Μια σύσκεψη με πολλή ένταση για τα προβλήματα ξηρασίας του κάμπου της Λαψίστας  που το περσινό καλοκαίρι προκάλεσαν προβλήματα στους παραγωγούς της περιοχής πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Τρίτης στην γραφεία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου Δυτικής Μακεδονίας μετά από πρωτοβουλία του γραμματέα της Αποκεντρωμένης κ. Ιωάννη Σάββας. 

Βουλευτές, ο Περιφερειάρχης Ηπείρου, οι Δήμαρχοι του Λεκανοπεδίου Ιωαννίνων και υπηρεσιακοί παράγοντες, καθώς και οι Επιθεωρητές Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος συμμετείχαν στη συνάντηση που σημαδεύτηκε από τη μεγάλη ένταση στις τοποθετήσεις των διαφορετικών πλευρών, σε μια συνάντηση που είχε ως στόχο την επισκόπηση του βαθμού υλοποποίησης των αποφάσεων της αντίστοιχης σύσκεψης που είχε πραγματοποιηθεί την 1η Σεπτεμβρίου στον ίδιο χώρο και με τους ίδιους συμμετέχοντες.

Στα θετικά της ημέρας είναι πως η σύσκεψη κατέληξε σε ορισμένες αποφάσεις τόσο για την οριστικοποίηση των ελέγχων που θα δείξουν ποιος ρυπαίνει την τάφρο της Λαψίστας – τόσοι μήνες τώρα ούτε αυτό δεν έχει κατορθωθεί να διαπιστωθεί… – όσο και για τις απαραίτητες εναλλακτικές που θα αξιοποιηθούν στην περίπτωση που δεν είναι ξανά αρκετό το νερό στο κάμπο της Λαψίστας για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο.

Σάββας: «Πάμε από 12 σε 132 ελέγχους – Το κρίσιμο είναι η ποιότητα του νερού»

Με εμφανή αναφορά στο κλίμα της σύσκεψης ξεκίνησε τις δηλώσεις του ο Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου – Δυτικής Μακεδονίας, Γιάννης Σάββας, σημειώνοντας πως «μάλλον δίκιο είχαν» όσοι δεν ήθελαν την παρουσία καμερών, καθώς –όπως είπε– υπήρξαν εντάσεις που «θα ήταν καλύτερα να μην αποτυπωθούν».

Εξηγώντας τον λόγο της νέας συνάντησης, έξι μήνες μετά την προηγούμενη, ανέφερε ότι ζητήθηκε από τον ΤΟΕΒ και τους εμπλεκόμενους φορείς, προκειμένου να αποτιμηθεί τι έχει γίνει μέχρι σήμερα, πού βρίσκεται η κατάσταση και ποιος είναι ο σχεδιασμός για το μέλλον. Όπως είπε, η συζήτηση οργανώθηκε σε τέσσερις άξονες: τα πεπραγμένα, τη σημερινή εικόνα, τον σχεδιασμό για την επόμενη χρονιά και τις προβλέψεις για τα επόμενα έτη.

Σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις, σημείωσε ότι οι βουλευτές τοποθετήθηκαν για το τι έχει γίνει και τι πρόκειται να γίνει το αμέσως επόμενο διάστημα, ενώ η Αποκεντρωμένη θα εκδώσει δελτίο Τύπου ώστε να αποτυπωθούν με ακρίβεια οι θέσεις όλων.

Αναφερόμενος στη σημερινή κατάσταση, υπογράμμισε ότι τα προηγούμενα χρόνια υπήρχε σοβαρό πρόβλημα ποσότητας νερού, ωστόσο φέτος, λόγω των βροχοπτώσεων, «το ποσοτικό ζήτημα φαίνεται να μειώνεται». Το βασικό πρόβλημα, όπως ξεκαθάρισε, παραμένει η ποιότητα των υδάτων. Όπως εξήγησε, τα προηγούμενα χρόνια οι αυξημένες ποσότητες νερού «αραίωναν» τις μετρήσεις, δίνοντας επιτρεπτές τιμές.

Η έμφαση πλέον μετατοπίζεται στον εντοπισμό των πηγών ρύπανσης, τόσο των φανερών όσο και των μη φανερών. Για τις φανερές πηγές, ανέφερε ότι είχαν τεθεί συγκεκριμένες δεσμεύσεις από την προηγούμενη σύσκεψη και «σε έναν βαθμό έγιναν», με καταγεγραμμένες ενέργειες τόσο από ιδιωτικές εταιρείες όσο και από δημόσιους φορείς όπως η Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Ιωαννίνων (ΔΕΥΑΙ). Το επόμενο διάστημα, όπως είπε, είναι «εξαιρετικά κρίσιμο» για να φανεί αν θα επιτευχθούν οι στόχοι.

Σημαντική αύξηση καταγράφεται στους ελέγχους: «Πάμε από τους 12 στους 130 για το επόμενο εξάμηνο, συνολικά 132 ελέγχους, με 12 σημεία υδροληψίας από τα οποία θα μπορούμε να ελέγξουμε την κατάσταση», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, το Σώμα Επιθεωρητών και Ελεγκτών Περιβάλλοντος θα εφαρμόσει σύστημα μέτρησης που έχει ήδη χρησιμοποιηθεί σε άλλες περιοχές της χώρας, σε συνεργασία με την Αποκεντρωμένη και την Περιφέρεια Ηπείρου, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν και πού εντοπίζονται σοβαρά προβλήματα.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη λειτουργία του βιολογικού καθαρισμού της πόλης των Ιωαννίνων. Όπως είπε, ο Δήμος παρουσίασε στοιχεία για τις δυνατότητες επεξεργασίας του νέου και του παλιού ΕΕΛ, ενώ δεσμεύτηκε ότι όλες οι πηγές θα κατευθύνονται στον ΕΕΛ. Σε περιπτώσεις έντονων καιρικών φαινομένων, προβλέπεται η ενεργοποίηση by-pass, όπως επιτρέπεται από την περιβαλλοντική μελέτη.

Σε ερώτηση για το αν έχουν εντοπιστεί εστίες ρύπανσης, ο κ. Σάββας παραδέχθηκε ότι μέχρι σήμερα οι μετρήσεις «δεν ήταν τόσο συστηματικές» και παρότι υπήρξαν αποτυπώματα ρύπανσης, δεν υπήρξε επαναληψιμότητα ώστε να τεκμηριωθεί σταθερή πηγή. Μάλιστα, ανέφερε ότι πραγματοποίησε ο ίδιος αυτοψία στην περιοχή και διαπίστωσε εικόνα «που δεν τιμά τους περισσότερους», τονίζοντας ότι έχει δοθεί δέσμευση πως η κατάσταση στον βιολογικό της ΔΕΥΑΙ θα αλλάξει μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου.

Τόνισε ότι οι μετρήσεις πρέπει να έχουν συστηματικό χαρακτήρα, διαφορετικά δεν βγάζουν ασφαλή συμπεράσματα. Στο πλαίσιο αυτό, η Περιφέρεια Ηπείρου διέθεσε κονδύλι και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων θα πραγματοποιεί χημικές και βιολογικές αναλύσεις, με στόχο – εφόσον εντοπιστεί πρόβλημα – να είναι δυνατός ο εντοπισμός της πηγής, καθώς «δεν εκπέμπουν όλοι την ίδια ρύπανση».

Για τις μη φανερές πηγές, έκανε λόγο για ενδείξεις και πιθανές αποδείξεις που συζητήθηκαν, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία ή φωτογραφίες ρυπαντών. Όπως ανέφερε, αν καταγραφεί σημαντική διαφορά μετρήσεων μεταξύ δύο σημείων χωρίς εμφανή εκροή, τότε ενδεχομένως να υπάρχει παράνομη απόρριψη, αλλά αυτό παραμένει υπό διερεύνηση.

Ξεκαθάρισε ότι «δεν έχουμε στοιχεία αυτή τη στιγμή για να πούμε ποιος φταίει», σημειώνοντας ότι η διερεύνηση αποτελεί αρμοδιότητα των ελεγκτικών μηχανισμών. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ρύπανση, θα επιβληθούν κυρώσεις ή περιβαλλοντικά μέτρα.

Ανέφερε ακόμη ότι η άδεια χρήσης νερού θα δοθεί «το πολύ σε ένα μήνα».

Κλείνοντας, παραδέχθηκε ότι η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Ηπείρου Δυτικής Μακεδονίας δεν έχει θεσμική ευθύνη για την άρδευση του κάμπου, αλλά ανέλαβε πρωτοβουλία συντονισμού των φορέων. Υπενθύμισε ότι ο ΤΟΕΒ έχει ήδη εκπονήσει μελέτη, η οποία έχει προταθεί για ένταξη στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, και αν εγκριθεί «θα είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα για την άρδευση του κάμπου».

Οι αποζημιώσεις και το plan B

Στις δηλώσεις των υπολοίπων συμμετεχόντων, η Μαρία Κεφάλα (ΝΔ) υποστήριξε ότι το βασικό μέλημα των βουλευτών ήταν η εξασφάλιση των αποζημιώσεων για τους παραγωγούς. Όπως ανέφερε, «θα πληρωθούν με de minimis οι αποζημιώσεις» και η διαδικασία βρίσκεται προς ολοκλήρωση. Παράλληλα, αποφασίστηκαν περισσότεροι έλεγχοι στο νερό και, αν οι μετρήσεις το κρίνουν ακατάλληλο, «να υπάρξει ένα plan B».

Ο Γιώργος Αμυράς (ΝΔ) σημείωσε ότι «οι συσκέψεις είναι καλές και χρήσιμες αρκεί να βγαίνουν αποτελέσματα». Για τις αποζημιώσεις είπε ότι «το μεγάλο αίτημα είχε καλό τέλος» και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης θα αποζημιώσει τους παραγωγούς. Για το νερό, έκανε λόγο για εναλλακτικές και εξέφρασε αισιοδοξία ότι «θα έχουμε σίγουρη και σταθερή λύση τα επόμενα χρόνια».

Αντίθετα, η Μερόπη Τζούφη (Νέα Αριστερά) εμφανίστηκε επιφυλακτική. Όπως τόνισε, «ακούσαμε χωρίς να υπάρχει δέσμευση για το ύψος και τις εξαιρέσεις των αποζημιώσεων». Για την άρδευση, υπογράμμισε ότι οι υποσχέσεις για ένταξη έργων στο Ταμείο Ανάκαμψης δεν υλοποιήθηκαν και «μείναμε στις δεσμεύσεις». Έκανε λόγο για «οξυμμένο διάλογο» και επισήμανε ότι «ουσιαστική και άμεση απάντηση τι θα γίνει με την άρδευση δεν έχει δοθεί μέχρι τώρα».

Ο Γιάννης Τσίμαρης (ΠΑΣΟΚ) ανέφερε ότι το μόνο σαφές στοιχείο είναι πως «θα έχουμε έναν αξιόπιστο μηχανισμό που θα χαρτογραφήσει επιχειρήσεις και βιολογικούς για να διαπιστωθεί ποιος ρυπαίνει». Ωστόσο, χαρακτήρισε αόριστο το χρονοδιάγραμμα για μόνιμες λύσεις άρδευσης και αποζημιώσεις, λέγοντας ότι «πάει στις καλένδες το θέμα». Το θετικό, όπως είπε, είναι ότι «θα ξέρουμε ποιος κάνει τη ρύπανση».