Μέτσοβο: Ο τελευταίος σαμαράς κρατά ζωντανή μια τέχνη που χάνεται

Ο Μιχάλης Δασούλας, τελευταίος σαμαράς του Μετσόβου, συνεχίζει μια παραδοσιακή τέχνη που απειλείται με εξαφάνιση. Η ιστορία του καταγράφεται μέσα από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα MARKATO.

Μέτσοβο: Ο τελευταίος σαμαράς κρατά ζωντανή μια τέχνη που χάνεται

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του epirusgate.gr στην Google

Κάποτε η σαμαροποιία αποτελούσε ένα από τα παραδοσιακά επαγγέλματα που γνώρισαν ιδιαίτερη άνθηση στο Μέτσοβο. Σήμερα, όμως, η τέχνη της κατασκευής σαμαριών απειλείται με εξαφάνιση, καθώς οι άνθρωποι που την ασκούν λιγοστεύουν και οι νέοι δεν δείχνουν ενδιαφέρον να τη συνεχίσουν.

Ο Μιχάλης Δασούλας είναι ο τελευταίος σαμαράς του Μετσόβου και ένας από τους ελάχιστους που εξακολουθούν να ασκούν το επάγγελμα σε ολόκληρη τη χώρα. Όπως εκτιμά ο ίδιος, οι σαμαράδες που έχουν απομείνει στην Ελλάδα είναι μόλις τέσσερις με πέντε.

Η ιστορία του και η παραδοσιακή τέχνη που υπηρετεί αναδείχθηκαν μέσα από συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος MARKATO (Interreg Ελλάδα–Ιταλία 2021-2027), το οποίο έχει ως στόχο τη διάσωση και την ανάδειξη των παραδοσιακών επαγγελμάτων.

Από το Μέτσοβο σε ολόκληρη την Ελλάδα

Σε μια εποχή που τα ζώα αποτελούσαν βασικό μέσο μεταφοράς, τα μετσοβίτικα σαμάρια έφταναν σε πόλεις της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Αιτωλοακαρνανίας. «Ήταν το σημερινό αυτοκίνητο», εξηγεί ο Μιχάλης Δασούλας, περιγράφοντας τη σημασία που είχε κάποτε το επάγγελμα στην καθημερινή ζωή και την οικονομία της περιοχής.

Ο ίδιος έμαθε την τέχνη δίπλα στον πατέρα του, ο οποίος εργάστηκε αρχικά ως κερατζής και στη συνέχεια ως σαμαράς. Στο ίδιο εργαστήριο, όπου μεγάλωσε και μυήθηκε στα μυστικά της δουλειάς, συνεχίζει να εργάζεται μέχρι σήμερα, έχοντας αναλάβει μόνος του τη συνέχισή της εδώ και δεκαοκτώ χρόνια.

Η κατασκευή ενός σαμαριού παραμένει μια απαιτητική, σχεδόν εξ ολοκλήρου χειρωνακτική διαδικασία. Ο σκελετός κατασκευάζεται από οξιά των γύρω βουνών, το δέρμα προέρχεται από κατσίκες και πρόβατα, ενώ στο εσωτερικό χρησιμοποιείται μάλλινο ύφασμα. Για το γέμισμα, ο Μιχάλης καλλιεργεί ο ίδιος τη βρίζα, την οποία σπέρνει τον Νοέμβριο και θερίζει με τα χέρια τον επόμενο Αύγουστο.

Πρόκειται για μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο, υπομονή και εξειδικευμένη γνώση, η οποία μεταδίδεται από γενιά σε γενιά.

Η μείωση της ζήτησης και το αβέβαιο μέλλον

Σήμερα, τα σαμάρια του Μιχάλη Δασούλα χρησιμοποιούνται κυρίως από όσους μεταφέρουν με μουλάρια καυσόξυλα από τα δάση. Τα προϊόντα του ταξιδεύουν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, μέχρι και την Αλεξανδρούπολη.

Ωστόσο, η χρήση μηχανημάτων στις δασικές εργασίες έχει περιορίσει σημαντικά τη ζήτηση, δυσκολεύοντας τη διατήρηση του επαγγέλματος. Ο ίδιος θεωρεί ότι η μεγαλύτερη προβολή της σαμαροποιίας, αλλά και η συνεργασία με φορείς και επιμελητήρια, θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ανάδειξη της αξίας της.

Παρά τις δυσκολίες, δηλώνει ικανοποιημένος από τη δουλειά του, την οποία αγάπησε μεγαλώνοντας δίπλα στον πατέρα του και στα ζώα. Θα ήθελε να μάθει την τέχνη και ο γιος του, χωρίς να γνωρίζει αν εκείνος θα επιλέξει τελικά να την ακολουθήσει. Όσο για το ενδεχόμενο να ενδιαφερθεί κάποιος άλλος νέος από το Μέτσοβο, η απάντησή του είναι χαρακτηριστική: «Όχι, σε καμία περίπτωση».

Μια προσπάθεια διάσωσης της παραδοσιακής κληρονομιάς

Η ανάδειξη της ιστορίας του τελευταίου σαμαρά του Μετσόβου εντάσσεται στην προσπάθεια του προγράμματος MARKATO να καταγράψει, να προβάλει και να διασώσει παραδοσιακά επαγγέλματα που κινδυνεύουν να χαθούν.

Στο πρόγραμμα συμμετέχει ο Δήμος Μετσόβου, με την επιστημονική υποστήριξη του Μετσόβιου Κέντρου Διεπιστημονικής Έρευνας (ΜΕΚΔΕ) του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

Η καταγραφή της δουλειάς του Μιχάλη Δασούλα δεν αποτελεί μόνο μια αναφορά σε ένα επάγγελμα του παρελθόντος. Φέρνει στο προσκήνιο μια τέχνη που συνδέει την τοπική ιστορία, την αξιοποίηση των φυσικών υλικών και τη γνώση που περνά από γενιά σε γενιά, αλλά σήμερα κινδυνεύει να χαθεί μαζί με τους τελευταίους τεχνίτες της.

Συνέντευξη: Δρ Καλλιόπη Στάρα (Comitech)

Φωτογραφίες: Δημήτρης Τοσίδης (Comitech)

Επιμέλεια και κείμενο: Μετσόβιο Κέντρο Διεπιστημονικής Έρευνας (ΜΕΚΔΕ) του ΕΜΠ

Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στη Google