Η αγορά πλειστηριασμών στην Ελλάδα εισέρχεται σε μια περίοδο έντονης δραστηριότητας, η οποία όμως δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ζήτηση. Παρά τη συνεχή αύξηση του αριθμού των ακινήτων που οδηγούνται στο «σφυρί», η απορρόφηση παραμένει περιορισμένη, αποτυπώνοντας ένα σαφές χάσμα μεταξύ προσφοράς και αγοραστικού ενδιαφέροντος. Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του ΙΟΒΕ σε συνεργασία με τη CEPAL, παρά τη μεγάλη αυτή «δεξαμενή» ακινήτων, η πραγματική εικόνα της αγοράς αποτυπώνεται στα ποσοστά επιτυχίας. Μόλις ένα στα επτά ακίνητα καταλήγει να πωλείται, με τα ποσοστά ολοκλήρωσης να κινούνται σταθερά μεταξύ 14% και 19% και το 2025 να υποχωρούν κοντά στο 14%–15%. Με άλλα λόγια, η συντριπτική πλειονότητα των πλειστηριασμών δεν οδηγείται σε συναλλαγή, γεγονός που αναδεικνύει την αδυναμία της ζήτησης να απορροφήσει τον αυξανόμενο όγκο.
Όπως αναφέρει η νέα έρευνα, την τελευταία χρόνια καταγράφεται εκρηκτική αύξηση του όγκου των πλειστηριασμών. Από περίπου 20.000 ακίνητα το 2021, ο αριθμός διπλασιάστηκε το 2022 φτάνοντας τις 50.000 περιπτώσεις και συνέχισε ανοδικά στις 60.000 το 2023. Η κορύφωση ήρθε το 2024, με σχεδόν 70.000 ακίνητα, ενώ και το 2025 διατηρείται σε παρόμοια επίπεδα, μεταξύ 65.000 και 70.000. Συνολικά, την πενταετία έχουν προγραμματιστεί πάνω από 270.000–280.000 πλειστηριασμοί, επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά έχει περάσει σε φάση μαζικής προσφοράς.
Ανάλογη εικόνα προκύπτει και σε επίπεδο αξίας. Η συνολική αξία εκκίνησης των ακινήτων αυξάνεται σημαντικά, από περίπου 3,2 δισ. ευρώ το 2021 σε 6,5–6,7 δισ. το 2022 και πάνω από 7 δισ. το 2023, φτάνοντας κοντά στα 8 δισ. το 2024. Το 2025 καταγράφεται μια μικρή αποκλιμάκωση, στα περίπου 7,5 δισ. ευρώ, χωρίς όμως να αλλάζει η γενική εικόνα υψηλής προσφοράς. Παρ’ όλα αυτά, η απορρόφηση σε όρους αξίας παραμένει εξίσου χαμηλή, στο εύρος 13%–16%, επιβεβαιώνοντας ότι μόνο ένα μικρό μέρος της προσφερόμενης αξίας βρίσκει τελικά αγοραστή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συμπεριφορά της αγοράς ανά γύρο πλειστηριασμού. Στον πρώτο γύρο, περίπου το 70% των ακινήτων δεν προσελκύει κανένα ενδιαφέρον, ενώ λιγότερο από το 30% ολοκληρώνεται επιτυχώς. Στον δεύτερο γύρο η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αρνητική, με το ποσοστό αποτυχίας να εκτοξεύεται στο 88%. Η κατάσταση βελτιώνεται μόνο στους επόμενους γύρους, όπου οι μειώσεις στις τιμές εκκίνησης -περίπου κατά 20%- αρχίζουν να ενεργοποιούν αγοραστές. Έτσι, στον τρίτο και τέταρτο γύρο η επιτυχία ανεβαίνει σταδιακά, φτάνοντας έως και το 22,7%, χωρίς όμως να ανατρέπει τη συνολική εικόνα χαμηλής απορρόφησης.
Η δομή της αγοράς δείχνει επίσης ότι οι πλειστηριασμοί αφορούν κυρίως χαμηλότερης αξίας ακίνητα. Περίπου το 90% των ακινήτων αφορά κατοικίες κάτω των 200.000 ευρώ, οι οποίες αντιστοιχούν στο 62% της συνολικής αξίας. Παρά τα χαμηλότερα αυτά επίπεδα τιμών, η ζήτηση παραμένει συγκρατημένη, γεγονός που συνδέεται τόσο με την περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση όσο και με τη γενικότερη επιφυλακτικότητα των αγοραστών.
Παράλληλα, αν και ο αριθμός των επιτυχημένων συναλλαγών αυξάνεται -από περίπου 10.000 το 2021 σε 35.000–36.000 τα έτη 2024–2025-, οι πλειστηριασμοί εξακολουθούν να αποτελούν σχετικά μικρό τμήμα της συνολικής αγοράς ακινήτων, καλύπτοντας περίπου το 7% των συναλλαγών. Ωστόσο, η σημασία τους ενισχύεται, καθώς αποτελούν βασικό εργαλείο διοχέτευσης ακινήτων, κυρίως από τα χαρτοφυλάκια των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων.
Τα πρώτα στοιχεία για το 2026 δείχνουν μια πιθανή αλλαγή ρυθμού. Κατά το πρώτο τρίμηνο καταγράφονται περίπου 10.000–15.000 πλειστηριασμοί, ένδειξη ότι η ετήσια δραστηριότητα ενδέχεται να κινηθεί χαμηλότερα. Ταυτόχρονα, η απορρόφηση υποχωρεί περαιτέρω, κοντά στο 13%–14%, ενώ η συνολική αξία για το ίδιο διάστημα διαμορφώνεται γύρω στο 1,5 δισ. ευρώ. Η εικόνα αυτή παραπέμπει σε μια αγορά που, μετά την έντονη άνοδο των προηγούμενων ετών, αρχίζει να αναζητεί ισορροπία, με τη ζήτηση να παραμένει επιλεκτική και τις συναλλαγές να εξαρτώνται όλο και περισσότερο από την προσαρμογή των τιμών.
Διαβάστε περισσότερα στο powergame.gr
