Ιωάννινα – Το τέλος του παλιού Πανεπιστημίου Νο2… Του Εμ. Κολοκυθά

Ο Εμμανουήλ Κολοκυθάς ασκεί σφοδρή κριτική στην επιλογή μετατροπής του Παλιού Πανεπιστημίου Ιωαννίνων σε διοικητικό κτίριο, υποστηρίζοντας ότι χάθηκε μια μοναδική ευκαιρία για τη δημιουργία σύγχρονου Κέντρου Τέχνης και Πολιτισμού και για την ενίσχυση του μητροπολιτικού χαρακτήρα της πόλης.

Ιωάννινα - Το τέλος του παλιού Πανεπιστημίου Νο2... Του Εμ. Κολοκυθά

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του epirusgate.gr στην Google

Το κείμενο που ακολουθεί υπογράφει ο Εμμανουήλ Κολοκυθάς, φυσικός του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και αρχιτέκτων ΕΜΠ, και απευθύνεται στις αρχές των Ιωαννίνων, στο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Ιωαννιτών και στα τοπικά μέσα ενημέρωσης.

Με μια ιδιαίτερα αιχμηρή παρέμβαση, καταθέτει τις θέσεις του για την αποκατάσταση και τη νέα χρήση του κτιρίου του Παλιού Πανεπιστημίου στη Δομπόλη, ασκώντας κριτική στις επιλογές που έγιναν και υποστηρίζοντας ότι χάθηκε η δυνατότητα αξιοποίησής του ως Κέντρου Τέχνης και Πολιτισμού.

Εδώ προηγούμενο κείμενο του κ. Κολοκυθά για το ίδιο θέμα.

Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο του κ. Κολοκυθά:

ΔΙΑΠΡΑΤΤΟΝΤΑΣ ΥΒΡΙ, Η ΠΟΛΙΣ, ΑΦΟΥ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ, ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΝΑ ΜΕΤΑΤΡΑΠΕΙ, Η ΙΔΙΑ, ΣΕ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ

Επιτέλους!

Το όνειρο της προηγούμενης Δημοτικής Αρχής -όνειρο της προηγούμενης Πρυτανικής και της (τότε και νυν) Περιφερειακής Αρχής- κρυφή επιθυμία και της νυν Δημοτικής Αρχής, επιτέλους, υλοποιείται! Οι Αρχές του Δήμου, αφού μετέτρεψαν ένα σπάνιο και μοναδικό για την πόλη και τη χώρα μοντέρνο κτίριο του διεθνούς στυλ σ’ ένα μεταμοντέρνο απωθητικό συνοθύλευμα, θα στεγάσουν εκεί τις γραφειοκρατικές υπηρεσίες του Δήμου…

Το δίλημμα: “το Παλιό Παν/μιο ως ερείπιο ή οποιαδήποτε ανακατασκευή του;” είναι λάθος.

Το σωστό δίλημμα ήταν: “μπορεί η πόλη, μέσω της μετατροπής του Παλιού Παν/μίου σε Κέντρο Τέχνης και Πολιτισμού -πχ. ΚΕΜΟΝΤΕ- να συγκροτηθεί ως σύγχρονο Μητροπολιτικό Κέντρο ή θα παραμείνει μια αδιάφορη και φθίνουσα επαρχιακή πόλη;”.

Ο Δήμος, ενώ διέθετε -απόρροια διαγωνισμού- την έγκριση και τα σχέδια ενός εξαιρετικού νέου Δημαρχείου και τα σχέδια μιας λαμπρής ιδέας δύο (2) φοιτητών αρχ/κής, τα αγνόησε, εξαφανίζοντας οριστικά την προοπτική η πόλις ν’ αποκτήσει, κάποτε, ένα σωστά σχεδιασμένο Δημαρχείο. Τώρα που μια υπεύθυνη δήλωση αντικαθιστά είκοσι πέντε(25) δικαιολογητικά, και, αργότερα, η ΑΙ θα μπορέσει να ελαττώσει δραστικά τη δημοσιοϋπαλληλική γραφειοκρατία.

Το να βρίσκεται, όλες τις ημέρες της εβδομάδος, το Σώμα του Δήμου σε αυθόρμητη εγγύτητα, τόσο με την πεμπτουσία της παραγωγής [ψηφιακή, χειροτεχνική, τοπική] όσο και με την ολότητα της Τέχνης [τοπική, εθνική, διεθνής], ήταν μία από τις ιδιαιτερότητες και μοναδικό πλεονέκτημα της μετατροπής του Παλιού Παν/μιου σε ΚΕΜΟΝΤΕ. Αυτό χάθηκε για πάντα.

Στην οριστική αλλοίωση Μορφής και Ταυτότητας του κτιρίου συνέβαλαν με την σιωπηλή έγκρισή τους, τόσο το Τεχνικό Επιμελητήριο (ΤΕΕ) και οι τεχνικοί σύλλογοι, όσο και η Αρχιτεκτονική Σχολή της πόλης, οι κατά τεκμήριο φύλακες των διαχρονικών αρχιτεκτονικών/ πολιτισμικών αξιών κάθε πόλεως. Η ταφόπλακα των μη αναστρέψιμων αλλαγών μπήκε από την κατασκευαστική εταιρία [Ν.&Κ. ΓΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ Α.Τ.Ε], που με το σύστημα-ολετήρας [μελέτη+κατασκευή], εδώ και μήνες, εξαφανίζει κάθε επι μέρους ομορφιά του κτιρίου.

Οι Δημοτικές Αρχές, όντας δέσμιες των πανίσχυρων πολιτικών κομμάτων που τις έφεραν στην εξουσία, σε απόλυτη συνέργεια με αυτά, πήραν σειρά αποφάσεων, χωρίς να υπάρξει ποτέ ούτε σε βάθος ανάλυση και γνώση του ίδιου του κτιρίου ούτε ιεράρχηση των αναγκαιοτήτων και προγραμματισμός για την ιδανική ανάπτυξη της πόλεως ως Μητρόπολη.

Εν τέλει, τα μέλη των Αρχών, τα οποία ούτε είχαν γνώση του αντικειμένου ούτε συμβουλεύτηκαν ειδικούς, με απουσία δημοκρατικού διαλόγου και απόλυτη αυταρχικότητα, ενώ παρέμειναν δέσμιοι εξαρτήσεων και καθηλώσεων, στη χεγκελιανή Διαλεκτική Αφέντη και Δούλου υπήρξαν τα μόνα πρόσωπα που πήραν τις αποφάσεις, υφαρπάζοντάς τες από τον Δήμο, καταδικάζοντας, παράλληλα, το Δήμο στη μοίρα του ανεπανόρθωτα ακαλλιέργητου Δούλου.

Ο (τότε) Δήμαρχος -πρώην καθηγητής Παθολογίας του (νυν) Πανεπιστημίου- παρέλαβε από τον (τότε και νυν) Πρωθυπουργό ως “σκοτεινό έπαθλο” το κτίριο του Παλιού Παν/μίου -πράξη ακραία προσβλητική και επονείδιστη τόσο για τον Πρωθυπουργό όσο και για τον Δήμο.

Αντί να καλέσει σε ανοιχτό διάλογο την πόλη για το μέλλον του κτιρίου, αποφασίζει, μόνος του, να το μετατρέψει σε “Διοικητήριο” (sic), όπου, μεταξύ άλλων, αντί να παραχωρήσει την αίθουσα πάνω από την κεντρική είσοδο – Αίθουσα του παλιού Πρύτανη/ Αίθουσα του μεσαιωνικού “Ηγεμόνα” – σε όλους τους πολίτες -πχ, ως café του ΚΕΜΟΝΤΕ- θα εγκαθιστούσε, ο ίδιος, τον εαυτό του εκεί, “Ύψιστον Άρχοντα”, επιλύοντας ασυνείδητους προσωπικούς παλιούς λογαριασμούς και σύγχρονες εκκρεμότητες…

… ο δε (τότε) Πρύτανης του (νυν) Πανεπιστημίου, καθηγητής Χημείας, αντί να υπερασπιστεί, με νύχια και με δόντια, την ακεραιότητα και τη διατήρηση της Ταυτότητας και της Ιστορίας του Παλιού Παν/μίου, συνυπόγραψε την καταστροφή και την αλλοίωσή του.

Δεν έθεσε βέτο, ως όφειλε, για την ακέραιη διατήρηση της Αίθουσας Συνελεύσεων, ως το ιστορικό Μνημείο Μαθητείας των φοιτητών, αφενός, και ως Σύμβολο των προμεταπολιτευτικών Δημοκρατικών Αγώνων της πόλεως, αφετέρου, προτείνοντας, παράλληλα, τη συμβολική ονομασία της ως “Αίθουσα Πόπης Βουτσινά και Νίκου Ράπτη”…

Ούτε πρότεινε η παλιά Αίθουσα Συνελεύσεων να εκσυγχρονιστεί και να λειτουργήσει ως σύγχρονη Αίθουσα καθημερινών [μαθημάτων/ διαλέξεων/ σεμιναρίων], σε αλληλοϋποστήριξη με την παρακείμενη Αίθουσα Τελετών, με απόλυτα θετικά για το μέλλον της πόλης αποτελέσματα.

Μαζί με τον (τότε και νυν) Περιφερειάρχη και τον (τότε) Δήμαρχο συναποφάσισε πως η αμφιθεατρική και ηλιόλουστη Αίθουσα Συνελεύσεων θα μετατραπεί σε σκοτεινή “Αίθουσα Έκθεσης Ιατρικών Εργαλείων”, προς έκθεση αντικειμένων που εκτίθενται ήδη στην Ιατρική Σχολή (!!!). Και ως συνέχεια αυτής της παρανοϊκής ιδέας και ενάντια σε κάθε κοινή ή αρχιτεκτονική δεοντολογία, συναποφάσισαν να καταστρέψουν και την παλιά θαυμάσια κεντρική όψη του κτιρίου, ανοίγοντας αυτόνομη είσοδο επί της οδού Δομπόλη, για τις χιλιάδες των επισκεπτών, που, πατείς με πατώ σε, θα συρρέουν από τα πέρατα του κόσμου…

Γιατί η προηγούμενη -αλλά και η νυν- Δημοτική Αρχή, αγνόησαν επιδεικτικά όλα τα κύματα υπογραφών, ψηφισμάτων, διαμαρτυριών των δημοτών και των επιτροπών τους, για μια ορθολογική χρήση του κτιρίου; Τις γνωματεύσεις των ειδικών; Γιατί αγνόησαν τους καλλιτέχνες του θεάτρου και των παραστατικών Τεχνών; Τους δασκάλους του παρακείμενου Πειραματικού Γυμνασίου; Αυτές κι αυτούς που σπούδασαν και δίδαξαν εκεί; Γιατί, πεισματικά, αγνόησαν τα ολοσέλιδα επιχειρήματα των εφημερίδων;

Αλήθεια, ποιοι από αυτούς που πήραν τις κρίσιμες αποφάσεις γνώριζαν τη διάκριση μεταξύ Μανέ και Μονέ; Της ζωγραφικής του Μόραλη και του Τσαρούχη; Της γλυπτικής του Τάκι και την γλυπτική του Κάλντερ; Ποιοι επισκέπτονταν ανελλιπώς το ΕΜΣΤ και το Μουσείο Μπενάκη στην Αθήνα; Το Μπωμπούρ στο Παρίσι και την Παλιά Τέιτ/ Μοντέρνα Τέιτ στο Λονδίνο;

Αλλά η ερώτηση τίθεται λάθος. Η σωστή είναι -και αυτό είναι ακόμα χειρότερο-: ποιοι απο τους υπεύθυνους που θα έπαιρναν τις κρίσιμες αποφάσεις θα μπορούσαν να αναθέσουν στους ειδικούς επιμελητές της Τέχνης, σ’ αυτούς που γνωρίζουν τα ζητήματά της, να αναλάβουν τη συγκρότηση και λειτουργία ενός Σύγχρονου Κέντρου Τέχνης και Πολιτισμού, που θα συνέβαλλε καταλυτικά στη μετατροπή της επαρχιακής/ προνεωτερικής πόλης σε πόλη Μητροπολιτική;

Η μετατροπή του Παλιού Πανμίου -πχ- σε ΚΕΜΟΝΤΕ, θα κόστιζε λιγότερο, θα είχε τελειώσει νωρίτερα, θα πληρούσε όλες τις σύγχρονες [κυκλοφοριακές-τοπιακές-κτιριακές] απαιτήσεις, θα συμμετείχε [μαζί με το ανακαινισμένο ΚΕΠΑΒΙ και το (νέο) Πανμιο] στον εκσυγχρονισμό της οικονομίας, συμβάλλοντας στην έρευνα και στην ανάπτυξη της υψηλής τεχνολογίας, αλλά και στην αναγέννηση των παραδοσιακών [βιοτεχνιών + χειροτεχνιών] και της βιομηχανίας.

Οι αλλοιωμένες αίθουσες του Παλιού Παν/μίου δεν θα γνωρίσουν ούτε το παιγνιώδες ούτε το βαθυστόχαστο της Μοντέρνας Τέχνης, ενώ ο λεπταίσθητος ρυθμός των παραθύρων θα χάσει την χάρη που το νότιο χειμωνιάτικο φως μοιραζόταν μαζί τους.

Εν κρυπτώ αφανίστηκαν κάθε Μνήμη και Ταυτότητα, τόσο της Πνευματικότητας του Ιδρύματος όσο και των αγώνων της πόλης για την Δημοκρατία.

Καμία συμβολική θύμηση του θρυλικού περάσματος της Πόπης Βουτσινά και του Νίκου Ράπτη.

Κανένα αρχείο φοιτητικής ζωής και καμία ηρωική ανάμνηση δεν έχουν θέση εκεί.

Επιτέλους! Το Βασίλειο της Δημοτικής Γραφειοκρατίας εγκαθιδρύθηκε εκεί! Αμετάκλητα!

Το Μπιλμπάο της Ισπανίας και η πόλη των Ιωαννίνων είχαν και έχουν τον ίδιο, περίπου, πληθυσμό, ενώ μοιράζονται τις αναμνήσεις ενός ένδοξου παρελθόντος που δεν θα υπάρξει πιά.

Το 1991, ενώ μαίνονταν σφοδρές οι πολύνεκρες συγκρούσεις μεταξύ της βασκικής αυτονομιστικής οργάνωσης ΕΤΑ και του ισπανικού κράτους, το Δημοτικό Συμβούλιο και η τοπική κυβέρνηση της πόλεως του Μπιλμπάο ζήτησαν τη συμβολή του Ιδρύματος Solomon R. Guggenheim για την κατασκευή ενός εμβληματικού μοντέρνου κτιρίου Τέχνης και Πολιτισμού.

Η ΕΤΑ αντιτάχθηκε σφόδρα στο εγχείρημα, κινητοποιώντας σε μαχητικές διαδηλώσεις τους άνεργους πρώην εργάτες και τεχνίτες της εγκαταλελειμμένης χαλυβουργίας και των κλειστών ναυπηγείων, με συνθήματα όπως: ’’ Θέλουμε εργοστάσια όχι Μουσεία’’.

Η εμφύλια βία συνεχιζόταν έως την ολοκλήρωση του έργου. Τον Οκτώβριο του 1997, πέντε (5) ημέρες πριν τα εγκαίνια, η ΕΤΑ τοποθέτησε εκρηκτικά στη γλάστρα της αυλής της εισόδου.

Ο φύλακας του Μουσείου Jose Maria Aguirre, που τους είδε, δολοφονήθηκε εν ψυχρώ.

Το 2011 ορίστηκε παύση πυρός. Το 2017 παρέδωσε τον οπλισμό της. Το 2018 επήλθε η οριστική της διάλυση, ζητώντας συγνώμη από τα θύματά της. Η ΕΤΑ λειτουργούσε από το 1959.

Το Μουσείο Guggenheim συνέβαλε καταλυτικά στο τέλος του εμφυλίου πολέμου. Μέρος του σχεδίου της ριζικής αναδιοργανώσεως του Μπιλμπάο, έγινε το ανεξίτηλο παράδειγμα για το πως η συνέργεια Τεχνών, Πολιτισμού και Αρχιτεκτονικής μπορούν να αναγεννήσουν μιαν απονεκρωμένη πόλη, καθιστώντας την ζωντανή, σύγχρονη, με διεθνή ορίζοντα.

Αλλά, ενώ, εν μέσω εμφυλίου πολέμου -και ο εμφύλιος είναι ο χειρότερος όλων- το Δημοτικό Συμβούλιο και η τοπική κυβέρνηση του Μπιλμπάο αποφάσισαν να κάνουν το απόλυτο άλμα, αναζητώντας το Zeitgeist, το Πνεύμα του Καιρού τους, το νυν και το προηγούμενο Δημοτικό Συμβούλιο Ιωαννίνων δεν τόλμησαν καν να οραματιστούν ένα ριζικό άνοιγμα στο μέλλον.

Χαίνουσα Ηθική πληγή. Ανεξίτηλη Ύβρις. Πράξη ανευλαβής. Ακόμα χειρότερη από την μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε μουσουλμανικό τζαμί.

Λογοδοτώντας στην Πόλη και την Ιστορία, ρωτάμε τις Δημοτικές Αρχές:

Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη;

Ποιες είναι οι σταθερές ροές Τέχνης και Πολιτισμού που κατακλύζουν, σήμερα, την πόλη;

Για ποιες [εκπαιδευτικές/ πολιτισμικές/ καλλιτεχνικές] εκδηλώσεις υπερηφανεύονται οι Αρχές;

Μέσω ποιων δομών; Εκτός από τα μακρινά [του 2ο22 και του 2ο23] εφήμερα και ξενόφερτα [PLASMATA (I)+(II)] και τα εισαγόμενα ’’ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ’’, ποια άλλα έργα μπορούν να επιδείξουν;

Ποιες είναι οι αίθουσες και ποια τα κτίρια, που λάμπουν και μαγνητίζουν, υπερβαίνοντας κάθε άλλο κτίριο της πόλης, πλήρη από έργα Τέχνης και Πολιτισμού;

Ποιο κτίριο, γενναιόδωρο και επιθυμητό, θα οριστεί ως το Νέο Κέντρο Τέχνης και Πολιτισμού;

Τοπόσημο της Μητροπόλεως των Ιωαννίνων; Στο Χάρτη του Διεθνισμού; Ψυχή της Πόλεως;

Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στη Google