Η κυβέρνηση κερδίζει στους δείκτες, η αντιπολίτευση στην ακρίβεια: Η διπλή εικόνα της ελληνικής οικονομίας

Η αντιπαράθεση για την οικονομία αποτυπώνει δύο πραγματικότητες: βελτιωμένους μακροοικονομικούς δείκτες, αλλά και επίμονη πίεση στα νοικοκυριά από την ακρίβεια.

Η κυβέρνηση κερδίζει στους δείκτες, η αντιπολίτευση στην ακρίβεια: Η διπλή εικόνα της ελληνικής οικονομίας

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του epirusgate.gr στην Google

Η δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση, τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα και τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Ανδρουλάκη, για την πορεία της ελληνικής οικονομίας δεν είναι μια απλή σύγκρουση ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια, όπως συχνά παρουσιάζεται εκατέρωθεν με φραστικές υπερβολές, απλοϊκά συνθήματα και εύκολες απαντήσεις σε δύσκολα ερωτήματα.

Είναι περισσότερο μια σύγκρουση διαφορετικών αναγνώσεων της ίδιας πραγματικότητας, υπό το πρίσμα της πολιτικής θέσης στην οποία βρίσκεται κάθε πλευρά. Η κυβέρνηση προβάλλει τους μακροοικονομικούς δείκτες, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης εστιάζουν στην καθημερινότητα των πολιτών, στο κόστος ζωής και στην πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Η πραγματικότητα βρίσκεται κάπου στη μέση. Οι επίσημοι δείκτες δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο τα τελευταία χρόνια. Την ίδια στιγμή, όμως, η ακρίβεια, το υψηλό κόστος στέγασης, η ενέργεια και τα βασικά αγαθά εξακολουθούν να περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα πολλών νοικοκυριών, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας να μην αισθάνεται ότι συμμετέχει στην ανάπτυξη.

Πού δικαιώνεται η κυβέρνηση

Στο επίπεδο των βασικών οικονομικών μεγεθών, η εικόνα είναι σαφώς καλύτερη σε σχέση με το 2019. Η Ελλάδα καταγράφει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης μετά την πανδημία, ενώ η ανεργία έχει μειωθεί σε μονοψήφιο ποσοστό, όταν το 2019 βρισκόταν κοντά στο 17%.

Παράλληλα, έχουν δημιουργηθεί εκατοντάδες χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας, οι επενδύσεις αυξάνονται σταθερά, με σημαντική συμβολή των κατασκευών, και οι άμεσες ξένες επενδύσεις κινούνται σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα από εκείνα της προηγούμενης δεκαετίας.

Εξίσου σημαντική θεωρείται η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η οποία επέτρεψε στη χώρα να δανείζεται με καλύτερους όρους. Την ίδια ώρα, η σχέση δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε με έναν από τους ταχύτερους ρυθμούς στην Ευρώπη. Αν και μέρος αυτής της εξέλιξης οφείλεται στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ λόγω πληθωρισμού, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν επίσης η ανάπτυξη και τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Η κυβέρνηση διαθέτει επίσης ισχυρά επιχειρήματα στο πεδίο των φορολογικών εσόδων. Η αύξησή τους δεν σημαίνει αυτομάτως αύξηση φόρων. Τα τελευταία χρόνια μειώθηκαν φορολογικοί συντελεστές, περιορίστηκαν ασφαλιστικές εισφορές και μειώθηκε ο ΕΝΦΙΑ, ενώ τα συνολικά έσοδα ενισχύθηκαν κυρίως λόγω της ανάπτυξης, της αύξησης της απασχόλησης, της ισχυρής πορείας του τουρισμού και της υποχώρησης της φοροδιαφυγής μέσω της ψηφιοποίησης των συναλλαγών.

Ωστόσο, εδώ υπάρχει και η πρώτη μεγάλη αστερίσκος. Σημαντικό τμήμα των εσόδων προέρχεται από έμμεσους φόρους, κυρίως από τον ΦΠΑ. Είναι ενδεικτικό ότι ο προϋπολογισμός του 2026 αποτυπώνει τη συνέχιση αυτής της πολιτικής, με τα έσοδα από έμμεσους φόρους να υπολογίζονται στα 44,9 δισ. ευρώ, έναντι 28,1 δισ. ευρώ από άμεσους φόρους.

Η αναλογία περίπου 1,6 προς 1 επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζεται περισσότερο στη φορολόγηση της κατανάλωσης από ό,τι η πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών. Πρόκειται για επιλογή που προσφέρει δημοσιονομική σταθερότητα, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί υψηλό το βάρος που επωμίζονται καθημερινά τα ελληνικά νοικοκυριά.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στο μέτωπο των μισθών. Ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί σημαντικά από το 2019, ενώ αυξήσεις καταγράφονται και στις μέσες αποδοχές των εργαζομένων. Συνολικά, οι ονομαστικές αυξήσεις υπερβαίνουν τον σωρευτικό πληθωρισμό της ίδιας περιόδου. Αν η οικονομία δεν είχε κινηθεί σε αυτή την τροχιά, η θέση εργαζομένων, επιχειρήσεων και δημόσιων οικονομικών θα ήταν πολύ πιο δύσκολη.

Πού δικαιώνεται η αντιπολίτευση

Παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών, η εικόνα αλλάζει όταν η συζήτηση μεταφέρεται από τους αριθμούς στην καθημερινότητα των πολιτών.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την αγοραστική δύναμη. Το διαθέσιμο εισόδημα παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ το κόστος στέγασης, ενέργειας και βασικών αγαθών απορροφά μεγάλο μέρος των αυξήσεων στους μισθούς.

Η κριτική ότι η ανάπτυξη δεν έχει διαχυθεί ισότιμα στην κοινωνία έχει βάση. Παρότι οι αποδοχές αυξάνονται, πολλοί εργαζόμενοι εξακολουθούν να δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, καθώς η ακρίβεια των τελευταίων ετών περιόρισε σημαντικά το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για τη φτώχεια. Αν και η απόλυτη φτώχεια έχει μειωθεί, οι δείκτες σχετικής φτώχειας παραμένουν υψηλοί, γεγονός που δείχνει ότι οι ανισότητες εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμη πρόκληση για την ελληνική οικονομία.

Οι γκρίζες ζώνες της αντιπαράθεσης

Υπάρχουν, ωστόσο, αρκετά ζητήματα στα οποία καμία από τις δύο πλευρές δεν παρουσιάζει ολόκληρη την εικόνα.

Το εμπορικό έλλειμμα πράγματι παραμένει υψηλό, όμως δεν οφείλεται αποκλειστικά σε απώλεια ανταγωνιστικότητας. Ένα σημαντικό μέρος του συνδέεται με την αύξηση των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών και πρώτων υλών, εξέλιξη που συνοδεύει την ενίσχυση των επενδύσεων.

Αντίστοιχα, το παραγωγικό μοντέλο της χώρας παρουσιάζει ορισμένες μεταβολές, καθώς αυξάνονται οι επενδύσεις, οι εξαγωγές και η μεταποίηση. Ωστόσο, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό, τις υπηρεσίες και τις κατασκευές, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η παραγωγική ανασυγκρότηση παραμένει ζητούμενο και όχι ολοκληρωμένη πραγματικότητα.

Στο πεδίο του ιδιωτικού χρέους, η κυβέρνηση ορθά επισημαίνει ότι ο εξωδικαστικός μηχανισμός έχει οδηγήσει σε σημαντικό αριθμό ρυθμίσεων και ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης. Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση επίσης αναδεικνύει ένα πραγματικό πρόβλημα, καθώς οι συνολικές οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία εξακολουθούν να αυξάνονται, ενώ πολλοί πολίτες δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Η αντιπαράθεση για την οικονομία αποτυπώνει τελικά δύο διαφορετικές πραγματικότητες. Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται μια σειρά από αδιαμφισβήτητα επιτεύγματα: υψηλότερη ανάπτυξη από την Ευρωζώνη, μείωση της ανεργίας, αύξηση επενδύσεων, ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, καλύτερη δημοσιονομική εικόνα και αύξηση μισθών.

Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση αναδεικνύει μια εξίσου υπαρκτή πραγματικότητα. Η ακρίβεια παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα των νοικοκυριών, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων εξακολουθεί να βρίσκεται στις χαμηλότερες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μεγάλο μέρος των πολιτών δεν αισθάνεται ότι οι θετικοί οικονομικοί δείκτες έχουν μεταφραστεί σε ουσιαστική βελτίωση της ζωής του.

Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση φαίνεται να κερδίζει τη μάχη των μακροοικονομικών δεικτών, ενώ η αντιπολίτευση βρίσκει πρόσφορο έδαφος όταν η συζήτηση μεταφέρεται στο κόστος ζωής και στην πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών.

Και οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν πραγματικά στοιχεία. Καμία, όμως, δεν περιγράφει από μόνη της ολόκληρη την εικόνα της ελληνικής οικονομίας. Γιατί η χώρα πράγματι βελτιώθηκε στους αριθμούς, αλλά δεν έχει ακόμη πείσει την κοινωνία ότι αυτή η βελτίωση έφτασε δίκαια και ουσιαστικά στην καθημερινή ζωή. Εκεί ακριβώς θα κριθεί η επόμενη πολιτική μάχη: όχι μόνο στο αν η οικονομία μεγαλώνει, αλλά στο ποιος τελικά νιώθει ότι μεγαλώνει μαζί της.

Πηγή powergame.gr

Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στη Google