελεί κατάκτηση!
